Supreme Court dismisses appeal on co-ownership rights, ruling co-owners cannot claim exclusive use of shared areas without consent.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three co-owners against a First Instance Court decision regarding their shared building. The appellants argued that the respondent's claim for exclusive use of the uncovered parking area was abusive, citing their own admission that the area was unusable due to their constructed verandas. The court rejected this argument, noting that the admission was already considered by the Court of Appeal as a fact established by the parties' agreement, which is not subject to appellate review. Consequently, the appeal was found inadmissible and unfounded, resulting in the dismissal of the request and the ordering of the appellants to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 5, 13 of Law 3741/1929; Co-owners of a building have the right to absolute use of common areas, including the uncovered yard, provided they do not harm other co-owners' rights or alter the intended purpose; however, an exclusive use agreement does not grant the right to remove the property's designated purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1441 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1441/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Π. του Γ., 2) Χ. Π. του Γ. και 3) Δ. συζ. Γ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Νικολακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νέστωρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5076/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 11-11-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1 και 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α' και 13 του ν. 3741/1929, 785, 787, 1002 και 1117 του Α.Κ. προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου, να κάνει απόλυτη χρήση τούτων και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωσή τους, αρκεί να μη βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει το συνήθη προορισμό των μερών αυτών.
Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων.
Όμως, το με τέτοια συμφωνία παρεχόμενο σε συνιδιοκτήτη δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως κοινόχρηστου πράγματος, δεν περιέχει και εξουσία άρσεως του προβλεπόμενου προορισμού του, αλλά η παραχώρηση αυτή και η αντίστοιχη χρήση θα γίνεται για τον προορισμό που το τμήμα αυτό έχει από τη φύση του και προκύπτει από τις λειτουργικές χρησιμότητες του οικοδομήματος, που ορίζονται από τον κανονισμό, την τοποθεσία του ακινήτου και τις τακτικές συνήθειες της περιοχής (Α.Π. 532/2019, Α.Π. 442/2019, Α.Π. 480/2018, Α.Π. 273/2018).
Αν και πότε θίγονται τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών ή υπάρχει μεταβολή του συνήθους προορισμού των κοινών μερών με τη χρήση τους από ορισμένους συνιδιοκτήτες, κρίνεται, κατά περίπτωση, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες και στο πλαίσιο του γενικότερου συμφέροντος της ομαλής λειτουργίας της σχέσεως της οροφοκτησίας.
Ειδικότερα, βλαπτική για τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών, είναι η χρήση που εμποδίζει ή δυσχεραίνει υπερμέτρως αυτούς στη χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών τους ή και στη σύγχρηση των κοινών μερών, ενώ μεταβολή του συνήθους προορισμού προκαλείται, όταν η συγκεκριμένη χρήση αλλοιώνει τον προορισμό των κοινών μερών, που ορίζεται με δικαιοπρακτική ρύθμιση ή, σε περίπτωση ελλείψεώς της, προκύπτει από τη φύση των πραγμάτων και τον σκοπό που αυτά, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, υπηρετούν στη λειτουργία της οροφοκτησίας, καθώς και από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Κάθε συνιδιοκτήτης, εφόσον από τις ενέργειες άλλου συνιδιοκτήτη παραβλάπτεται στη χρήση των κοινών πραγμάτων και μειώνεται η ασφάλεια της οικοδομής, έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αγωγή την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (Α.Π. 532/2019, Α.Π. 442/2019, Α.Π. 70/2019, Α.Π. 480/2018, Α.Π. 200/2018). H αξίωση όμως, με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί οριζοντίου ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Α.Π. 1052/2021, Α.Π. 442/2019).
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, δηλαδή η στην κοινωνική συμβίωση επιβαλλόμενη ευθύτητα και εντιμότητα, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (Α.Π. 1658/2017, Α.Π. 123/2017).
Η αναφορά στην εν λόγω διάταξη των αξιολογικών κριτηρίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών, του κοινωνικού και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, είναι διαζευκτική, οπότε η άσκηση του δικαιώματος είναι απαγορευμένη, εφόσον αντικειμενικά υπερβαίνει προφανώς έστω και ένα από τα προπαρατιθέμενα αξιολογικά κριτήρια.
Προφανής υπέρβαση, είναι η έντονη αποδοκιμασία εντός των γενικών πλαισίων των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, σε σχέση με την ορθολογιστική συμπεριφορά σε ορισμένο τόπο και χρόνο. Η υπέρβαση αυτή είναι προφανής, όταν η συμπεριφορά του ενάγοντος απέναντι στον εναγόμενο υπήρξε τέτοια, ώστε να δημιουργήσει στον τελευταίο την πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα, η ικανοποίηση του οποίου θα ήταν γι' αυτόν (εναγόμενο) ιδιαίτερα επαχθής στα συμφέροντά του.
Επίσης, η υπέρβαση αυτή είναι προφανής και όταν η ικανοποίηση του προβαλλόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας, σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο δικαιούχος ή όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Α.Π. 1370/2019, Α.Π. 881/2019, Α.Π. 442/2019, Α.Π. 1658/2017, Α.Π. 123/2017).
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ.Α.Π. 7/2002, Α.Π. 1052/2021, Α.Π. 514/2021, Α.Π. 442/2019, Α.Π. 70/2019, Α.Π. 480/2018).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια, είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος, υπό την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ. (Ολ.Α.Π. 2/2019, 8/2018, Α.Π. 267/2021, Α.Π. 1162/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 5076/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για τη διερεύνηση των λόγων αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Η μητέρα των διαδίκων αδελφών, ήτοι της τρίτης ενάγουσας και της εναγόμενης, Χ.
Μ., ήταν κυρία ενός οικοπέδου, που βρίσκεται στην περιοχή ... και στην διασταύρωση των οδών ..., επιφανείας 1.141,17 τμ., επί του οποίου, με τις υπ' αριθμ. .../1952 και .../1959 άδειες του Πολεοδομικού Γραφείου Αθηνών ανήγειρε ισόγειο οικία στην γωνία των παραπάνω οδών και βοηθητικό κτίσμα στη βορειοανατολική γωνία. Με το υπ' αριθμ. .../1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Παπαϊωάννου, η Χ.
Μ. δώρησε σε κάθε μία από τις θυγατέρες της, ήτοι στην τρίτη των εναγουσών και στην εναγομένη, από 400/000 του οικοπέδου και κράτησε η ίδια για τον εαυτό της 200/000, όλες δε μαζί με το ως άνω συμβόλαιο συνέστησαν στο οικόπεδο οριζόντια ιδιοκτησία. Με το ως άνω συμβόλαιο δημιουργήθηκαν δύο (2) εφαπτόμενες στήλες (κτίρια) με κοινό κλιμακοστάσιο, ειδικότερα συμφωνήθηκε ότι στο ισόγειο θα υπήρχαν δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, η ήδη ανεργεθείσα υπό στοιχ.
Ι-1 και η υπό στοιχ. Ι-2 με το υπάρχον βοηθητικό κτίσμα (στο νότιο και βόρειο τμήμα του οικοπέδου αντιστοίχως) και ότι στον πρώτο όροφο θα ανεγείρονταν δύο ιδιοκτησίες, ήτοι η υπό στοιχ. Α-1 πάνω από την Ι1 και η υπό στοιχ. Α-2 πάνω από την Ι-2, στον δε δεύτερο όροφο θα ανεγείρονταν δύο ιδιοκτησίες, η υπό στοιχ. Β-1 πάνω από την Α-1 και η υπό στοιχ.
Β-2 πάνω από την Α-2. Με την ίδια συστατική πράξη συμφωνήθηκε ότι κάτω από κάθε μία από τις ισόγειες ιδιοκτησίες με στοιχεία Ι-1, Ι-2 θα υπήρχε υπόγειο επιφανείας 21,60 τμ κάθε ένα, αποκλειστικής χρήσεως των πάνω από αυτά οριζοντίων ιδιοκτησιών. Με την ίδια πράξη έγινε κατανομή των οριζοντίων ιδιοκτησιών ως εξής:
στην ως άνω μητέρα της τρίτης ενάγουσας και της εναγόμενης περιήλθαν η υπό στοιχ. Ι-1 ιδιοκτησία κατά κυριότητα και το βοηθητικό κτίσμα κατά ισόβια επικαρπία, στην τρίτη των εναγουσών κατά κυριότητα οι μελλοντικές ιδιοκτησίες πάνω από την υπό στοιχ. Ι-1 ιδιοκτησία, ήτοι η υπό στοιχ. Α-1 και Β-1, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα υψούν πάνω από την υπό στοιχ.
Β-1 και στην εναγομένη το δικαίωμα ψιλής κυριότητας του βοηθητικού κτίσματος και κυριότητας των μελλοντικών ιδιοκτησιών υπό στοιχ. Ι-2, Α-2, Β-2, καθώς και το δικαίωμα υψούν πάνω από την υπό στοιχ. Β-2 ιδιοκτησία. Με την υπ' αριθμ. .../1990 τροποποιητική πράξη της ως άνω συστατικής πράξεως οριζοντίων ιδιοκτησιών της συμβ/φου Αθηνών Βασιλικής Παναγούλη - Παπαφωτίου που μετεγράφη νόμιμα, η τρίτη ενάγουσα διαχώρισε τις ιδιοκτησίες της, ήτοι την υπό στοιχ.
Α-1 σε Α-1 και α-1 και την υπό στοιχ. Β-1 σε Β-1 και β-1 και στην συνέχεια με το υπ' αριθμ. .../1990 συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβ/φου μετεβίβασε αυτές κατά ψιλή κυριότητα στις θυγατέρες της, πρώτη και δεύτερη των εναγουσών, ήτοι στην πρώτη των εναγουσών τις υπό στοιχ. Α-1 και Β-Ι και στην δεύτερη των εναγουσών τις υπό στοιχ.
α-1 και β-1, παρακρατήσασα η ίδια την επικαρπία. Ο χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων δεν καθορίζεται στην συστατική πράξη κατά όρια και εμ-βαδόν, αλλά αναφέρεται σε αυτή ότι κείται αρκτικοανατολικώς της υπό στοιχ. Ι-2 ιδιοκτησίας, σύμφωνα δε με την από Μαΐου 1995 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Σ.
Ζ., ο οποίος διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 1897/1994 απόφαση του Μον/λούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από Νοεμβρίου 2016 τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονας μηχανικού Ν. Λ., ο χώρος αυτός έχει εμβαδόν 117,15 τμ αποτυπώνεται δε υπό στοιχ. α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ, μ, Γ, α στο από Απριλίου 2017 σχεδιάγραμμα του τελευταίου. Το έτος 1974, η τρίτη ενάγουσα και η εναγομένη ξεκίνησαν την οικοδόμηση, η μεν πρώτη του πρώτου ορόφου πάνω από την υπάρχουσα κατοικία Ι-1 και η δεύτερη του κτιρίου στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου, αποτελουμένου από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο.
Κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής οι υφιστάμενες στο οικόπεδο οριζόντιες ιδιοκτησίες, μετά τον θάνατο στις 25.2.1980 της αρχικής κυρίας του οικοπέδου Χ. Μ., η οποία δεν άφησε διαθήκη, το υπ' αριθμ. .../1992 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβ/φου Καλλιθέας Ιορδάνας Μορφονιού που μετεγράφη νόμιμα (με το οποίο ο Χ.
Μ., σύζυγος της Χ. Μ., μετεβίβασε στην εναγομένη Μ. Μ. το ανήκον σε αυτόν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του υπό στοιχ. Ι-1διαμερίσματος) και τον θάνατο στις 6.7.1997 του Χ. Μ., ο οποίος δεν άφησε διαθήκη, είναι οι εξής: α) το Ι-1 διαμέρισμα επιφανείας 197,94 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 200/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον κατά κυριότητα στην Δ.
Π. κατά ποσοστό 37,5% και στην Μ. Μ. κατά ποσοστό 62,5% εξ αδιαιρέτου, β) Το Ι-2 διαμέρισμα επιφανείας 135,75 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 120/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον στην Μ. Μ., γ) Το βοηθητικό κτίσμα επιφανείας 52 τ.μ., ανήκον στην ιδιοκτήτρια του Ι-2 διαμερίσματος, Μ. Μ., δ) Το Α-1 διαμέρισμα επιφανείας 107,94 τ.μ.
και ποσοστού συνιδιοκτησίας 109/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον κατά ψιλή κυριότητα στην Ε. Π. και κατ' επικαρπία στην Δ. Π., ε) Το α-1 διαμέρισμα επιφανείας 90 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας 91/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον κατά ψιλή κυριότητα στην Χ. Π. και κατ' επικαρπία στην Δ. Π., στ) Το Α-2 διαμέρισμα επιφανείας 134,75 τ.μ.
και ποσοστού συνιδιοκτησίας 130/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον στην Μ. Μ.), ζ) Το β-1 διαμέρισμα επιφανείας 107,94 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας 109/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον κατά ψιλή κυριότητα στην Χ. Π. και κατ' επικαρπία στην Δ. Π., η) Το Β-1 διαμέρισμα επιφανείας 90 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας 91/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, ανήκον κατά ψιλή κυριότητα στην Ε.
Π. και κατ' επικαρπία στην Δ. Π., θ) Το Β-2 διαμέρισμα επιφανείας 134,75 τ.μ. και ποσοστού συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 150/1000 εξ αδιαιρέτου, ανήκον κατά κυριότητα στην Μ. Μ.. Η τρίτη των εναγουσών και η εναγομένη άρχισαν την οικοδόμηση των δύο κτιρίων (στηλών) στο οικόπεδο το έτος 1974, με την ανέγερση από την πρώτη του πρώτου ορόφου πάνω από την υπάρχουσα κατοικία Ι-1 και από την δεύτερη του κτιρίου στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου, αποτελουμένου από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, συμφώνησαν δε η οικοδομή που ανήγειρε η εναγομένη να μετατεθεί προς το βόρειο όριο του οικοπέδου, με ταυτόχρονη απελευθέρωση από την δόμηση αντιστοίχου τμήματος του οικοπέδου στην ανατολική πλευρά του προς την οδό ..., ενώ ο υπόλοιπος χώρος Βα του οικοπέδου παρέμεινε ακάλυπτος.
Η ανέγερση του κτιρίου στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου έγινε από την εναγομένη με την .../1974 της Πολεοδομίας Πειραιώς, στην συνέχεια δε η εναγομένη με την υπ' αριθμ. .../1991 άδεια της Πολεοδομίας Αργυρούπολης επεξέτεινε το υπόγειο, εμβαδού 21,60 τμ κατά την συστατική πράξη των οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά 106,56 τμ, ήτοι το υπόγειο δομήθηκε με συνολικό εμβαδόν 128,16 τμ.
Η εναγόμενη, με την τοποθέτηση της οικοδομής της εντός του οικοπέδου με τον τρόπο που ήδη αναφέρθηκε, κατέλαβε τμήμα του ακαλύπτου χώρου Βα του οικοπέδου, που έχει εμβαδόν 117,15 τμ, εμβαδού 29,4 τμ, ήτοι κατέλαβε, με την τοποθέτηση της οικοδομής, τμήμα του χώρου αυτού εμβαδού 7,81 τμ, με την κατασκευή εξώστη, κατέλαβε τμήμα αυτού εμβαδού 6,47 τμ, με την επέκταση του εξώστη, κατέλαβε τμήμα 9,95 τμ και με την κατασκευή ράμπας καθόδου στο υπόγειο κατέλαβε τμήμα 5,17 τμ.
Οι ενάγουσες με την από 15.6.1993 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 12214/1993), ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο χώρος του υπογείου του κτιρίου που ανήγειρε αυτή, ως προς το υπερβάλλον εμβαδόν του των 96,96 τ.μ. (κατά την αγωγή) μετά την επέκτασή του από την τελευταία, είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος και να διαταχθεί η αποβολή της από τον χώρο αυτό, ζήτησαν επίσης να αναγνωρισθεί ότι είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος ο χώρος του οικοπέδου ο οποίος βρίσκεται κατά μήκος της εξωτερικής πλαϊνής πλευράς του κτίσματος της εναγομένης, όπως αυτός εμφαίνεται στο από Ιανουαρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Γ., ο οποίος έχει περιφραχθεί με κάγκελα αυθαιρέτως και παρανόμως από αυτή. Οι ενάγουσες με την συμπληρωματική από 14.9.1993 αγωγή τους ενώπιον του αυτού δικαστηρίου κατά της εναγομένης (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 15.778/1993), ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έχει καταλάβει στον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων πλάτους 5,40 μ., λωρίδα πλάτους 2,55 μ.
και μήκους 7 μ., να αναγνωρισθεί ότι αυτή κατασκεύασε εξώστες στον χώρο σταθμεύσεως μήκους 7 μ., να υποχρεωθεί να τους καθαιρέσει και να της απαγορευθεί του λοιπού κάθε διατάραξη. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 602/1996 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η δεύτερη από τις ως άνω αγωγές απορρίφθηκε ως αόριστη, έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι ο ανωτέρω χώρος του υπογείου εμβαδού 96,96 τ.μ.
είναι κοινόχρηστος, αναγνωρίσθηκε επίσης ότι το κοινόχρηστο της προς το βα του κοινού οικοπέδου ακάλυπτο τμήμα και σε επαφή με την διακεκριμένη ιδιοκτησία της εναγομένης, εξωτερικής εδαφικής λωρίδας εμβαδού 6,60 τ.μ. από την πρασιά και 2,47 τ.μ. από το Βα ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου και συνολικά εμβαδού 9,07 τ.μ.
και υποχρέωσε την εναγομένη να επαναφέρει τους χώρους αυτούς στην κοινή χρήση της συνιδιοκτησίας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης (εκκαλούσας) ότι από την απόφαση αυτή παρήχθη δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την εκ νέου διάγνωση της διαφοράς που εισήχθη με την ένδικη αγωγή (άρθρα 321, 322, 324 ΚΠολΔ), είναι εν μέρει βάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το από Απριλίου του 2017 σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονος - μηχανικού Ν.
Λ. που προσκομίζουν οι ενάγουσες το τμήμα του ακαλύπτου χώρου (χώρου σταθμεύσεως) που με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι είναι κοινόχρηστο και έχει εμβαδόν 6,60 τ.μ., επισημαίνεται στο σχεδιάγραμμα αυτό με τα στοιχεία α, α1, δ, γ, β, α, αποτελεί δε τμήμα του αυτού χώρου που επισημαίνεται στο ίδιο σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία α, β, γ, δ, ε, ζ, η, θ, ι, κ, λ, μ, Γ, α ο οποίος με την ένδικη αγωγή ζητείται να αναγνωρισθεί ότι είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος.
Η αγωγή επομένως καθόσον με αυτή οι ενάγουσες ζητούν να αναγνωρισθεί ότι ο χώρος αυτός (των 6,60 τ.μ.) είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος ως τμήμα του μείζονος ακαλύπτου χώρου εμβαδού 88,77 τ.μ. και να επιδικασθεί στην πρώτη από αυτές αποζημίωση χρήσεως για το τμήμα αυτό, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα. Κατά τα λοιπά όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι με την ως άνω απόφαση του δικαστηρίου τούτου δεν κρίθηκε το κοινόκτητο και κοινόχρηστο ολόκληρου του χώρου σταθμεύσεως αλλά τμήματος αυτού, κατά τα εκτεθέντα.
Οι ενάγουσες στην συνέχεια άσκησαν κατά της εναγομένης την από 7.12.1998 αγωγή τους ενώπιον του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 10890/1998) με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των ως άνω χώρων που κατέλαβε η εναγομένη κατά την ανέγερση της οικοδομής της, εμβαδού, κατά την αγωγή, 7,81, 8,45, 5,17 και 9,95 τ.μ., καθώς επίσης και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των αναφερομένων στην αγωγή χώρων που κατέλαβε, εμβαδού 5,10, 4,29, 10,35 τ.μ.
και να υποχρεωθεί αυτή να τους επαναφέρει στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1195/2000 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι είναι κοινόχρηστος χώρος μόνο η επικλινής κάθοδος (ράμπα) εμβαδού 5,17 τ.μ. προς εξυπηρέτηση του υπογείου της οικοδομής της εναγομένης και κατά τα λοιπά η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Από την απόφαση αυτή παρήχθη δεδικασμένο (άρθρα 321, 322, 324 ΚΠολΔ), τόσο ως προς το μη κοινόχρηστο των ως άνω χώρων που ζητήθηκε να αναγνωρισθεί με την αγωγή εκείνη (πλην της καθόδου στο υπόγειο), αλλά και ως προς το κοινόχρηστο της καθόδου (ράμπας) και επομένως η ένδικη αγωγή, καθόσον με αυτή ζητείται να αναγνωρισθεί εκ νέου ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των χώρων αυτών είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, καθώς επίσης απαράδεκτο και απορριπτέο είναι και το παρεπόμενο αίτημα περί αποδόσεως των χώρων αυτών στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών, αφού, για μεν την ράμπα το αίτημα αυτό απορρίφθηκε ως αβάσιμο με την ως άνω απόφαση, για δε τους λοιπούς χώρους η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη.
Περαιτέρω, αβάσιμο είναι και το αίτημα περί επιδικάσεως στην τρίτη ενάγουσα αποζημιώσεως χρήσεως για τους ως άνω χώρους, αφού οι χώροι αυτοί (πλην της ράμπας) αναγνωρίσθηκε δεσμευτικώς, με την ως άνω απόφαση, ότι δεν αποτελούν χώρους κοινής χρήσεως, καθόσον δε αφορά στην ράμπα, μέσω αυτής είναι δυνατή η κάθοδος των συνιδιοκτητών στο κοινόχρηστο υπόγειο και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή μισθωτική αξία αυτής αφού, λόγω της φύσεώς της, δεν θα μπορούσε να εκμισθωθεί.
Περαιτέρω, με την αγωγή συνομολογείται ότι η εναγομένη κάνει αποκλειστική χρήση του ακαλύπτου χώρου Βα του οικοπέδου από το έτος 1991 υπό τα όμματα των εναγουσών και χωρίς να λάβει χώρα διαμαρτυρία εκ μέρους τους, δεδομένου ότι η ενάγουσα Δ. Π. στην από 28.2.2000 εξώδικο δήλωσή της, που επέδωσε στην εναγομένη (βλ.
υπ' αριθμ. 2358/2.3.2000 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Χ.), όσο και όλες οι ενάγουσες στην από 19.4.2011 εξώδικο δήλωσή τους, που επέδωσαν στην εναγομένη (βλ. υπ' αριθμ.4718β'/20.5.2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Η. Μ.), διαμαρτύρονται για την αποκλειστική χρήση από την εναγομένη του χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων, όπως αυτός αναγνωρίσθηκε ως κοινόχρηστος με την υπ' αριθμ. 602/1996 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Αθηνών, με την απόφαση αυτή όμως αναγνωρίσθηκε ως κοινόχρηστος χώρος μέρος αυτού εμβαδού 9,07 τ.μ.
από τον συνολικό ακάλυπτο χώρο, η απόφαση δε αυτή εκτελέσθηκε, όπως αυτό προκύπτει από την υπ' αριθμ. 188/13.5.1998 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Κ.. Οι ενάγουσες εξάλλου στις τρεις προγενέστερες αγωγές τους δεν διατυπώνουν αίτημα να αναγνωρισθεί ως κοινόχρηστος ο χώρος σταθμεύσεως βα του κτιρίου της εναγομένης εμβαδού 87,75 τ.μ., μάλιστα στην από 14.9.1993 συμπληρωματική αγωγή τους αναφέρουν μεν στην ιστορική βάση της ότι η εναγομένη έχει περιφράξει παρανόμως και αυθαιρέτως τον εναπομείναντα χώρο του parking, αποκλείουσα την πρόσβασή τους σε αυτές, πλην στο αιτητικό της αγωγής δεν έχουν αίτημα αναγνωρίσεως ως κοινοχρήστου του χώρου αυτού, αλλά λωρίδας πλάτους 2,55 μ.
και μήκους 7 μ., άλλωστε ο χώρος του parking, όπως στην ίδια αγωγή εκθέτουν οι ενάγουσες, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του, λόγω του ότι η εναγομένη έχει κατασκευάσει εξώστες μήκους 7 μέτρων οι οποίοι καταλαμβάνουν τον χώρο αυτό και καθιστούν αδύνατη την χρήση του ως χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων, εν τούτοις η τρίτη των εναγουσών αξιώνει αποζημίωση χρήσεως με βάση την μισθωτική αξία πέντε (5) θέσεων σταθμεύσεως, που ισχυρίζεται οψίμως ότι μπορεί να δημιουργηθούν στον εν λόγω χώρο.
Υπό τα πραγματικά αυτά δεδομένα και ιδίως εν όψει του ότι η εναγομένη χρησιμοποιεί συνεχώς και αδιαλείπτως τον χώρο αυτό αποκλειστικά από το έτος 1991, πριν ακόμη ολοκληρώσει την ανέγερση των οριζοντίων ιδιοκτησιών της και αφού οι διάδικοι ήδη από το έτος 1974 είχαν συμφωνήσει για την θέση του κτιρίου της εντός του οικοπέδου, του γεγονότος ότι οι ενάγουσες για την είσοδό τους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους χρησιμοποιούν δύο εισόδους από τις οδούς ...
και ..., μεταξύ δε της οριογραμμής του οικοπέδου προς τις οδούς αυτές και του κτιρίου στο οποίο βρίσκονται τα διαμερίσματά τους παρεμβάλλονται δύο προκήπια αντιστοίχως, πλάτους 6 μέτρων το καθένα, τα οποία χρησιμοποιούν αποκλειστικά (πλην της εισόδου στο κοινό κλιμακοστάσιο από την οδό ...), της ομολογίας των εναγουσών ότι ο ακάλυπτος χώρος Βα της ιδιοκτησίας της εναγομένης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων για τον ως άνω λόγο, της μακρόχρονης αδρανείας των εναγουσών (επί σχεδόν 20 έτη) να ασκήσουν τις ένδικες αξιώσεις τους αναφορικώς με τον ακάλυπτο χώρο Βα του κτιρίου της εναγομένης εμβαδού 87,75 τ.μ., δημιουργήθηκε στην εναγομένη η πεποίθηση ότι οι ενάγουσες δεν θα προβάλλουν εναντίον της τις αξιώσεις που προβάλλουν με την ένδικη αγωγή τους, επομένως η άσκηση αυτής υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως και των χρηστών του άρθρου 281 ΑΚ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την από 24-6-2016 έφεση των ήδη αναιρεσειουσών και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 1.7.2016 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν καταργηθούν με το ν. 4335/2015, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της αγωγής, στις 3-11-2011), υπ' αριθμ. 250/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την από 17.10.2011 αγωγή των αναιρεσειουσών κατά της αναιρεσίβλητης, αναγνώρισε ότι ο χώρος σταθμεύσεως, εμβαδού 85,60 τ.μ., είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος, υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να αποδώσει το χώρο αυτό στην κοινή χρήση των διαδίκων και να καταβάλει στην μεν τρίτη αναιρεσείουσα το ποσό των 14.250 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης, σε κάθε μία δε από τις πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειουσών το ποσό των 500 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης- δικάζοντας δε επί της ως άνω (από 17.10.2011) αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, μετά από παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από την εναγομένη - αναιρεσίβλητη ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως από τις ενάγουσες - αναιρεσείουσες του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματός τους.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοιά της αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού συλλογισμού.
Ειδικότερα, το πραγματικό της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ. πληρούται, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τις οποίες 1) η τρίτη των εναγουσών και η εναγομένη, οι οποίες άρχισαν την οικοδόμηση των δύο κτιρίων (στηλών) στο οικόπεδο, το έτος 1974, με την ανέγερση, από την πρώτη του πρώτου ορόφου πάνω από την υπάρχουσα κατοικία Ι-1 και από την δεύτερη του κτιρίου στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου, αποτελουμένου από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, συμφώνησαν έκτοτε να μετατεθεί η οικοδομή της εναγομένης προς το βόρειο όριο του οικοπέδου, με ταυτόχρονη απελευθέρωση από την δόμηση αντιστοίχου τμήματος του οικοπέδου στην ανατολική πλευρά του, προς την οδό ..., ενώ ο υπόλοιπος χώρος Βα του οικοπέδου παρέμεινε ακάλυπτος, 2) ότι η ανέγερση του κτιρίου στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου έγινε από την εναγομένη με την .../1974 άδεια της Πολεοδομίας Πειραιώς, στην συνέχεια δε η εναγομένη, με την υπ' αριθμ. .../1991 άδεια της Πολεοδομίας Αργυρούπολης, επεξέτεινε το υπόγειο, εμβαδού 21,60 τ.μ.
κατά την συστατική πράξη των οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά 106,56 τ.μ., ήτοι το υπόγειο δομήθηκε με συνολικό εμβαδόν 128,16 τ.μ., 3) ότι η εναγόμενη, με την τοποθέτηση της οικοδομής της εντός του οικοπέδου με τον τρόπο που ήδη αναφέρθηκε, κατέλαβε, από τον, συνολικού εμβαδού 117,15 τ.μ., ακάλυπτο χώρο Βα του οικοπέδου, τμήμα αυτού που έχει εμβαδόν 29,4 τ.μ., με την κατασκευή εξώστη, την επέκταση του εξώστη και την κατασκευή ράμπας καθόδου στο υπόγειο, 4) ότι οι ενάγουσες με την από 15.6.1993 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο χώρος του υπογείου του κτιρίου που ανήγειρε αυτή, ως προς το υπερβάλλον εμβαδόν του των 96,96 τ.μ., μετά την επέκτασή του από την τελευταία, είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος και να διαταχθεί η αποβολή της από τον χώρο αυτό, να αναγνωρισθεί ότι είναι κοινόκτητος και κοινόχρηστος χώρος ο χώρος του οικοπέδου ο οποίος βρίσκεται κατά μήκος της εξωτερικής πλαϊνής πλευράς του κτίσματος της εναγομένης, ο οποίος έχει περιφραχθεί με κάγκελα αυθαιρέτως και παρανόμως από αυτή, ενώ με την συμπληρωματική από 14.9.1993 αγωγή τους ενώπιον του αυτού δικαστηρίου, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη έχει καταλάβει στον χώρο σταθμεύσεως αυτοκινήτων, πλάτους 5,40 μ., λωρίδα πλάτους 2,55 μ.
και μήκους 7 μ., να αναγνωρισθεί ότι αυτή κατασκεύασε εξώστες στον χώρο σταθμεύσεως, μήκους 7 μ., να υποχρεωθεί να τους καθαιρέσει και να της απαγορευθεί του λοιπού κάθε διατάραξη, 5) ότι επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 602/1996 οριστική και τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία η μεν δεύτερη από τις ως άνω αγωγές απορρίφθηκε ως αόριστη, η δε πρώτη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίσθηκε ότι ο ανωτέρω χώρος του υπογείου, εμβαδού 96,96 τ.μ., είναι κοινόχρηστος, αναγνωρίσθηκε επίσης ότι είναι κοινόχρηστη η (προς το βα του κοινού οικοπέδου ακάλυπτο τμήμα και σε επαφή με την διακεκριμένη ιδιοκτησία της εναγομένης) εξωτερική εδαφική λωρίδα, εμβαδού 6,60 τ.μ.
από την πρασιά και 2,47 τ.μ. από το Βα ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου και συνολικά εμβαδού 9,07 τ.μ. και υποχρέωσε την εναγομένη να επαναφέρει τους χώρους αυτούς στην κοινή χρήση της συνιδιοκτησίας, 6) ότι με την ως άνω απόφαση δεν κρίθηκε το κοινόκτητο και κοινόχρηστο ολόκληρου του χώρου σταθμεύσεως, αλλά του ως άνω τμήματος αυτού, εμβαδού 9,07 τ.μ., 7) ότι οι ενάγουσες, στην συνέχεια, άσκησαν κατά της εναγομένης την από 7.12.1998 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των ως άνω χώρων που κατέλαβε η εναγομένη κατά την ανέγερση της οικοδομής της, εμβαδού, κατά την αγωγή, 7,81, 8,45, 5,17 και 9,95 τ.μ., καθώς επίσης και ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των αναφερομένων στην αγωγή χώρων που κατέλαβε, εμβαδού 5,10, 4,29, 10,35 τ.μ.
και να υποχρεωθεί αυτή να τους επαναφέρει στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών, 8) ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1195/2000 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ότι είναι κοινόχρηστος χώρος μόνο η επικλινής κάθοδος (ράμπα) εμβαδού 5,17 τ.μ. προς εξυπηρέτηση του υπογείου της οικοδομής της εναγομένης, ενώ κατά τα λοιπά η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, 9) ότι με την ένδικη αγωγή συνομολογείται ότι η εναγομένη κάνει αποκλειστική χρήση του ακαλύπτου χώρου Βα του οικοπέδου από το έτος 1991, υπό τα όμματα των εναγουσών και χωρίς να λάβει χώρα διαμαρτυρία εκ μέρους τους, 10) ότι οι ενάγουσες στις τρεις προγενέστερες αγωγές τους δεν διατυπώνουν αίτημα να αναγνωρισθεί ως κοινόχρηστος ο χώρος σταθμεύσεως βα του κτιρίου της εναγομένης εμβαδού 87,75 τ.μ., μάλιστα, στην από 14.9.1993 συμπληρωματική αγωγή τους, αναφέρουν μεν στην ιστορική της βάση ότι η εναγομένη έχει περιφράξει παρανόμως και αυθαιρέτως τον εναπομείναντα χώρο του parking, αποκλείουσα την πρόσβασή τους σε αυτές, πλην στο αιτητικό της αγωγής δεν έχουν αίτημα αναγνωρίσεως ως κοινοχρήστου του χώρου αυτού, αλλά λωρίδας, πλάτους 2,55 μ.
και μήκους 7 μ., αφού άλλωστε ο χώρος του parking, όπως στην ίδια αγωγή εκθέτουν οι ενάγουσες, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό του, λόγω του ότι η εναγομένη έχει κατασκευάσει εξώστες μήκους 7 μέτρων, οι οποίοι καταλαμβάνουν τον χώρο αυτό και καθιστούν αδύνατη την χρήση του ως χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων και 11) ότι, εν όψει του ότι η εναγομένη χρησιμοποιεί συνεχώς και αδιαλείπτως τον χώρο αυτό αποκλειστικά από το έτος 1991, πριν ακόμη ολοκληρώσει την ανέγερση των οριζοντίων ιδιοκτησιών της και αφού οι διάδικοι ήδη από το έτος 1974 είχαν συμφωνήσει για την θέση του κτιρίου της εντός του οικοπέδου, τη μετάθεσή του δηλαδή προς το βόρειο όριο του οικοπέδου, του γεγονότος ότι οι ενάγουσες για την είσοδό τους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους χρησιμοποιούν δύο εισόδους από τις οδούς ...
και ..., μεταξύ δε της οριογραμμής του οικοπέδου προς τις οδούς αυτές και του κτιρίου στο οποίο βρίσκονται τα διαμερίσματά τους παρεμβάλλονται δύο προκήπια αντιστοίχως, πλάτους 6 μέτρων το καθένα, τα οποία χρησιμοποιούν αποκλειστικά (πλην της εισόδου στο κοινό κλιμακοστάσιο από την οδό ...), του γεγονότος ότι οι ενάγουσες συνομολογούν ότι ο ακάλυπτος χώρος Βα της ιδιοκτησίας της εναγομένης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων, της μακρόχρονης αδρανείας των εναγουσών (επί σχεδόν 20 έτη) να ασκήσουν τις ένδικες αξιώσεις τους, αναφορικώς με τον ακάλυπτο χώρο Βα του κτιρίου της εναγομένης εμβαδού 87,75 τ.μ., δημιουργήθηκε στην εναγομένη η πεποίθηση ότι οι ενάγουσες δεν θα προβάλλουν εναντίον της το δικαίωμα που προβάλλουν με την ένδικη αγωγή τους, και, συνακόλουθα, η άσκηση αυτού υπερβαίνει προφανώς τα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών του άρθρου 281 ΑΚ.
Από την προπαρατεθείσα, ανελέγκτως δεκτή γενόμενη, πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα από την έναρξη της ανέγερσης της οικοδομής της αναιρεσίβλητης, κατά το έτος 1974 (οπότε συμφωνήθηκε η μετάθεση αυτής προς το βόρειο όριο του οικοπέδου, με ταυτόχρονη απελευθέρωση από τη δόμηση αντίστοιχου τμήματος του οικοπέδου στην ανατολική πλευρά του), σε κάθε δε περίπτωση από το έτος 1991 (οπότε η εναγομένη άρχισε να κάνει αποκλειστική χρήση του ακαλύπτου χώρου Βα του οικοπέδου), μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (το έτος 2021), καθίσταται μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η μεταγενέστερη άσκηση του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και ως προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως, που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την αναιρεσίβλητη.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 1 του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία εφάρμοσε ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον, όπως ισχυρίζονται, στήριξε την καταχρηστικότητα του ασκηθέντος από αυτές με την ένδικη αγωγή δικαιώματος μόνο στη μακροχρόνια αδράνειά τους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι ούτε οι παραδοχές της προσβαλλόμενης α) ότι οι ίδιες (αναιρεσείουσες), για την είσοδό τους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, χρησιμοποιούν δύο εισόδους από τις οδούς ... και ..., μεταξύ δε της οριογραμμής του οικοπέδου προς τις οδούς αυτές και του κτιρίου στο οποίο ευρίσκονται τα διαμερίσματά τους παρεμβάλλονται δύο προκήπια, πλάτους, αντιστοίχως, έξι (6) μέτρων το καθένα, τα οποία χρησιμοποιούν αποκλειστικά (πλην της εισόδου στο κοινό κλιμακοστάσιο από την οδό ...) και β) ότι οι ίδιες συνομολογούν ότι ο ακάλυπτος χώρος της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων, αφού η τελευταία έχει κατασκευάσει εξώστες μήκους επτά (7) μέτρων, οι οποίοι καταλαμβάνουν το χώρο αυτό και καθιστούν αδύνατη τη χρήση του ως χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων, είναι επαρκείς για να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.
Η αιτίαση αυτή, πέραν του απαραδέκτου της, αφού με αυτή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς της στο άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι τα εν λόγω περιστατικά, σε συνδυασμό με τα λοιπά, ανελέγκτως αναιρετικώς, δεκτά γενόμενα, όπως αυτά παρατίθενται ανωτέρω, είναι επαρκή για να θεμελιώσουν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 του Α.Κ., όπως αυτή αναλύεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση, είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, στις οποίες διαλαμβάνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 23/2008, Α.Π. 1016/2017 Α.Π. 353/2011, Α.Π. 239/2004).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 352 Κ.Πολ.Δ., η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται αποκλειστικά κατά το διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε ρητή δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη.
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο που έγινε η ομολογία (Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 719/2020, Α.Π. 450/2019). Εξάλλου, ο έλεγχος της υπάρξεως ή μη δικαστικής ομολογίας στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 του Κ.Πολ.Δ. αφορά, κατ' αρχήν, ομολογία, η οποία αποτελεί παραδοχή ενός γεγονότος κρίσιμου και γίνεται με μονομερή δήλωση, που απευθύνεται προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του (Α.Π. 1208/2021, Α.Π. 1215/2019, Α.Π. 677/2019, Α.Π. 450/2019).
Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας.
Συνεπώς, η ομολογία, που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 719/2020, Α.Π. 365/2017, Α.Π. 159/2010).
Κατά το άρθρο δε 261 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ. "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του, ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ενστάσεως, είναι η μη αμφισβήτηση του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως, αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο τρόπος ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή η ευχέρεια να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων.
Μόνο δε εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση του κρίσιμου ισχυρισμού, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία αυτού, υποπίπτει τούτο στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, δηλαδή εκείνη της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεως που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 450/2019, ΑΠ 376/2019, ΑΠ 1720/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμό 11 περ. β'του Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την παραδοχή ότι οι ίδιες έχουν ομολογήσει ότι "....... ο ακάλυπτος χώρος της ιδιοκτησίας της εναγομένης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος σταθμεύσεως αυτοκινήτων διότι η εναγομένη έχει κατασκευάσει εξώστες μήκους επτά (7) μέτρων, οι οποίοι καταλαμβάνουν τον χώρο αυτό και καθιστούν αδύνατη τη χρήση του ως χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτου.....", έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας, παρότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλέστηκε, ούτε πρωτοδίκως, ούτε κατ' έφεση, προς απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού της αυτού, το αποδεικτικό αυτό μέσο (της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας).
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι το ως άνω περιστατικό, το οποίο επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη (όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων αυτής), μεταξύ άλλων, για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της περί καταχρηστικότητας του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, κρίθηκε από το Εφετείο ότι συνομολογείται, κατ' άρθρο 261 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ., από τις αναιρεσείουσες, οι οποίες, όχι μόνο δεν το αμφισβήτησαν ειδικά, αλλά το ανέφεραν και οι ίδιες στο δικόγραφο της αγωγής τους, προς στήριξη της ιστορικής της αιτίας, η κρίση δε αυτή του ως άνω δικαστηρίου δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των πραγμάτων, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Σε κάθε περίπτωση, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε το ως άνω περιστατικό πλήρως αποδεδειγμένο λόγω της δικαστικής ομολογίας των αναιρεσειουσών, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ενόψει του ότι το αποδεικτικό μέσο της ομολογίας, κατά τα αναφερθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ' άρθρο 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
και δεν απαιτείται η επίκλησή του από τον αντίδικο του ομολογήσαντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.11.2019 και με αριθμό καταθέσεως 10801/1046/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5076/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ