Legislator Case Law & Legislation
1441/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on irrelevant evidence but remands partial salary award for further determination.

Case Number 1441/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal regarding the admissibility of documents proving salary extensions due to official leave, deeming them irrelevant to the final judgment. While the court rejected the argument that these documents proved a legal right to increased wages, it acknowledged a procedural error in the lower court's calculation of the specific period from January 1, 2008, to September 30, 2008. Consequently, the decision was partially overturned to remand this specific portion of the case for a new calculation of the owed amount.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 22(1) of Law 3693/1957; Evidence irrelevant to the final judgment does not constitute a ground for cassation, yet a clear error in calculating specific salary periods for official leave mandates remand for recalculation.

Keywords

AI generated
cassation appeal irrelevant evidence salary calculation official leave remand for recalculation public service wages procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1441 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1441/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Α)Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ι. Δ. του Π., 2) Ε. Μ. του Ε., 3) Μ. Μ. Ν., 4) Κ. Μ. του Α., 5)Α. Μ. του Ι., 6) Α.-Λ. Π. του Μ., 7) Χ. Λ. του Θ., 8) Β. Κ. του Σ., 9) Μ. Φ. του Β., 10) Ε. Β. του Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Δ. του Π., 2) Ε. Μ. του Ε., 3) Μ. Μ. Ν., 4) Κ. Μ. του Α., 5)Α. Μ. του Ι., 6) Α.-Λ. Π. του Μ., 7) Χ. Λ. του Θ., 8) Β. Κ. του Σ., 9) Μ. Φ. του Β., 10) Ε. Β. του Ν., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευάγγελου Μπέη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Αγγελικής Αναστοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-9-2010 αγωγή των ήδη Α αναιρεσίβλητων- Β αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1301/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2744/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον με την από 9-10-2017 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 21-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Β αναιρεσειόντων την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1 .Υπόκεινται προς κρίση η από 21-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 6678/625/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Ι. Δ. και λοιπών (δέκα συνολικά) και η από 9-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 7260/676/2017 αίτηση αναίρεσης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου κατά της 2744/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 1301/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 16-9-2010 αγωγής, που κατατέθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με αριθμό 160068/5344/2010. Οι ως άνω αντίθετες αιτήσεις, που στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται

μείωση των εξόδων.

2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.ΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). 3.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας (ΑΠ653/2019, ΑΠ513/2019). Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017,ΑΠ260/2012).

3. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 16-9-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες) εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμβάσεων δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και των εναγομένων, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού- ΟΑΕΔ (ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η αγωγή και δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη) και Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου), απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου υπαγόμενες στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Εισαγγελία και Δικαστήρια), στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας χρηματοδοτούμενου από τον ΟΑΕΔ, με τις ειδικότητες και κατά τα χρονικά διαστήματα που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήσαν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι, κατά τη λήξη τους, οι συμβάσεις παρατάθηκαν για χρονικό διάστημα 18 μηνών, μετά παρέλευση του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν 1) να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς ,πλην της 8ης εξ αυτών, συνδέεται με τους εναγομένους με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας, επικουρικά να αναγνωριστεί ότι για καθένα από αυτούς υφίσταται έναντι των εναγομένων σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ειδικά δε για την 8η εξ αυτών να αναγνωρισθεί πως υφίστατο έναντι των εναγομένων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε δια της οικειοθελούς αποχώρησής της. 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται τις υπηρεσίες τους στις θέσεις που απασχολήθηκαν μέχρι την άκυρη απόλυσή τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής τους, 3) επικουρικώς να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά ως αποζημίωση, λόγω σιωπηρής καταγγελίας των συμβάσεών τους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, 4) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας, που έπρεπε να είχαν καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους στον κάθε ενάγοντα, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλαν, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχαν καταρτίσει, με βάση, κυρίως, τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, άλλως, τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης καθώς και της αδικοπραξίας ή, όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι ενάγοντες προέβησαν σε νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 1301/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε στο σύνολο της η αγωγή ως προς όλες τις βάσεις της, κύρια και επικουρικές ως μη νόμιμη.

Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες- αναιρεσείβλητοι) άσκησαν έφεση, κατά τη συζήτηση της οποίας οι ενάγοντες-εκκαλούντες παραιτήθηκαν από τα αιτήματα να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεών τους, καθώς και να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις τους ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ζήτησαν να αναγνωρισθούν ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις ,εργασίας ορισμένου χρόνου και , τέλος, παραιτήθηκαν από το αίτημά τους να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποδέχονται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους με την καταβολή των νομίμων αποδοχών τους.

Επί της εφέσεως, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2744/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 13-5-2014 έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων- αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή μόνο ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον-αναιρεσείβλητο ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έγινε δεκτή η από 13-5-2014 έφεση των εναγόντων, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, όπως περιορίσθηκε, απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΙΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)", έγινε εν μέρει δεκτή ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως και κατ' ουσία βάσιμη κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών μεταξύ αυτών που τους καταβλήθηκαν και όσων θα υποχρεούτο το δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει σε άλλους εργαζόμενους που θα απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όσον δε αφορά τα αιτούμενα επιδόματα εορτών και άδειας που ανάγονται στο ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008, 2009 και 2010 σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις που τα προβλέπουν, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις όλων των εναγόντων που ανάγονται στο έτος 2007 η αγωγή απορρίφθηκε λόγω διετούς παραγραφής.

5.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 2744/2016 απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυνάμει των από 1-6- 2007, 1-6-2007, 1-4-2007, 1-6-2007 1-3-2007, 1-3-2007,11-6-2007, 1-3-2007, 20-2-2007 και 27-6-2007, αντίστοιχα, συμφωνητικών συνεργασίας που καταρτίστηκαν μεταξύ του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) αφενός και καθεμιάς από τις ενάγουσες αφετέρου, στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ (stage) οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προσφέροντας τις υπηρεσίες τους στις υπηρεσίες που αναφέρονται στις συμβάσεις, ως "Φορέας Υλοποίησης" ως διοικητικοί υπάλληλοι και συγκεκριμένα στις ειδικότητες - ΔΕ η 11, 2 η , 3 η, ΤΕ η 4η, ΔΕ η 5η, ΠΕ η 6 η, ο 7ος, ΠΕ η 8η, ΔΕ η 9 η και ΤΕ η 10 η, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, με ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά ώρες την ημέρα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή.

Η διάρκεια των συμφωνητικών ορίστηκε δεκαοκτάμηνη και συγκεκριμένα για την 1η από 1-6-2007 έως 30-11-2008, για την 2η από 1-6-2007 έως 30-11-2008, για την 3η από 1-4-2007 έως 30-9-2008, για την 4η από 1-6-2007 έως 30-112008, για την 5η από 1-3-2007 έως 31-8-2008, για την 6η από 1-3-2007 έως 31-8-2008, για τον 7o από 11-6-2007 έως 10-12-2008, για την 8η από 1-3-2007 έως 31-8-2008, για την 9η από 20-2-2007 έως 19-8-2008 και για την 10η από 27-6-2007 έως 31-1-2009.

Με τη λήξη της πρώτης σύμβασης για την καθεμιά ακολούθησαν νεώτερα συμφωνητικά, με τα οποία επαναπροσλήφθηκαν στον ίδιο φορέα του εναγομένου με τους ίδιους όρους και συμφωνίες για να απασχοληθούν, η 1η ενάγουσα από 1-1-2009 έως 30-6-2010, η 2η από 1-1-2009 έως 30-6-2010, η 3η από 1-1-2009 έως 30-6-2010, η 4η από 19-1-2009 έως 18-7-2010, η 5η από 17-2-2009 έως 17-8-2010, η 6η από 1-1-2009 έως 30-6-2010, ο 7ος από 19-2-2009 έως 18-8-2010, η 8η από 1-1-2009 έως 30-6-2010, η 9η από 12-1-2009 έως 11-7-2010 και η 10η από 18-5-2009 έως 18-11- 2010.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι παρά τα αναγραφόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, ότι, δηλαδή, σκοπός ήταν η απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στο εναγόμενο και μάλιστα στους παρακάτω φορείς, καθόσον όλοι οι ενάγοντες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν και οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελούσαν δε υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου σε σχέση με τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής της εργασίας τους.

Ειδικότερα οι ενάγοντες μετέβαιναν καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή στις υπηρεσίες του εναγομένου και παρείχαν εργασία με πλήρες ωράριο, υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων της εκάστοτε υπηρεσίας του εναγομένου. Η πρώτη εργάσθηκε στη γραμματεία του πολιτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Σερρών και μάλιστα στο ποινικό τμήμα για τη σύνταξη δελτίων ποινικού μητρώου και σχετικών δελτίων καταδικασθέντων, στην αρχειοθέτηση δικογραφιών και αποφάσεων, στη διεκπεραίωση αποφάσεων του Μονομελούς και Τριμελούς, στη δημοσίευση έδρας Μονομελούς και Τριμελούς, στην ηλεκτρονική σάρωση κατηγορητηρίων και στην εξυπηρέτηση πολιτών και δικηγόρων από το αρχείο.

Η δεύτερη εργάστηκε στην γραμματεία του πολιτικού τμήματος του Πρωτοδικείου Σερρών και μάλιστα στην σφράγιση αντιγράφων των κατατεθειμένων αγωγών, στην εγγραφή των αγωγών Μονομελούς και Πολυμελούς στα πινάκια, στην καρτελοποίηση αγωγών και στην ηλεκτρονική τους καταχώριση, φωτοτύπιση εγγράφων, ευρετηρίαση δηλώσεων αποδοχής ή αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος.

Η τρίτη εργάστηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Σερρών και μάλιστα στη σύνταξη πινακίων, καταγραφή πρακτικών των δικασίμων στον Η/Υ, ενημέρωση βιβλίου εισηγητών, επίδοση επικυρωμένων αντιγράφων, ευρετηρίαση δηλώσεων αποδοχής ή αποποίησης κληρονομικού δικαιώματος. Η τετάρτη εργάστηκε στην Γραμματεία της Εισαγγελίας του Πρωτοδικείου Σερρών και μάλιστα στη σύνταξη κλήσεων κατηγορουμένων και μαρτύρων Μονομελούς και μεταβατικών και αυτοφώρων, φωτοτύπιση δικογραφιών και λοιπών εγγράφων, εξυπηρέτηση πολιτών και δικηγόρων, διεκπεραίωση της αλληλογραφίας.

Η πέμπτη εργάστηκε στο τμήμα ασφαλιστικών, διαθηκών και γραμματείας του ποινικού τμήματος και μάλιστα στη σφράγιση αντιγράφων αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, σύνταξη καρτέλας για τα κατατιθεμένα ασφαλιστικά μέτρα, τήρηση των βιβλίων εισηγητών ασφαλιστικών μέτρων και χρέωσης και καθαρογραφής αποφάσεων ασφαλιστικών, με την 2 η δε ως άνω σύμβαση εργάστηκε μέχρι το Δεκέμβριο 2009 στο τμήμα των διαθηκών - εταιριών και μάλιστα στην ευρετηρίαση των διαθηκών, τήρηση βιβλίου-αποδοχών- αποποιήσεων, σφράγιση αντιγράφων διαθηκών, καταστατικών εταιριών και σωματείων, διεκπεραίωση αλληλογραφίας και φωτοτύπιση εγγράφων.

Τέλος το 2010 εργάστηκε στη γραμματεία του ποινικού τμήματος και μάλιστα στην τήρηση πρωτοκόλλου, σύνταξη αποσπασμάτων αποφάσεων διεκπεραίωση αναβλητικών και ερήμην δικογραφιών, τήρηση του βιβλίου χρέωσης των προς καθαρογραφή αποφάσεων. Η 6η εργάστηκε στο τμήμα Πολυμελούς τακτικής, στη θέση της δακτυλογράφου στο Πρωτοδικείο Σερρών και μάλιστα στην καθαρογραφή όλων των πολιτικών αποφάσεων, βοηθώντας σε τρέχουσες εργασίες, δηλαδή στην εγγραφή των αγωγών στα πινάκια, εγγραφή δικασίμων στο βιβλίο εισηγητών, δημοσίευση αποφάσεων Πολυμελούς, κατάθεση προτάσεων στο Πολυμελές, εξυπηρέτηση δικηγόρων και πολιτών, σφράγιση αποφάσεων και προτάσεων Πολυμελούς.

Ο 7ος εργάστηκε στο τμήμα προανάκρισης του Πταισματοδικείου Σερρών και μάλιστα στην γραμματεία για την ηλεκτρονική αρχειοθέτηση δικογραφιών, τήρηση ηλεκτρονικού πρωτοκόλλου εγγράφων, σύνταξη κλήσεων μαρτύρων και κατηγορουμένων, τακτοποίηση εγγράφων στο αρχείο, σύνταξη χρηματικών καταλόγων και φωτοτύπιση εγγράφων.

Η 8η εργάστηκε στο Πρωτοδικείο Σερρών στην καρτελοποίηση αγωγών με χρήση Η/Υ, στην έκδοση πιστοποιητικών με χρήση Η/Υ, παραλαβή αγωγών, συμπλήρωση καρτέλας με τα στοιχεία της αγωγής, σφράγιση αντιγράφων, σύνταξη πινακίων, ενημέρωση βιβλίων εισηγητών και δημοσιεύσεων, διάλυση δικογραφιών, φωτοτύπιση αντιγράφων, δηλώσεων αποδοχής και αποποίησης κληρονομιάς, σύνταξη πινακίων στο τμήμα Μονομελούς τακτικής και ειδικής διαδικασίας καθώς και την καθαρογραφή αποφάσεων.

Η 9η εργάσθηκε στη Γραμματεία της Εισαγγελίας του Πρωτοδικείου Σερρών και μάλιστα στην σύνταξη κλήσεων κατηγορουμένων, μαρτύρων και αντικλήτων Τριμελούς, σύνταξη εκθεμάτων Τριμελούς και αυτοφώρων, συμπλήρωση ποινικών μητρώων, φωτοτύπιση δικογραφιών και λοιπών εγγράφων, εξυπηρέτηση πολιτών και δικηγόρων.

Η 10η εργάστηκε στην Γραμματεία του Διοικητικού Πρωτοδικείου, στην καθαρογραφή των αποφάσεων, ενημέρωση των βιβλίων εισηγητών, ταξινόμηση πρακτικών και αποφάσεων, φωτοτύπιση εγγράφων, τήρηση αρχείου αποφάσεων, παραλαβή εγγράφων για τις υπό συζήτηση υποθέσεις .Από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των ως άνω καθηκόντων τους σε συνδυασμό με το χρόνο διάρκειας αυτών συνάγεται ότι οι ενάγουσες δεν ήταν μαθητευόμενες αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που είχε ανάγκη τις συγκεκριμένες υπηρεσίες τους στις παραπάνω υπηρεσίες που υπάγονταν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ.

και τις σχετικές βεβαιώσεις των αρμοδίων υπηρεσιών). Όμως ανεξάρτητα αν οι ενάγουσες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι παραπάνω συμβάσεις τους δεν είναι και δεν μπορούν να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, καθόσον κάτι τέτοιο προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων του ΑΚ, του ΠΔ 164/2004 και 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος και 21 του Ν. 2190/1994.

Εξάλλου, όσον αφορά την έμμεση αναγνώριση υπάρξεως σχέσης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν συντρέχουν, όπως προαναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του ΠΔ 164/2004. Το εναγόμενο, επομένως, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων δεν έχει τη δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ.

Ως εκ τούτου οι ενάγοντες παρείχαν υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας και το εναγόμενο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια που αποκόμισε από την αποδοχή και αξιοποίηση της εργασίας τους με την μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και που ισούται με τη διαφορά μεταξύ αποδοχών που κατέβαλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό μισθολογικό κλιμάκιο χωρίς προϋπηρεσία και οικογενειακή κατάσταση, χωρίς το επίδομα που αναφέρεται ως κίνητρο παραγωγικότητας και χωρίς την ειδική παροχή των 176 ευρώ, κατά τα προαναφερθέντα, και των αποδοχών που ελάμβαναν με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας (άρθρο 904 ΑΚ).

Συνεπώς αυτές δικαιούται το βασικό μισό, επίδομα ειδικών συνθηκών και την ειδική αποζημίωση του Ειδικού Διανεμητικού Λογαριασμού, η οποία καταβαλλόταν στους τακτικούς δικαστικούς υπαλλήλους έως και τον Οκτώβριο του 2011 (βλ .το με αρ.πρωτ..../5-10-2010 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Γ Διεύθυνσης Οικονομικού - Τμήματος Μισθοδοσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που προσκομίζει μετ' επικλήσεως το εναγόμενο). Επιπλέον οι ενάγουσες δικαιούνται τα επιδόματα εορτών και αδείας απευθείας από το νόμο, όπως προεκτέθηκε. Ως προς το αίτημα περί επιδικάσεως στις ενάγουσες αποζημίωσης απόλυσης η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, μετά τον γενόμενο ως άνω περιορισμό της στην αναγνώριση των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, χωρίς την επίκληση καταγγελίας πριν από τη λήξη τους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω οι έκτη και όγδοη ενάγουσες που ήταν του κλάδου Π Ε έπρεπε να λάβουν: Α) η έκτη ενάγουσα: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 έως 31-8-2008 και λαμβανομένου υπόψη ότι οι αποδοχές των διοικητικών υπαλλήλων του κλάδου ΠΕ που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου που υπάγονταν στο εισαγωγικό (18ο) μισθολογικό κλιμάκιο ανέρχονταν μηνιαίως σε 966 ευρώ, έπρεπε να λάβει από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008 το ποσό των 1.685 ευρώ (966 ευρώ βασικός μισθός +185 ευρώ για επίδομα ειδικών συνθηκών + 534 ευρώ για αποζημίωση ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.685 ευρώ) Χ 8 μήνες = 13.480 ευρώ.

Για το ίδιο έτος έπρεπε να λάβει για επίδομα Πάσχα το ποσόν των 362,25 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσόν των 483 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων το ποσόν των 724,5 ευρώ και συνολικά για το έτος 2008 έπρεπε να λάβει το ποσόν των15.049,75 ευρώ. Έλαβε για το αντίστοιχο διάστημα το ποσόν των 5.275,36 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά ποσού 9.774,39 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή 1-1-2009 μέχρι 31-12- 2009, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς έπρεπε να λάβει για μηνιαίες αποδοχές το ποσό των (1.685 Χ 12 μήνες =) 20.220 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 483 ευρώ, για επίδομα αδείας 483 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 966 ευρώ και συνολικά το ποσό των 22.152 ευρώ.

Έλαβε για το αντίστοιχο διάστημα το ποσό των 5.997,24 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 16.154,76 € γ) για το έτος 2010 έπρεπε να λάβει από 1-1-2010 μέχρι 30-6-2010 για μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (966 βασ. μισθός+ 185 επ. ειδ .συνθ +469,92 για αποζημ. ειδικού διανεμητικού Λογαριασμού= 1.620,92χ6 μήνες=9.725,52 ευρώ για επίδομα Πάσχα 483 ευρώ και για επίδομα αδείας 483 ευρώ, για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 362,25 ευρώ και συνολικά για το έτος 2010 έπρεπε να λάβει 11.053,77, έλαβε για το αντίστοιχο διάστημα το ποσόν των 3.359,56 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 7.694,21 ευρώ.

Β) Η όγδοη ενάγουσα: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς, έπρεπε να λάβει το ποσό των (966 ευρώ βασ. μισθός + 185 ευρώ επίδ. ειδικών συνθηκών + 534 ευρώ για αποζημίωση ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.685 ευρώ) Χ 8 μήνες = 13.480 ευρώ. Για το ίδιο έτος έπρεπε να λάβει για επίδομα Πάσχα το ποσόν των 483 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσόν των 483 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 966 ευρώ και συνολικά για το έτος 2008 έπρεπε να λάβει συνολικά 15.412 ευρώ, έλαβε για το αντίστοιχο διάστημα 4.553,76 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά ποσού 10.858,24, β) για το έτος 2009, δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009, κατά τους ίδιους ως άνω υπολογισμούς, έπρεπε να λάβει το ποσόν των (966 ευρώ βασ.

μισθός + 185 ευρώ για επιδ. ειδ. συνθηκών + 534 ευρώ αποζ. ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.685 ευρώ) Χ 12 μήνες =) 20.220 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 483 ευρώ, για επίδομα αδείας 483 και για επίδομα Χριστουγέννων 966 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 22.152 ευρώ, έλαβε για το αντίστοιχο διάστημα το ποσόν των 6.941, 25 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά ποσού 15.210,75 ευρώ, γ) για το έτος 2010 έπρεπε να λάβει από 1-1-2010 μέχρι 30-6- 2010 το ποσόν των (966 ευρώ βασ.

μισθός + 185 ευρώ επιδ. ειδ. συνθ. + 469,92 ευρώ αποζημ. ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.620,92 ευρώ Χ 6 μήνες = 9.725,52 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 483 ευρώ, για επίδομα αδείας 483 ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 362,25 ευρώ και συνολικά για το έτος 2010 έπρεπε να λάβει 11.053,77 ευρώ, έλαβε δε 3.359,56 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά ποσού 7.694,21 ευρώ.

Οι πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έβδομος και ένατη ενάγουσες που ήταν του κλάδου ΔΕ έπρεπε να λάβουν: Γ) η πρώτη ενάγουσα α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 30-11-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσό των (814 ευρώ β,μ, + 185 ευρώ επίδ, συνθ, + 522 ευρώ αποζ. ειδικού διανεμητικού λογαριασμού. - 1.521 ευρώ Χ 11 μήνες =16.731 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 447,70 ευρύ , και συνολικά το ποσό των 17.992,7 ευρώ, έλαβε για το ίδιο διάστημα το ποσόν των 5.599,28 ευρώ και επομένως δικαιούται τη διαφορά ποσού 12.393,49 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 έπρεπε να λάβει το ποσόν των (814 βμ + 185 επίδ.

ειδ. συνθ. + 522 αποζ. ειδ. διανεμητικού λογαριασμού = 1.521 ευρώ Χ 12 μήνες =) 18.252 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 814 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ και συνολικά 19.880 ευρώ, έλαβε δε 5.020,83 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των 14.859,17, γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 30-6-2010 έπρεπε να λάβε;

το ποσό των (814 β.μ. + 185 επίδ. ειδ. συνθ. + 522 αποζ. ειδικού διανεμητ. λογαρ. = 1.521 ευρώ Χ 6 μήνες =) 9.126, για επίδομα Πάσχα το ποσό των 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 390,72 ευρώ και συνολικά 10.330,72 ευρώ, έλαβε δε 2.799,63 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 7.531,09 ευρώ. Δ) Η δεύτερη ενάγουσα (ΔΕ) έπρεπε να λάβει:

α) για το έτος 2008 δηλ. από 1-1-2008 μέχρι 30-11-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (814 β.μ. + 185 επίδ. ειδ. συνθ. + 522 αποζ. ειδ. διανεμητικού λογ. - 1.521 ευρώ Χ 11 μήνες =) 16.731 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 814 ευρώ και συνολικά 18.359 ευρώ, έλαβε για το ίδιο διάστημα 5.981,82 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο ποσό από 12.377,18 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 έπρεπε να λάβει το ποσό των (814 β.μ + 185 επίδ.

ειδ. συνθ. + 522 αποζ. ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.521 ευρώ Χ 12 μήνες =) 18.252 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 305,25 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 814 ευρύ, για επίδομα αδείας 340 ευρώ και συνολικά 19.711,25 ευρώ, έλαβε 5.113,30 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 14.597,95 ευρώ γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 30-6-2010, έπρεπε να λάβει το ποσό των (814 β.μ. + 185 επίδ.

ειδ. συνθ. + 522 αποζημ. ειδ. διανεμητικού λογαρ. = 1.521 ευρώ Χ 6 μήνες =) 9.126 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 508,75 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 10.448,75 ευρώ. Ε) Η τρίτη ενάγουσα (ΔΕ) έπρεπε να λάβει: α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 30-9-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσό των (814 β.μ.+185 επίδ.

Ειδ'συνθ.+522 αποζ. ειδ. Διανεμητικού λογαριασμού=1521 ευρώχ9 μήνες=13.689 ευρώ) για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα άδειας 407, για επίδομα Χριστουγέννων 399,87 ευρώ και συνολικά 14.902,87 ευρώ, έλαβε το ποσό των 4.997,70 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά του ποσού των 9.905,17 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 1-1-2009 μέχρι 31-12-2009 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (847 β.μ + 185 επιδ.

ειδ. συνθ. + 522 αποζ. ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.554 ευρώ Χ 12 μήνες =) 18.648 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 105,87 ευρώ, για επίδομα αδείας 211 ευρώ, επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 19.812,62 ευρώ, έλαβε δε 4.858,88 ευρώ και δικαιούται το ποσόν των 14.953,74 ευρώ και γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 έως 31-7- 2010 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (847 β.μ + 185 επίδ.

ειδ. συνθ + 459,36 αποζημ. ειδικού διανεμητικού λογαριασμού = 1.491 ευρώ Χ 7 μήνες =) 10.439,52 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,5 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,5 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 741,12 ευρώ και συνολικά 12.027,64 ευρώ, έλαβε δε 2.799,63 ευρώ και δικαιούται υπόλοιπο το ποσόν των 9.228,01 ευρώ. ΣΤ) Η πέμπτη ενάγουσα (ΔΕ) έπρεπε να λάβει α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 31-8-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (814 β.μ. + 185 επίδ.

ειδ. συνθ. + 522 αποζημ. διανεμ- Λογ. = 1.521 ευρώ Χ 8 μήνες =) 12.168 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 688,15 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 13.670,15 ευρώ, έλαβε δε 5.159,67 ευρώ, δικαιούται το υπόλοιπο από 8.510,48 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 17-2-2009 έως 31-12-2009 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (847 ευρώ + 185 + 522 = 1.554 ευρώ Χ 10 μήνες και 13 ημέρες =) 16.214,4 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,5 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,5 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και συνολικά 17.908,4 ευρώ, έλαβε 4.488,68 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 13.419,72 ευρώ, γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 17-8-2010 για διαφορές μισθών το ποσόν των (847 + 185 + 439,56 = 1.491,36 ευρώ Χ 7 μήνες 17 ημέρες 11.284,62 ευρώ, έλαβε δε 3.586,31 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο από 7.698,31 ευρώ, Ζ) Ο έβδομος ενάγων (ΔΕ) έπρεπε να λάβει:

α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 10-12-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (814 β.μ +185+52=1521 ευρώχ11 μήνες και 10 ημέρες=)17.238 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ και επίδομα Χριστουγέννων 814 ευρώ και συνολικά 18.866 ευρώ, έλαβε δε 5.090,24 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο από 13.775,76 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλ.

από 19-2- 2009 μέχρι 31-12-2009 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (847 β.μ. + 185 + 522 =1.554 ευρώ Χ 10 μήνες +11 ημέρες =) 16.109,2 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 814 ευρώ και συνολικά 17.737,80 ευρώ, έλαβε δε 3.748,26 ευρώ, δικαιούται τη διαφορά από 13.989,54 ευρώ, γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 8-10-2010 για αποδοχές αδείας το ποσόν των (847 + 185 + 522 = 1.554 Χ 9 μήνες και 8 ημέρες =) 14.400,4 ευρώ, για επίδομα Πάσχα το ποσόν των 423,5 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,5 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 317,62 ευρώ και συνολικά 15.565,02 ευρώ, έλαβε δε 3.609,95 ευρώ, δικαιούται τη διαφορά από 11.955,57 ευρώ.

Η) Η ενάτη ενάγουσα (ΔΕ) έπρεπε να λάβει: α) για το έτος 2008 δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 19-8-2008 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των(814 β.μ, + 185 + 522 = 1.521 ευρώ Χ 7 μήνες και 19 ημέρες =) 11.610,3 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 407 ευρώ, για επίδομα αδείας 407 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 814 ευρώ και συνολικά 13.238,3 ευρώ, έλαβε 4.534,96 ευρώ και δικαιούται τη διαφορά από 8.703,34 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 12-1-2009 μέχρι 31-12-2009 για διαφορές αποδοχών το ποσόν των (847 + 185 + 522 = 1.554 ευρώ Χ 11 μήνες και 18 ημέρες =) 18.026,4 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 423,5 ευρώ, για επίδομα αδείας 423,5 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 847 ευρώ και συνολικά 19.720,4 ευρώ, έλαβε δε 4.257,80 ευρώ το υπόλοιπο 15.462,6 ευρώ και γ) για το έτος 2010, δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 11-7-2010 για μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (847 + 185 + 459,36 = 1.591,36 Χ 6 μήνες και 11 ημέρες =) 10.131,65 ευρώ, έλαβε 2.961 ευρώ και δικαιούται το υπόλοιπο από 7.170,05 ευρώ.

Θ) η δέκατη ενάγουσα (κλάδου ΤΕ) έπρεπε να λάβει: α) για το έτος 2008, δηλαδή από 1-1-2008 μέχρι 31-12-2008 μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (920 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδ. ειδ. συνθ. + 528 ευρώ πόρος διανεμητικού λογαρ. - 1.633 ευρώ Χ 12 μήνες =) 19.596 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 460 ευρώ, για επίδομα άδειας 460 ευρώ και για επίδομα Χριστουγέννων 957 ευρώ και συνολικά 21.473 ευρώ, έλαβε 5.969,50 ευρώ, δικαιούται το υπόλοιπο από 15.503,5 ευρώ , β) για το έτος 2009 δηλαδή 18-5-2009 έως 31-12-2009 31-12-2009 για μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (957 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδ.

ειδ. συνθ. + 528 ευρώ πόρος διανεμητ. λογ = 1.670 ευρώ Χ 7 μήνες και 12 ημέρες =) 12.357,9 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 478,50 ευρώ, για επίδομα αδείας 478,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 957 ευρώ και συνολικά 14.271,9 ευρώ, έλαβε 4.636,76 ευρώ και δικαιούται υπόλοιπο από 9.635,14 ευρώ, γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 18-11-2010 για μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (957 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδ.

ειδ. συνθ. + 464,64 ευρώ πόρος διανεμητικού λογαρ. =) 1.606,64 ευρώ Χ 10 μήνες και 18 ημέρες = , για επίδομα Πάσχα 334,95 ευρώ, για επίδομα αδείας 334,95 ευρώ, για επίδομα Χρστουγέννων 669,90 ευρώ και συνολικά 16.734,3 ευρώ, έλαβε δε 6.136,06 ευρώ, απομένει υπόλοιπο από 10.598,24 ευρώ. I) Η τετάρτη ενάγουσα (κλάδου ΤΕ) έπρεπε να λάβει: α) για το έτος 2008 δηλ.

από 1-1-2008 μέχρι 30-11-2008, μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (920 ευρώ β.μ. + 185 ευρώ επίδ. ειδ. συνθ. + 528 ευρώ πόρος διανεμητ. λογ. = 1.633 ευρώ Χ II μήνες =) 17.963 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 460 ευρώ, για επίδομα αδείας 478,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 957 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 19.858,5 ευρώ, έλαβε 6.580,32 ευρώ και δικαιούται υπόλοιπο από 13.278,18 ευρώ, β) για το έτος 2009 δηλαδή από 19-1-2009 μέχρι 31-12-2009 αποδοχές μηνιαίες το ποσόν των (957 ευρώ β.μ + 185 ευρώ επίδ.

ειδ. συνθ. + 464,64 ευρώ πόρος διανεμητ. λογ. 1.606,64 ευρώ Χ 11 μήνες και 11 ημέρες =) 18.262,14 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 478,50 ευρώ, για επίδομα αδείας 487,50 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 957 ευρώ και συνολικά το ποσόν των 20.185,14 ευρώ, έλαβε δε 5.747,34 ευρώ και δικαιούται υπόλοιπο από 14.437,8 ευρώ, γ) γ) για το έτος 2010 δηλαδή από 1-1-2010 μέχρι 18-7-2010 μηνιαίες αποδοχές το ποσόν των (957 ευρώ β.μ + 185 ευρώ επίδ.

ειδ. συνθ. + 464,64 ευρώ πόρος διανεμητ. λογ. = 1.606,64 ευρώ Χ 6 μήνες και 18 ημέρες=) 10.603,64 ευρώ, για επίδομα Πάσχα 334,95 ευρώ, για επίδομα αδείας334,95 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων 669.90 ευρώ και συνολικά 11.943,44 ευρώ, έλαβε δε 3.692,74 ευρώ και δικαιούται υπόλοιπο 8.250,7 ευρώ. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω το εναγόμενο - εφεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) έπρεπε να καταβάλει στις ενάγουσες για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων τα παρακάτω συνολικά ποσά στην καθεμιά και συγκεκριμένα:

στην 1η ενάγουσα το ποσόν των 34.783,68 ευρώ (12.393,42 + 14.859,17 + 7.531 ,09), στην 2η ενάγουσα το ποσόν των 37.423,88 ευρώ (12.377,18 +14.597,95 + 10.448,75), στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 34.086,92 ευρώ(9.905,17 + 14.953,74 + 9.228,01), στην 4η ενάγουσα το ποσόν των 35.966,68 ευρώ (13.278,18 + 14.437,8 + 8.250,7), στην 5η ενάγουσα το ποσόν των 29.628,51 ευρώ (8.510,48 + 13.419,72 + 7.698,31), στην 6τη ενάγουσα το ποσόν των 33.623,36 ευρώ (9.774,39 + 16.154,76 + 7 694,21), στον 7° ενάγοντα το ποσόν 39.720,87 ευρώ (13.775,76 + 13.989,54 + 11.955,57), στην 8η ενάγουσα το ποσόν των 33.763,2 ευρώ (10.858,24 + 15.210,75 + 7.694,21), στην 9τη ενάγουσα το ποσόν των 31.335,99 ευρώ (8.703,34 + 15.462,6 + 7.170,05) και στην 10η ενάγουσα το ποσόν των 35.736,88 ευρώ (15.503,5 + 9.635,14 + 10.598,24).

Ακολούθως το Εφετείο α) υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείων- αναιρεσείβλητο να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες- αναιρεσειβλήτους είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ και β)αναγνώρισε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στους δέκα (10) ενάγοντες τα ακόλουθα ποσά:

στην 1η ενάγουσα το ποσόν των 14.783,68 ευρώ, στην 2η ενάγουσα το ποσόν των 17.423,88 ευρώ, στην 3η ενάγουσα το ποσό των 14.086,92 ευρώ, στην 4η ενάγουσα το ποσόν των 15.966,68 ευρώ, στην 5η ενάγουσα το ποσόν των 9.628,51 ευρώ, στην 6η ενάγουσα το ποσόν των 13.623,36 ευρώ , στον 7° ενάγοντα το ποσόν 19.720,87 ευρώ, στην 8η ενάγουσα το ποσόν των 13.763,2 ευρώ , στην 9η ενάγουσα το ποσόν των 11.335,99 ευρώ και στην 10η ενάγουσα το ποσόν των 15.736,88 ευρώ , με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.

6. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι α) εσφαλμένα απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα αυτών για καταβολή μισθολογικών διαφορών από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του αιτήματος της αγωγής να αναγνωρισθούν οι συμβάσεις των εναγόντων ως συμβάσεις, άλλως σχέσεις, εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεχόμενο ακυρότητα των συμβάσεων, ενώ ήταν έγκυρες, διότι οι συμβάσεις σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, δεν εμπίπτουν στα απαγορευτικά πεδία του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 ν. 2190/1994 καθώς και διότι είναι ανεφάρμοστα τα άρθρα 5 παρ. 2, 6 παρ. 2 και 2 παρ. 2 ΠΔ 164/2004.

και β) εσφαλμένα δεν εφήρμοσε το άρθρο 20 παρ. 15 Ν. 2639/1998 σύμφωνα με το οποίο οι θέσεις άσκησης θα έπρεπε να είναι συναφείς με το γνωστικό αντικείμενο του εργαζόμενου και εξέλαβε εσφαλμένα ότι στόχος των συμβάσεών τους ήταν η επαγγελματική τους κατάρτιση, η οποία όμως δεν ήταν στόχος των ενδίκων συμβάσεων αλλά της προβλεπόμενης στις παρ. 6-10 του άρθρου 20 Ν. 2639/1998.

Ο πρώτος λόγος ως προς το πρώτο σκέλος καθώς και ο τέταρτος λόγος είναι αβάσιμοι, διότι, εφόσον υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή, οι συμβάσεις είχαν συναφθεί μετά το 2004, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος χρηματοδοτούμενο από τον ΟΑΕΔ ,κατά τη διάρκεια αυτών οι αναιρεσείοντες προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ,διότι τούτο μόνο κατ' εξαίρεση επιτρέπεται κατά το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, εφ' όσον προβλέπεται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 3,5,6,7 του π.δ. 164/2004,οι δε αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν καταρτισθεί συμβάσεις εργασιακής εμπειρίας, ώστε να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 21 παρ.1 και 2 ν.2190/1994 καθώς και τα άρθρα 5παρ.2 ,6 παρ.2 του ΠΔ164/2004.

Εξάλλου, ο πρώτος λόγος ως προς το δεύτερο σκέλος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι συνεπώς απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες την κυρία βάση της αγωγής, μετά τον κατά τα παραπάνω περιορισμό, στήριξαν στην κατάρτιση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι εργασιακής εμπειρίας, το δε Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε απλή σχέση εργασίας και όχι εργασιακής εμπειρίας.

7. Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι καταρτισθείσες συμβάσεις είναι γνήσιες συμβάσεις μαθητείας με ελλιπείς αιτιολογίες , διότι ενώ δέχθηκε ότι απασχολήθηκαν στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου για να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, δεν αναφέρει ούτε τα γνωστικά αντικείμενα ούτε αν είναι συναφή με τις θέσεις άσκησης αλλά χρησιμοποίησε αλυσιτελή κριτήρια.

Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και συνεπώς είναι απαράδεκτος διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρξε απλή σχέση εργασίας (σύμφωνα με το επικουρικό αίτημα της αγωγής) και όχι σύμβαση εργασιακής εμπειρίας. Εξάλλου, αφού έκανε δεκτό το αίτημα αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεχόμενο απλή σχέση εργασίας, οι αναιρεσείοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την αναίρεση προκειμένου να ερευνηθεί συνάφεια ή μη του αντικειμένου τους, δεδομένου ότι απόδειξη αυτού θα συνεπάγεται την απόρριψη του επικουρικού αιτήματος της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Κατ' ακολουθία αυτών, το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτή, οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, που είναι πράγματι εφαρμοστέες στον χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων αυτών καθώς και των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 15 του ν. 2639/1998, 648 ΑΚ.

8. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενοι ότι η πρώτη τουλάχιστον σύμβαση εργασίας ήταν έγκυρη και ότι δεν επρόκειτο για διαδοχικές συμβάσεις και ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 7 παρ. 1 ΠΔ 164/2004. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί ενώ με την αγωγή αναφέρουν ότι έχουν καταρτίσει εγγράφως "δύο διαδοχικές συμβάσεις" (σελ. 1), ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ότι οι συμβάσεις τους ορισμένου χρόνου και οι ανανεώσεις τους αποσκοπούν στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του ελληνικού Δημοσίου, ότι οι εναγόμενοι ευθύνονται να καταβάλουν τις αποδοχές τους "στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου" (σελ. 45) και μετά από τον κατά τα παραπάνω παραδεκτό περιορισμό από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από δύο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, εν τούτοις με το λόγο αυτό επιχειρούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, ζητώντας έννομη προστασία από δύο μη διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, την μία των οποίων θεωρούν κατά την κρίση τους έγκυρη. Σημειώνεται πάντως ότι, όπως προαναφέρθηκε, όσον αφορά την αναγνώριση περί υπάρξεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3,5, 6 και 7 του ΠΔ 164/2004.

9. Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (που ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο) ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων κατά του Δημοσίου, όταν αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε είδους απολαβές ή αποζημιώσεις αυτών και ορίζεται ως χρονική αφετηρία η γέννηση της κάθε επιμέρους αξίωσης.

Η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ.

α' του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3, η οποία, γι' αυτό το λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 9/2017). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρόμοιων αξιώσεων του άρθρου 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια.

Η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ.1 αχ της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα), ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (πρβλ ΑΕΔ 9/2009, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθρου 48 παρ.3 του ν.δ. 496/1974, που θεσπίζει επίσης διετή παραγραφή ια τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων των νπδδ κατ' αυτών).

Ειδικότερα, ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες, στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος.

Εξάλλου, η τακτικότητα στην καταβολή των κάθε είδους απολαβών των υπαλλήλων του Δημοσίου και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις αυτών για καθυστερούμενες αποδοχές, σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στο χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά σε ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων.

Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΟλΑΠ 9/2017).

10. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής, δέχτηκε τα εξής: Ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών, που έχουν ως βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αναφέρονται στα χρονικά διαστήματα για την πρώτη εξ αυτών από 1-6- 2007 έως 30-6-2010, για τη δεύτερη από 1-6-2007 έως 30-6-2010, για την τρίτη από 1-4-2007 έως 31-7-2010, για την τέταρτη από 1-6-2007 έως 31-8-2010, για την πέμπτη από 1-3-2007 έως 30-11-2010, για την έκτη από 1-3-2007 έως 28-7-2010, για την έβδομη από 11-6-2007 έως 8-10-2010, για την όγδοη από 1-3-2007 έως 1-2-2010, για την ένατη από 20-2-2007 έως 31-8-2010 και για τη δέκατη από 27-6-2007 έως 18-11- 2010.

Ότι οι αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του έτους 2007 (έως 31-12- 2007), ενόψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 21-9- 2010, έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή και κατά το μέρος αυτό απέρριψε την αγωγή. Αντίθετα, δέχθηκε ότι οι αξιώσεις που ανάγονται στα έτη 2008, 2009 και 2010 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του αντίστοιχου έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.

Ειδικότερα, το εφετείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 30-9-2008 δεν παραγράφηκαν για το λόγο ότι δεν είχε παρέλθει διετία από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες, μέχρι την επίδοση της σχετικής αγωγής (21-9-2010) και επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους και τις αξιώσεις του χρονικού αυτού διαστήματος.

Έτσι το Εφετείο δεχόμενο την αγωγή και κατά το μέρος που αφορά στις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 30-9-2008,λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η διετής παραγραφή των ως άνω περιοδικών παροχών ,οι οποίες καταβάλλονται στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο, την 21-9-2010, με την κρίση του ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών υπόκεινται σε διετή παραγραφή, με χρόνο έναρξης το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες και όχι το χρόνο γέννησής τους, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ.

α' του ν. 2362/1995, ερμηνεύοντας εσφαλμένα και μη εφαρμόζοντας την πρώτη, καίτοι συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της και εφαρμόζοντας τη δεύτερη, καίτοι δεν συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής της. Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που προβλήθηκε από το εναγόμενο-εφεσίβλητο παραδεκτά (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), τόσο με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου όσο και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Με την κρίση, όμως, ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, ούτε τα άρθρα 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Η περιλαμβανόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικούμενου είναι απαράδεκτη, διότι η αρχή αυτή αφορά στη διοικητική λειτουργία του Κράτους και η παραβίασή της δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην επικαλούμενη νομολογία του ΕΔΔΑ επί των υποθέσεων Ζ.

και Γ. κατά Ελλάδος (ΑΠ 780/2017).

11. Με το π.δ. 410/1988 κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ. Στο άρθρο 1 αυτού "περιπτώσεις προσλήψεων προσωπικού", ορίζεται ότι επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου μόνον α) για την κάλυψη οργανικών θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού, β) για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών και γ) για την κάλυψη παροδικών αναγκών.

Σύμφωνα με τα άρθρα 46 περ. ε' και 48 αυτού, η σύμβαση εργασίας λύεται (εκτός άλλων περιπτώσεων) με τη λήξη του χρόνου διάρκειάς της και οι εργαζόμενοι απολύονται για συμπλήρωση ορίου ηλικίας, υπηρεσιακή ανεπάρκεια, σωματική ή πνευματική ανικανότητα και κατάργηση της θέσης τους. Στο άρθρο 55 παρ.1 και 9 αυτού ορίζεται ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων των παρ.3 και 4 αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής:

α) για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη, η αποζημίωση ορίζεται στις αποδοχές ενός μήνα, β) για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. Οι παρ.1 έως 8 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και προκειμένου για σχέση εργασίας.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η κατά το άρθρο 55 αποζημίωση απόλυσης καταβάλλεται στις περιπτώσεις απόλυσης από την υπηρεσία και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και δεν καταλαμβάνει την περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας λόγω λήξης της χρονικής διάρκειάς της, για την οποία δεν προβλέπεται και δεν καταβάλλεται η κατά το άρθρο αυτό αποζημίωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, έκρινε ότι, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνώριση των συμβάσεων ως ορισμένου χρόνου, χωρίς την επίκληση καταγγελίας πριν από τη λήξη του χρόνου διάρκειάς τους, το αίτημα αποζημίωσης είναι μη νόμιμο.

Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις του π.δ. 410/1988. Δεν παραβίασε, όμως, ούτε και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του π.δ 164/2004, που προβλέπει αποζημίωση μόνο για την περίπτωση που παρασχέθηκε εξαρτημένη εργασία με άκυρη σύμβαση, διότι στην ένδικη περίπτωση οι ενάγουσες είχαν προσληφθεί με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και συμμετοχής σε πρόγραμμα κατάρτισης του ΟΑΕΔ, επί των οποίων δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ 164/2004 (ανωτέρω, αρ.3), καθώς και τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 15 του Ν.2639/1998,που αναφέρεται, στην ημερήσια αποζημίωση και στην ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα Ο.Α.Ε.Δ.

απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων. Τέλος, δεν παραβίασε ούτε τη ρήτρα 4 της κοινοτικής οδηγίας 1999/1970, που δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη Συνεπώς, ο έκτος λόγος της αίτησης των εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

12. Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τους 7ο και 8ο λόγους της αίτησής τους, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια συνισταμένη στο ότι κατά τον υπολογισμό των επιδικασθεισών μισθολογικών διαφορών κακώς αποκλείσθηκε α) το κατά το άρθρο 12 του ν. 3205/2003 κίνητρο απόδοσης και β) η ανάλογη προσαύξηση από την εξεύρεση του προσήκοντος μισθολογικού κλιμακίου για κάθε ενάγοντα. Σύμφωνα, όμως, με τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω, αρ.3), οι ενάγοντες, που προσλήφθηκαν με έγκυρες συμβάσεις μαθητείας και πρόσφεραν με απλή σχέση εξαρτημένη εργασία, δεν δικαιούνται τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης ούτε με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι αβάσιμοι, ως αλυσιτελείς, διότι ακόμη και αν υπό διαφορετικές συνθήκες οι ως άνω μισθολογικές παροχές θα έπρεπε να επαυξήσουν τις νόμιμες αποδοχές εργαζόμενων στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν δικαιούνται ούτε αυτά που τους επιδικάσθηκαν, πέραν των επιδομάτων εορτών και αδείας. Με δεδομένο, όμως, το ότι το εναγόμενο δεν προσβάλλει κατά τούτο την απόφαση του εφετείου (παρά μόνο για το ζήτημα της παραγραφής, όπως ήδη αναφέρθηκε), η ως άνω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου.

13. Με τον 9ο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το εφετείο εσφαλμένα δεν επιδίκασε στους 3η,4η15η,6η,7ο,8οκαι 9η των εναγόντων τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα παράτασης των συμβάσεων λόγω λήψης από αυτούς νομίμων αδειών. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι ακόμη και αν υπό διαφορετικές συνθήκες οι ως άνω μισθολογικές παροχές θα έπρεπε να επαυξήσουν τις νόμιμες αποδοχές εργαζόμενων στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν δικαιούνται ούτε αυτά που τους επιδικάσθηκαν, πέραν των επιδομάτων εορτών και αδείας. Με δεδομένο, όμως, το ότι το εναγόμενο δεν προσβάλλει κατά τούτο την απόφαση του εφετείου (παρά μόνο για το ζήτημα της παραγραφής, όπως ήδη αναφέρθηκε), η ως άνω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου.

14. Με τον 10ο λόγο αναίρεσης οι 3η έως και 9η των αναιρεσειόντων - εναγόντων αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο τις νομίμως προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους 3η έως 9η των εναγόντων βεβαιώσεις του Ο.Α.Ε.Δ. με αριθ.πρωτ.την .../2009, .../2010, …2009, .../2011, .../2009, .../2010, .../2010, .../2008, ...2009, .../2010, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους για παράταση των συμβάσεων τους λόγω λήψης νομίμων αδειών και επιδίκασης σε αυτούς των αιτούμενων μισθολογικών παροχών. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, διότι τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν είναι χρήσιμα προς απόδειξη γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Τούτο γιατί ακόμη και αν υπό διαφορετικές συνθήκες οι αιτούμενες μισθολογικές παροχές για τα χρονικά διαστήματα λήψης νομίμων αδειών από τους παραπάνω ενάγοντες, θα έπρεπε να επαυξήσουν τις νόμιμες αποδοχές εργαζόμενων στο Ελληνικό Δημόσιο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν δικαιούνται ούτε αυτά που τους επιδικάσθηκαν, πέραν των επιδομάτων εορτών και αδείας. Με δεδομένο, όμως, το ότι το εναγόμενο δεν προσβάλλει κατά τούτο την απόφαση του εφετείου (παρά μόνο για το ζήτημα της παραγραφής, όπως ήδη αναφέρθηκε), η ως άνω πλημμέλεια παραμένει εκτός αναιρετικού ελέγχου.

15. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει η από 21-9-2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), ενώ πρέπει, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 9-10-2017 αίτησης του εναγομένου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 30-9-2008 και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, για να προσδιορισθεί το τελικώς οφειλόμενο ποσό, καταψηφιστικώς ή αναγνωριστικώς. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη μειωμένη, κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 21-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 6678/625/2017 και από 9-10-2017 και με αριθμό κατάθεσης 7260/676/2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης κατά της 2744/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 21-9-2017 και με αριθμό κατάθεσης 6678/625/2017 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Ι. Δ. και λοιπών (10 συνολικά), κατά της 2744/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

Αναιρεί την 2744/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ