Legislator Case Law & Legislation
1441/2017 AI generated

1441/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1441/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 26/10/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 24/10/2009 και από 26/10/2009 ανακοπές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Legislator headnote

AI generated

1441/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 940Α του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 2145/1993, που ισχύει από 28.5.1993: "Στο χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της επιταγής προς εκτέλεση. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη".

Keywords

AI generated
compliance with statement requirements institution called upon to act suspension of insurance cover right to higher insurance cover statutory insurance obligation adjustment of insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1441 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1441/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου δια συγχωνεύσεως με απορρόφηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Χαριτίνη-Μηλιώνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μωυσίδη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/10/2009 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 26/10/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 24/10/2009 και από 26/10/2009 ανακοπές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/6/2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 8/2/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 109/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των ήδη διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.109/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, κατά το μέρος που δέχτηκε την από 23-7-2012 έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε αντίστοιχα την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ.34/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και δικάζοντας την υπόθεση κατ’ ουσία, απέρριψε την από 21-10-2009 ανακοπή της αναιρεσείουσας προς μεταρρύθμιση του ...6-10-2008 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ε. Π., καθ’ όσον μέρος απευθυνόταν εναντίον του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 940Α του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 9 του ν. 2145/1993, που ισχύει από 28.5.1993: "Στο χρονικό διάστημα από 1 μέχρι 31 Αυγούστου δεν επιτρέπεται η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένης και της επιταγής προς εκτέλεση. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται, όταν πρόκειται για πλοία και αεροσκάφη".

Ο σκοπός που επιδιώχθηκε με τη θέσπιση της διατάξεως αυτής ήταν, προφανώς, η διευκόλυνση της αναπαύσεως, κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, των προσώπων, τα οποία, με οποιοδήποτε τρόπο, απασχολούνται με τις αναγκαστικές εκτελέσεις. Ενόψει δε της λεκτικής διατυπώσεως της ως άνω διατάξεως, η οποία είναι γενική, με σαφή προσδιορισμό των εξαιρέσεων στο εδ.

β’ αυτής, η θεσπιζόμενη απαγόρευση καταλαμβάνει κάθε πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, πέρα από τη μνημονευόμενη επιταγή προς εκτέλεση, η οποία αποτελεί το αφετήριο σημείο ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως. Επομένως στις πράξεις εκτελέσεως που απαγορεύεται να γίνουν τον Αύγουστο, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 940Α ΚΠολΔ, περιλαμβάνεται και η άσκηση αναγγελίας, καθώς και η κατάθεση στο συμβολαιογράφο του πλειστηριασμού των εγγράφων με τα οποία αποδεικνύεται η αναγγελλόμενη απαίτηση, κατά το άρθρο 972 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί η αναγγελία αποτελεί πράξη της διαδικασίας εκτελέσεως, αφού συνιστά την πρώτη πράξη και την αφετηρία της κατατάξεως, η οποία εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Περαιτέρω, η παραβίαση της διατάξεως αυτής, με την ενέργεια πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τη διάρκεια του Αυγούστου, επιφέρει ακυρότητα της πράξεως, χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, της οποίας δεν απαιτείται επίκληση και απόδειξη. Τούτο δεν ορίζεται μεν ρητώς; προκύπτει όμως από την έντονα απαγορευτική διατύπωση της διατάξεως ("...δεν επιτρέπεται..."), που ισοδυναμεί με ποινή ακυρότητας, ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε βλάβη (ΑΠ 1868/1999).

Η ως άνω διάταξη του άρθρου 940Α ΚΠολΔ, κατά την οποία απαγορεύονται πράξεις εκτελέσεως το μήνα Αύγουστο, που είναι ο κατ’ εξοχήν μήνας των θερινών διακοπών, προφανώς υπαγορεύτηκε για λόγους προστασίας του οφειλέτη από ενδεχόμενο αιφνιδιασμό του και απώλεια προθεσμιών. Ο νομοθετικός δε λόγος της διάταξης αυτής, που δεν αντίκειται στις διατάξεις του μη περιέχοντος σχετική ρύθμιση ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974 "περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων"), έχει εφαρμογή και επί διοικητικής εκτελέσεως, κατά το άρθρο 89 του ΚΕΔΕ, σύμφωνα με το οποίο "αι διατάξεις του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος Ν.

Διατάγματος, τηρούμενης πάντοτε της διατάξεως του άρθρου 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος δια πάσαν παράβασιν". Το τελευταίο άρθρο θέτει ως προϋπόθεση της ακυρώσεως πράξεως της διοικητικής εκτελέσεως^ για παραλείψεις ή ακυρότητες και το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη. Ειδικότερα στο άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΕΔΕ ορίζεται ότι: "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου, αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν, κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου,, επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθη άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητος....’ ‘ .

Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως της διαδικασίας, κατά την οποία επισπεύδεται ο πλειστηριασμός, συνάγεται, αφενός μεν ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες των πράξεων εκτελέσεως οδηγούν σε ακύρωση των τελευταίων, αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου ότι προξένησαν στον προτείνοντα βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθεί άλλως, παρά με κήρυξη της ακυρότητας. (ΑΠ 884/2010).

Η βλάβη δε αυτή, ως πραγματικό γεγονός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα από τον επικαλούμενο την ακυρότητα και δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 739/2006). Έτσι, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η παράβαση της προαναφερόμενης απαγόρευσης του άρθρου 940Α εδ. α’ ΚΠολΔ έχει ως συνέπεια την ακυρότητα των ενεργηθεισών πράξεων εκτελέσεως και επί του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, απολαύει όλων ανεξαιρέτως των προνομίων του Δημοσίου, εφόσον όμως συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης του επικαλούμενου την ακυρότητα, υπό την προεκτεθείσα έννοια.

Επομένως, το Μονομελές Εφετείο Θράκης, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κρίνοντας ότι η ακυρότητα της αναγγελίας του αναιρεσιβλήτου συναρτάται και με το γεγονός της ανεπανόρθωτης βλάβης της αναιρεσείουσας, απέρριψε ως μη νόμιμο το δεύτερο λόγο ανακοπής της τελευταίας, ότι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ επέδωσε την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../3-8-2008 αναγγελία του στην, επί του πλειστηριασμού, υπάλληλο την 3 Αυγούστου 2009, δηλαδή σε χρονικό διάστημα, κατά το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940Α ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται η διενέργεια οιασδήποτε πράξεως εκτελέσεως και ως εκ τούτου η αναγγελία αυτή είναι κατά τους αναιρετικούς ισχυρισμούς, άκυρη ανεξαρτήτως βλάβης της ίδιας, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, για μη κήρυξη, παρά το νόμο, ακυρότητας, αλλά ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου και ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατατάξεως δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενασκήσεώς τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώματος ή της ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατατάξεως, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαιτήσεως, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών.

Το αντίθετο δεν συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ που ορίζει, ότι οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν από την εισαγωγή του και ότι η αναγκαστική εκτέλεση θεωρείται ότι άρχισε από την επίδοση της επιταγής, γιατί η διάταξη αυτή δεν εισάγει γενικό κανόνα διαχρονικού δικαίου για όλες τις πράξεις της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά ρυθμίζει ειδικώς την εφαρμογή του ΚΠολΔ σε θέματα αναγκαστικής εκτελέσεως εν σχέσει προς το προγενέστερο αυτού δικονομικό δίκαιο (ΟλΑΠ 21/1994, ΑΠ 1340/2004).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1, 585, 933 και 979 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει άτι, αν ο λόγος ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης συνίσταται σε απλή αμφισβήτηση και άρνηση από τον ανακόπτοντα της απαιτήσεως του καθ’ ου, που έχει καταταγεί ή του προνομίου της, για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής αρκεί μόνο η άρνηση αυτή, δεδομένου ότι ο καθ’ ου η ανακοπή βαρύνεται με την επίκληση και την απόδειξη των παραγωγικών της απαιτήσεως του ή του προνομίου της πραγματικών γεγονότων. Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, ο καθ’ ου η ανακοπή οφείλει, κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση, να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ορισμένο (και να αποδείξει), την ύπαρξη, το περιεχόμενο και το μέγεθος της απαιτήσεως του, για την οποία έχει καταταγεί, καθώς και τον προνομιακό χαρακτήρα της (ΑΠ 1031/13, 404/03).

Αν ο καθ’ ου η ανακοπή δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό, η ανακοπή γίνεται δεκτή. Η ανωτέρω άρνηση ή αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως, για την οποία έγινε η κατάταξη, μπορεί να γίνει και στην περίπτωση ακόμη που αυτή αποδεικνύεται έναντι του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη από έγγραφα, τα οποία έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι αυτού, γιατί η αποδεικτική αυτή δύναμη τους δεν δεσμεύει και τους δανειστές που αναγγέλθηκαν (ΑΠ 1501/2006, ΑΠ 370/2014).

Παράλληλα, με την ανακοπή των άρθρων 979-980 ΚΠολΔ προσβάλλεται η ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου διαδικασία της κατάταξη και όχι η μέχρι του πλειστηριασμού διαδικασία της εκτελέσεως. Κάθε ανακόπτων αμφισβητεί και προσβάλλει για ορισμένους λόγους την κατάταξη άλλων δανειστών επιδιώκων την κατάταξη του στη θέση τους. Οι ανωτέρω λόγοι δύναται να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, εφόσον αναφέρονται στις απαιτήσεις των αναγγελθέντων δανειστών, είτε στο δικονομικό δίκαιο) εφόσον αφορούν τη διαδικασία της κατατάξω από της αναγγελίας και μέχρι της σύνταξης του πίνακα κατάταξες. Οσάκις ο ανακόπτων προσβάλλει την καταταγείσα απαίτηση του καθού η ανακοπή διά πραγματικών ισχυρισμών που αποτελούν την ιστορική βάση ενστάσεων, φέρει το βάρος απόδειξης αυτών, εφόσον ο καθού η ανακοπή αρνείται την αλήθεια των υπό του ανακόπτοντος επικαλουμένων ισχυρισμών, κατά το άρθρο δε 262 παρ. 1 ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Ειδικότερα, στην ένσταση παραγραφής πρέπει να αναφέρεται, εκτός από το χρόνο γέννησης της αξίωσης ή εκάστης των αξιώσεων και το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής, αλλιώς η ένσταση είναι αόριστη (ΑΠ 1355/1998).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 εδ. α’ και γ’ του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2556/1997 και αναριθμήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 56 του Ν. 2676/1999, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 2972/2001 (Α’ 291), εφαρμόζεται για απατήσεις μισθολογικών περιόδων πριν από την εφαρμογή της Αναλυτικής Περιοδικής Δηλώσεως, ορίζεται ότι: "Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α., για τη βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεων του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το Ι.Κ.Α., υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία.... Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α προς είσπραξη όλων των χρηματικών απαιτήσεων του, καθώς και των απαιτήσεων των φορέων, κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών κοινωνικής πολιτικής, των οποίων τις εισφορές συνεισπράττει το Ι.ΚΑ, παραγράφεται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε υπό στενή έννοια (ταμειακό)....".

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, ερευνώντας το λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας, με τον οποίο η τελευταία αμφισβήτησε αφενός τις απαιτήσεις ποσού 39.608,28 Ευρώ, για το οποίο κατετάγη το αναιρεσίβλητο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στον ανακοπτόμενο πίνακα, αφετέρου τον προνομιακό χαρακτήρα τους, καθώς επίσης τον περί παραγραφής τούτων ισχυρισμό της, άλλως ότι αυτές προέκυψαν προ της ενάρξεως ισχύος του ν. 2972/2001 (27-12-2001) και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 975 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 16 του ν. 2972/2001, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Από τα προσκομιζόμενα, εκατέρωθεν μετ’ επικλήσεως έγγραφα.

αποδεικνύεται ότι η αναγγελθείσα απαίτηση του "ΕΚ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ." είναι υπαρκτή και αφορά, σε ασφαλιστικές εισφορές που οφείλει σ’ αυτό η καθ’ ης η εκτέλεση εταιρία ("... Α.Ε."), οι οποίες εκ του νόμου έχουν προνομιακό χαρακτήρα. Επομένως ο λόγος αυτός της lns ανακοπής, καθ" όσον αφορά την αμφισβήτηση της υπάρξεως της απαιτήσεως του 2ου των καθ’ ων ("ΕΚ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.") και του προνομιακού της χαρακτήρος, είναι αβάσιμος και πρέπει ν* απορριφθεί.

Περαιτέρω, ο αυτός λόγος της ανακοπής, καθ’ όσον αφορά, το δεύτερο σκέλος του, περί παραγραφής, πρέπει ν’ απορριφθεί αυτεπαγγέλτους ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας. καθ’ όσον η ανακόπτουσα, εκθέτοντας στο δικόγραφο της 1 ανακοπής τα θεμελιωτικά του περιστατικά, περιορίζεται στην αναφορά, ότι: "...το κατάστημα, του Ι.Κ.Α.

Ξάνθης ανήγγειλε στον πλειστηριασμό απαιτήσεις του που γεννήθηκαν τμηματικά κατά το χρονικό διάστημα από 30-9-1996 μέχρι την 31-12-1999, οι οποίες στο σύνολο τους (κύριες εισφορές) ανερχόταν σε 158.962,23 €. Το ποσό αυτό επιβάρυνε με πρόσθετα τέλη, τμηματικό, και πάλι, συνολικού ποσού 191.513,27 € και έτσι. το, συνολικό ποσό ανήλθε σε 350.475.50 €, για το οποίο και αναγγέλθηκε ως προνομιούχος δανειστής, κατ’ άρθρο 975 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν.2972/2001.

Τις άνω απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. αμφισβητούμε και αρνούμαστε.....ως παραγεγραμμένες...", χωρίς να. εκθέτει τον χρόνο γεννήσεως εκάστης επί μέρους απαιτήσεως του "Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.", καθώς και το χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής για. κάθε τέτοια αξίωση, ώστε να κριθεί, αν από το χρονικό αυτό σημείο έως το καταληκτικό της σημείο συμπληρώθηκε ο χρόνος, που προβλέπεται από την ως άνω διάταξη του άρθρου 27 παρ. 6 εδ.

α’ και γ’ του Α.Ν. 1846/1951. Τέλος, ο αυτός λόγος κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι εν προκειμένου δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 975 αριθμ. 6 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 2972/2001, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθ’ όσον εν προκειμένου, ως προς τα προνόμια, κατατάξεως, εφαρμόζεται ο νόμος που ίσχυε κατά τον χρόνο της συντάξεως του προσβαλλόμενου πίνακος κατατάξεως (6-10-2009), ήτοι η διάταξη του άρθρου 975 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το όρθρο 16 του Ν. 2972/2001.

σύμφωνα με την οποία στην 6η τάξη είχαν υπαχθεί οι απαιτήσεις των οργανισμών .κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού και όχι μόνον αυτές που είχαν προκύψει κατά την τελευταία, διετία πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Μετά ταύτα, η 1η ανακοπή, καθ’ όσο μέρος απευθύνεται κατά του 2°" των καθ’ ων ("Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ."), πρέπει ν’ απορριφθεί." Με βάση δε τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο στη συνέχεια απέρριψε την ανακοπή της αναιρεσείουσας, καθ’ όσο μέρος απευθυνόταν κατά του αναιρεσίβλητου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.

Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν εφόσον δέχτηκε τον προνομιακό χαρακτήρα των επίδικων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου με βάση το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάταξης, αλλά και ορθώς απέρριψε, ως αόριστο τον περί παραγραφής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ώστε ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ .../2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναιρέσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν.3693/1957, όπως η πρώτη παράγραφος ισχύει μετά την υπ’ αριθμ..../8-11-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν.1738/1987, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 9 του ν.δ.2698/1953 (Ολ.ΑΠ 21/1994, ΑΠ 1467/2014), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2015 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμος Εταιρεία", για αναίρεση της υπ’ αριθμ.109/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ