Legislator Case Law & Legislation
1441/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and lack of specific errors under Article 559 of Civil Procedure Code.

Case Number 1441/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant filed general allegations without specifying concrete legal errors, merely citing Article 559 of the Civil Procedure Code without detailing how the lower court erred. The court ruled that such vague arguments are inadmissible and do not justify overturning the final decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be based on specific and substantiated grounds; general or vague allegations citing statutory categories without identifying concrete errors are inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible grounds vague allegations Article 559 specific errors civil procedure dismissed appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 142/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1441 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1441/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Γρηγορίας Αναστασοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Λ. του Ι., 2)….9) Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2013 αγωγή των οκτώ πρώτων ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2229/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1810/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν μετάσχει σ' αυτή με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 142/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 4911 Γ'/4-12-2017 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Ε. Μ. Κ., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αίτησης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλειά της, στον καθ' ου η αίτηση, Ι. Μ.. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην. Ωστόσο, η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών.

2. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή επικύρωσε την 2229/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την εργατική διαδικασία, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 8-2-2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη οκτώ πρώτων αναιρεσίβλητων κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ως και κατά του δευτέρου εναγομένου και ήδη φερομένου ως ένατου αναιρεσίβλητου, Ι. Μ., δεχθέν ότι υπάρχει διαδοχή στη θέση του εργοδότη από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο δεύτερος εναγόμενος εγκατέλειψε την επιχείρηση ταχυμεταφορών, που ασκούσε αντλώντας δικαιώματα από την πρώτη, με συνέπεια η πρώτη να υπεισέλθει εκ των πραγμάτων στη θέση του και να αναλάβει εκ νέου την επιχείρηση, την οποία η ίδια είχε δημιουργήσει στο παρελθόν. Ως εκ τούτου, η ένδικη αίτηση, στρεφόμενη και κατά του Ι. Μ., είναι απαράδεκτη μεν ως αίτηση αναιρέσεως, αφού η αναιρεσείουσα και αυτός, ως πρόσωπα με κοινές υποχρεώσεις, συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας (ΚΠολΔ 74) και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνει υπέρ του δευτέρου εναγομένου διάταξη βλαπτική για την πρώτη εναγομένη, θεωρείται, όμως, ως απλή πρόσκληση προς τον τελευταίο για να συμμετάσχει στην αναιρετική δίκη με την ιδιότητα του ομοδίκου της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 558 εδ. α').

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή αυτής.

Αν μάλιστα το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα τα οποία αυτό δέχθηκε ως αληθινά και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του εφαρμοστέου κανόνα, ώστε από το αναιρετήριο και μόνο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε ή της μη συνδρομής των όρων εκείνης που δεν εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, αρκεί αυτό να διατυπώνεται με σαφήνεια στην απόφαση, διότι στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα (ΚΠολΔ 561 παρ.1).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός και τα περιστατικά που πρότεινε ο διάδικος προς θεμελίωσή του, στον οποίο ανάγεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των παραδοχών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, όταν αυτή δεν είναι αυτονόητη και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ή, αν πρόκειται για ελλιπείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η έλλειψη και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να έχουν αναφερθεί (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1826/2007).

4. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 1810/2017 απόφαση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επικυρώνοντας την 2229/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα και δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι η αναιρεσείουσα, που έχει ως αντικείμενο εργασιών την περισυλλογή, ταχεία μεταφορά και διανομή κάθε είδους ταχυδρομικών δεμάτων με μεγάλο δίκτυο καταστημάτων, ένα εκ των οποίων βρίσκεται στο Αιγάλεω Αττικής, από 01-09-2010 είχε παραχωρήσει τη διαχείριση του καταστήματος αυτού στον Ι.

Μ., ο οποίος έναντι ανταλλάγματος το εκμεταλλευόταν για δικό του λογαριασμό και ως δική του επιχείρηση. Ότι στο κατάστημα αυτό απασχολούνταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου οι ενάγοντες, ορισμένοι εκ των οποίων είχαν προσληφθεί από την αναιρεσείουσα στο παρελθόν, όταν εκμεταλλευόταν το κατάστημα η ίδια, ενώ άλλοι είχαν προσληφθεί από τον Ι.

Μ., μετά την 01-09-2010. Ότι, περί τα μέσα Νοεμβρίου 2012, ο τελευταίος εγκατέλειψε το κατάστημα και η αναιρεσείουσα τον διαδέχθηκε εκ των πραγμάτων στην άσκηση της επιχείρησης, για να διαφυλάξει τα εκκρεμή συμφέροντα των πελατών και να διασώσει τη φήμη της. Ότι λόγω διένεξης με τους ενάγοντες, η αναιρεσείουσα, ως διάδοχος πλέον στην επιχείρηση, έπαυσε να αποδέχεται την εργασία τους μετά την 7-12-2012, χωρίς να καταγγείλει νομίμως τις συμβάσεις εργασίας.

Ότι έκτοτε κατέστη υπερήμερη ως εργοδότης, με τις εντεύθεν συνέπειες, οι οποίες ορθώς έχουν απαγγελθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ήδη, με την αίτηση αναίρεσης προβάλλονται έξι αναιρετικοί λόγοι με τελείως αόριστες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του εφετείου, υπό την ταυτόχρονη επίκληση των περιπτώσεων από τους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς ουδεμία επί πλέον εξειδίκευση.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα παραθέτει στον πρώτο από αυτούς ολόκληρο το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και καταλήγει στη φράση ότι το εφετείο, με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, υπέπεσε σε πλημμέλειες που "έχουν επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του διατακτικού" της προσβαλλόμενης απόφασης με συνέπεια την τυποποίηση απάντων των ως άνω αναιρετικών λόγων.

Στο δεύτερο λόγο, όπως και στους λοιπούς, παραθέτει διάφορα επιχειρήματα για να στοιχειοθετήσει την κατά την άποψή της κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, την έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της στην υπό κρίση αγωγή, διότι δήθεν δεν έγινε μεταβίβαση προς αυτήν της επιχείρησης που προηγουμένως ασκούσε ο ομόδικός της και την καταχρηστική άσκηση της αγωγής, παραθέτοντας και πάλι στο τέλος κάθε λόγου το ασύντακτο στερεότυπο "κρίνοντας όμως έτσι θεμελίωσαν την απόφαση τους σε πλημμέλειες που έχουν επιδράσει ουσιαστικά στη διαμόρφωση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης και θεμελιώνουν λόγους αναίρεσης που τυποποιούνται στους αριθμούς 1, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ", χωρίς δηλαδή να παραθέτει για κάθε λόγο σαφή και συγκεκριμένη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά αναφερόμενη συλλήβδην και μόνον αριθμητικώς σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Με τέτοιο περιεχόμενο, άπαντες οι λόγοι της αίτησης είναι προεχόντως απαράδεκτοι, είτε διότι είναι τελείως αόριστοι, κατά τα προεκτεθέντα, είτε διότι με αυτούς πλήττεται αληθώς η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, την οποία η αναιρεσείουσα θεωρεί εσφαλμένη, διότι είναι διαφορετική από τους παρατιθέμενους δικούς της ισχυρισμούς ή επιχειρήματα, που επιχειρεί να στηρίξει στην κατά τη δική άποψη αξιολόγηση των αποδείξεων.

Τέλος, σε κάθε περίπτωση ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 λόγος είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, αλλά στήριξε την κρίση του στα αποδεικτικά μέσα, που μνημονεύονται σ' αυτή, δηλαδή στους μάρτυρες και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν.

5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει ουδείς ορισμένος ή βάσιμος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των οκτώ πρώτων αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1810/ 2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των οκτώ πρώτων αναιρεσίβλητων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ