Legislator Case Law & Legislation
1441/2015 AI generated

1441/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1441/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1441/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1441 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1441/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουτσούκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Nestle Ελλάς Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Nestle Ελλάς Παγωτά Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τεγόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5266/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 1639/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί οι αναιρεσείων με την από 22-6-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 8-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως (κατά το σκέλος του με το στοιχείο 2), την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. καθιερώνεται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, απόρροια δε αυτής αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, βάσει της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλο (διανομέα) τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο.

Με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ο διανομέας συνήθως αναλαμβάνει την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ εξάλλου έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, αν και δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.

Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διακρίνεται από τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία ρυθμίζεται από το π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο παραγωγός αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Ωστόσο, αν και ο αποκλειστικός διανομέας συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρηματικό κίνδυνο, ενώ ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία.

Στη σύμβαση αυτή, λόγω ελλείψεως ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του π.δ.219/ 1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ.4 ν.3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ.249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργανώσεως του προμηθευτή (Ολ.Α.Π.16/2013).

Εξάλλου κατά το άρθρο 8 παρ.2, 3, 4 και 8 του π.δ.219/1991, όπως ισχύει μετά τις κατά τα ανωτέρω τροποποιήσεις του: "Σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου" (παρ.2). "Οταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ.3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη..." (παρ.4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων" (παρ.8).

Περαιτέρω στο άρθρο 9 παρ.1 εδ.α και β του π.δ.219/1991, όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.

Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β. Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

γ. Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ενός είδους ευλόγου ή δικαίας αποζημιώσεως, όπως ιδίως φαίνεται και από την πιο πάνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ.1 εδ.α του π.δ.219/1991.

Το πραγματικό του άρθρου 9 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της συμβάσεως και γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι "δίκαιη", αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιπτώσεως και ιδιαιτέρως οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (Α.Π.1853/2013).

Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 8 και 9 του π.δ.219/1991 προκύπτει ότι από την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 παρ.1 περ.α αποζημίωση πελατείας διαφέρει η διαλαμβανόμενη στο στοιχείο γ της ίδιας παραγράφου αξίωση για ανόρθωση της ζημίας, η οποία δεν είναι παρά η αξίωση της αποζημιώσεως του κοινού δικαίου την οποία έχει ενδεχομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο διανομέας.

Για τη γέννηση της τελευταίας αυτής αξιώσεως απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευομένου ή τέλεση εκ μέρους του αδικοπραξίας. Η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημιώσεως πελατείας και περιλαμβάνει τόσο τη θετική όσο και την αποθετική ζημία. Επομένως ο εμπορικός αντιπρόσωπος ή ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούται σωρευτικά τόσο την αποζημίωση πελατείας όσο και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει βέβαια την πρόκληση, από την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του εντολέα, ζημίας στον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα.

Η περαιτέρω αυτή ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που αυτός θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου διάρκειας της συμβάσεως.

Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση συμβάσεως αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση περαιτέρω ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, που με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε ο αντιπρόσωπος ή ο διανομέας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η οριζόμενη για την καταγγελία προθεσμία από το άρθρο 8 παρ.3 και 4 του π.δ. 219/1991 (Α.Π.165/2015).

Είναι δε προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας και εκείνης της αποκλειστικής διανομής για τον εμπορικό αντιπρόσωπο ή το διανομέα, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή ανάλογα με τη διάρκειά της, αξιολογώντας ότι η κατ’ ανώτατο όριο προθεσμία των έξι μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου ή του διανομέα.

Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρεκκλίσεως από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση με την επίκληση παραβιάσεως διατάξεων άλλων νόμων, όπως του ν.146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", του άρθρου 281 Α.Κ. σε συνδυασμό με 914 Α.Κ. ή του άρθρου 919 Α.Κ. (Α.Π.1784/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28-4-2010 αγωγή του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε τα εξής:

Ότι υπήρξε αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων (παγωτών) παραγωγής της εναγομένης, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη, στις περιοχές ... αρχικώς (από το έτος 1987) υπό την εταιρική επωνυμία "..." και στη συνέχεια (από την 1-1-1997) ατομικώς κατόπιν μεταβιβάσεως της συμβάσεως με τη συναίνεση της εναγομένης στην ατομική του επιχείρηση.

Ότι ειδικότερα μεταξύ των διαδίκων καταρτίζονταν διαδοχικές συμβάσεις ενιαύσιας ή διετούς διάρκειας μέχρι το έτος 2000, οι οποίες ανανεώθηκαν με την από 1-11-2000 όμοια σύμβαση διαρκείας μέχρι 31-10-2003, η οποία ανανεώθηκε με την από 1-11-2003 όμοια σύμβαση που ίσχυσε μέχρι 31-10-2006, στη συνέχεια παρατάθηκε για δύο μήνες μέχρι 31-12-2006 και στη συνέχεια υπογράφηκε η από 1-1-2007 σύμβαση διαρκείας μέχρι 31-12-2009.

Ότι η ένδικη συναλλακτική σχέση, λόγω των αλλεπάλληλων ανανεώσεων και παρατάσεων, πράγματι αποτελούσε μία σύμβαση αορίστου χρόνου, η οποία λύθηκε στις 31-12-2009, άλλως στις 14-1-2010 κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα από υπαιτιότητα της εναγομένης. Ότι η σύμβαση αυτή έχει το χαρακτήρα συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, δεδομένου ότι κατά τη συμφωνία των διαδίκων αυτός μεν ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράζει αποκλειστικά από την εναγομένη τα πιο πάνω προϊόντα της, καταβάλλοντάς της το συμφωνημένο τίμημα και να τα μεταπωλεί στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, εκδίδοντας τα αντίστοιχα παραστατικά (δελτία αποστολής-τιμολόγια πωλήσεως) και με δικό του κίνδυνο, οργανώνοντας όμως την επιχείρησή του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο της εναγομένης και να τηρεί τους δικούς της εμπορικούς όρους, όπως διαφήμιση, σήματα και τρόπο εξυπηρετήσεως πελατείας, χωρίς να την ανταγωνίζεται.

Ότι οι επί μέρους συμβάσεις από το έτος 2000 και εφεξής ήταν τυποποιημένες, χωρίς δυνατότητα ατομικής διαπραγματεύσεως και περιλάμβαναν τους αναφερόμενους καταχρηστικούς όρους. Ότι για τη διαμεσολαβητική του δραστηριότητα λάμβανε αμοιβή η οποία μέχρι τις 31-12-2006 ανερχόταν σε ποσοστό 9,5% για τους μικρούς πελάτες και σε 5% για τους μεγάλους και από την 1-1-2007 σε 7% επί του καθαρού πραγματοποιούμενου τζίρου και σε 0,55 ευρώ ανά κιβώτιο φορτώσεως για όλους τους πελάτες, καθώς και πρόσθετη αμοιβή ("πριμ") για την επίτευξη διάφορων στόχων.

Ότι, χάρη στις προσπάθειές του και στην ανεύρεση πελατείας εκ μέρους του, ο τζίρος της εναγομένης στην αποκλειστικά παραχωρηθείσα περιοχή αυξήθηκε από 120.000 σε 700.000 ευρώ περίπου και θα ήταν μεγαλύτερος αν η εναγομένη δεν αφαιρούσε από αυτόν περί τους 230 πελάτες που πραγματοποιούσαν τζίρο 200.000 ευρώ. Ότι η εναγομένη, πριν από τη λήξη της από 1-1-2007 συμβάσεως, του επέβαλε την υπογραφή της από 1-9-2009 συμβάσεως με διάρκεια ισχύος από 1-1-2010 μέχρι 31-12-2012, διαβεβαιώνοντάς τον ότι ήταν όμοια με την προηγούμενη.

Ότι η εναγομένη τον Οκτώβριο 2009, αφού εξασφάλισε την υπογραφή της τελευταίας συμβάσεως, ανακοίνωσε στον ίδιο και στους λοιπούς διανομείς ότι από την 1-1-2010 θα αλλάξει το σύστημα φορτώσεως και τιμολογήσεως και ότι εφεξής κάθε διανομέας δεν θα αγοράζει πλέον τα προϊόντα της προκαταβάλλοντας την αξία τους, όπως γινόταν μέχρι τότε, αλλά θα τα παραλαμβάνει χωρίς να προκαταβάλλει την αξία τους, θα τα διανέμει στο όνομα και για λογαριασμό αυτής και στο τέλος της ημέρας θα αποδίδει σ’ αυτήν την εισπραχθείσα αξία τους και θα γίνεται η εκκαθάριση της αμοιβής του.

Ότι με τον τρόπο αυτό, από αποκλειστικός διανομέας που ήταν μέχρι τότε, θα λειτουργούσε έκτοτε ως παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος. Ότι με την από 8-1-2010 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία του διαμαρτυρήθηκε για την αλλαγή αυτή και ζήτησε να του δηλώσει η εναγομένη μέσα σε προθεσμία τριών ημερών αν θα διατηρήσει το προηγούμενο καθεστώς, δηλώνοντάς της ότι διαφορετικά θα θεωρήσει ότι αυτή διακόπτει τη συνεργασία τους.

Ότι η εναγομένη με την από 12-1-2010 εξώδικη απάντησή της που του επιδόθηκε στις 14-1-2010 δήλωσε ότι εμμένει στην εφαρμογή του νέου συστήματος, ανέθεσε δε τη διανομή των προϊόντων της στις κατά τα ανωτέρω παραχωρηθείσες σ’ αυτόν περιοχές σε άλλα πρόσωπα. Ότι με βάση τα ανωτέρω η ένδικη σύμβαση λύθηκε με υπαιτιότητα της εναγομένης στις 31-12-2009 άλλως στις 14-1-2010.

Ότι η καταγγελία της ένδικης συμβάσεως: α) συνιστά πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 1 ν.146/1914, δεδομένου ότι έγινε από την εναγομένη κατά τις εμπορικές μεταξύ τους συναλλαγές με σκοπό ανταγωνισμού, ήτοι με σκοπό να υφαρπάσει αζημίως την πελατεία του για λογαριασμό της ιδίας και των νέων διανομέων οι οποίοι ανέλαβαν τη διανομή των προϊόντων της στην περιοχή που του είχε παραχωρηθεί και με σκοπό να ματαιώσει τα εύλογα συμφέροντά του, επί πλέον δε είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη διότι έγινε αδικαιολόγητα, αιφνίδια, καταχρηστικά και παράνομα μετά από μακροχρόνια συνεργασία και ενώ αυτός απασχολούνταν αποκλειστικά με τα παγωτά της εναγομένης, ενόψει δε της επιλογής του χρόνου αλλαγής του συστήματος είχε ως συνέπεια την εκτόπισή του από την αγορά, β) συνιστά πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 18 παρ.2 (πράγματι δε 18Α παρ.1 και 2 ν.146/1914), δεδομένου ότι έγινε κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσεως οικονομικής εξαρτήσεως του ιδίου από την εναγομένη, αφού αυτός δεν διέθετε ισοδύναμη εναλλακτική λύση προμήθειας εφάμιλλων ανταγωνιστικών προϊόντων λόγω του χρονικού σημείου ασκήσεως της καταγγελίας, με τις πιο πάνω πράξεις δε της εναγομένης επιδιωκόταν και επιτεύχθηκε η υφαρπαγή της πελατείας του και η εκτόπισή του από τη σχετική αγορά, γ) συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ.

δεδομένου ότι είναι παράνομη ως καταχρηστική, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που τάσσουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και υπαίτια, αφού αποσκοπούσε στην εκτόπισή του από την αγορά του παγωτού, δ) συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 919 Α.Κ. δεδομένου ότι έγινε με πρόθεση να τον εκτοπίσει από την αγορά και να υφαρπάσει την πελατεία του και κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, όπως ήδη έχει εκτεθεί.

Ότι, λόγω της καταχρηστικής κατά τα ανωτέρω ασκήσεώς της, η καταγγελία είναι άκυρη και συνακόλουθα η εναγομένη έχει περιέλθει σε υπερημερία και του οφείλει ως αποζημίωση τα διαφυγόντα κέρδη ενός έτους (από 1-1-2010 έως 31-12-2010), ανερχόμενα στο ποσό των 71.507,64 ευρώ. Ότι και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική αλλά απλώς αντισυμβατική λόγω μη τηρήσεως της προθεσμίας προμηνύσεως, η εναγομένη του οφείλει ως αποζημίωση τα διαφυγόντα κέρδη έξι μηνών, ανερχόμενα στο ποσό των 35.753,82 ευρώ.

Ότι η καταχρηστική και παράνομη διακοπή της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως αποκλειστικής διανομής συνιστά προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητάς του διότι όχι μόνο καταστράφηκε παντελώς η φήμη και η υπόληψη του ως αξιοπρεπούς επαγγελματία-εμπόρου, αφού εξαφανίστηκε παντελώς από την αγορά, αλλά βλάπτεται και το ίδιο το δικαίωμά του να συμμετέχει στην αγορά και συνεπώς συνιστά παράβαση των άρθρων 57 και 59 Α.Κ.

Ότι η εναγομένη, καθώς και οι δύο επόμενες στα μερίδια αγοράς εταιρείες του κλάδου του παγωτού, που και οι τρεις μαζί συγκεντρώνουν μερίδιο της αγοράς πάνω από 95%, κατόπιν προσυνεννοήσεως με εκείνες (εναρμονισμένης πρακτικής), απαγόρευε στους συνεργάτες της (και στον ίδιο) αφενός μεν να εναποθέτουν παγωτά της σε ψυγεία άλλων εταιρειών και αφετέρου να εναποθέτουν στα ψυγεία της παγωτά άλλων εταιρειών, στόχος δε της πρακτικής αυτής ήταν η κατανομή πελατείας με σκοπό τον περιορισμό της διαθέσεως προϊόντων και τη διαμόρφωση των τιμών σε υψηλότερα επίπεδα από εκείνα στα οποία θα διαμορφώνονταν οι τιμές παγωτού, η συμπεριφορά δε αυτή συνιστά παράβαση των άρθρων 101 της "Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης" (ΣΛΕΕ) και 1 του ν.703/1977.

Ότι οι τρεις ανωτέρω εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη συγκεντρώνουν από κοινού μερίδιο αγοράς πάνω από 95%, έχουν δεσπόζουσα θέση έναντι των λοιπών μικρών παρασκευαστών παγωτού, ενώ με την εφαρμογή των παραπάνω περιοριστικών του ανταγωνισμού πρακτικών υπήρχε έλλειψη ανταγωνισμού, αυτές δε καταχρώνται τη δεσπόζουσα θέση και συγκεκριμένα η εναγομένη την καταχράσθηκε με την επιβολή κατά τα προεκτεθέντα καταχρηστικών και εκμεταλλευτικών όρων συναλλαγής και συνεπώς η συμπεριφορά αυτή συνιστά παράβαση των άρθρων 102 της ΣΛΕΕ και 2 του ν.703/1977.

Ότι εξαιτίας της ανωτέρω παράνομης, υπαίτιας και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης: 1) υπέστη ζημία ανερχόμενη: α) στα ποσά των 357.377,10, άλλως 214.426,26, άλλως 71.475,42, άλλως 35.737,71 ευρώ αντίστοιχα, που αποτελούν τα διαφυγόντα κέρδη, ήτοι εκείνα τα οποία με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και με βάση τις πωλήσεις που πραγματοποιούσε μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, θα αποκόμιζε από προμήθειες επί μία πενταετία, άλλως μία τριετία, άλλως ένα έτος, άλλως ένα εξάμηνο από τη λύση της ένδικης συμβάσεως, αντίστοιχα, β) στο ποσό των 86.595,12 ευρώ που αποτελεί την εύλογη αποζημίωση πελατείας, υπολογιζόμενη με βάση το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που έλαβε κατά την τελευταία πενταετία της συμβάσεως, δεδομένου ότι καθ’ όλο το διάστημα της λειτουργίας της συμβάσεως αυτής εισέφερε τους αναφερόμενους πελάτες, άλλως διατήρησε τους ήδη υπάρχοντες, με αποτέλεσμα η εναγομένη να διατηρεί προφανή οφέλη από αυτούς, αφού θα παραμείνουν στο πελατολόγιό της και μετά τη λύση της ένδικης συμβάσεως και 2) υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση ποσού 100.000 ευρώ.

Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτά γενόμενο περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει τα προαναφερθέντα ποσά, νομιμοτόκως με τις επί μέρους διακρίσεις. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς το κονδύλιο αποζημιώσεως λόγω διαφυγόντων κερδών για το πέραν του εξαμήνου χρονικό διάστημα αφού, κατά τα προεκτεθέντα, στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου επιδικάζεται αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών κατ’ ανώτατο όριο για έξι μήνες, ανεξαρτήτως του αν γίνεται επίκληση και παραβιάσεως διατάξεων άλλων νόμων.

Ούτε ήταν νόμιμο το κονδύλιο αυτό για μία τριετία, ήτοι μέχρι τη λήξη της τελευταίας επί μέρους συμβάσεως τριετούς διαρκείας που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, δεδομένου ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε με την αγωγή του ότι, παρά τις επί μέρους συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου.

Συνεπώς το εφετείο που δέχθηκε τα ίδια δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.2, 3 και 8, 9 παρ.1 περ.γ του π.δ.219/1991, 281, 288, 297, 298, 330, 361 Α.Κ. και 18Α του ν.146/1914 ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τους θεμελιωτικούς της βάσεως της αγωγής από τα άρθρα 298 και 18Α ν.146/1914 πραγματικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 8 περ.β Κ.Πολ.Δ. δεύτερος, κατά τα σκέλη του με τα στοιχεία 1, 2α και 2β, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Nestle Ελλάς Παγωτά Α.Ε." (εφεξής Nestle), πρώην "Nestle Ελλάς Α.Ε." που αποτελεί καθολική διάδοχο με εξαγορά των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δέλτα Βιομηχανία Παγωτού Α.Ε.", χωρίς καμία μεταβολή της νομικής της προσωπικότητας, δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής παγωτών υπό το σήμα "Δέλτα" και "Nestle", τα οποία διανέμει στην Ελλάδα μέσω δικτύου συνεργατών της.

Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] είναι αποκλειστικός διανομέας της εναγομένης από το έτος 1987, αρχικά ως εκπρόσωπος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "...", στην οποία είχε παραχωρηθεί δυνάμει σχετικής σύμβασης με τη δικαιοπάροχο της εναγομένης "Δέλτα Βιομηχανία Παγωτού Α.Ε." το δικαίωμα αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της, και από 1-1-1997 ως φυσικό πρόσωπο, κατόπιν μεταβίβασης της σύμβασης αυτής με τη συναίνεση της εναγομένης στην ατομική του επιχείρηση, στις περιοχές Ηλιούπολης και ...

δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ενιαύσιας και διετούς διάρκειας μέχρι το έτος 2000. Την 1-11-2000 συνήφθη όμοια γραπτή σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και της δικαιοπαρόχου της εναγομένης διάρκειας μέχρι 31-10-2003, η οποία ανανεώθηκε με την από 1-11-2003 όμοια σύμβαση διάρκειας μέχρι 31-10-2006 που παρατάθηκε μέχρι 31-12-2006 και στη συνέχεια υπογραφηκε μεταξύ των διαδίκων η από 1-1-2007 σύμβαση τριετούς διάρκειας, ήτοι μέχρι 31-12-2009.

Λίγο πριν τη λήξη αυτής υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η από 1-9-2009 ιδίου με την προηγουμένη περιεχομένου σύμβαση, διάρκειας από 1-1-2010 έως 31-12-2012, η οποία, όπως και η προηγουμένη διεπόταν από έντυπους "γενικούς όρους συνεργασίας", που αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα αυτών. Με τις ανωτέρω συμβάσεις ο ενάγων είχε αναλάβει την κατ’ αποκλειστικότητα διανομή και διάθεση των προϊόντων της εναγομένης στις συγκεκριμένες περιοχές ή στους πελάτες που θα του υποδείκνυε η εναγομένη, σύμφωνα με τους εμπορικούς όρους και οδηγίες της τελευταίας, η οποία από μέρους της είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην πωλεί και διαθέτει, με οποιοδήποτε τρόπο, σε τρίτους τα προϊόντα της στην περιοχή ή στους πελάτες που παραχώρησε στον ενάγοντα.

Σύμφωνα με τις συμβάσεις ο ενάγων διατηρούσε μία ανεξάρτητη επιχείρηση, συναλλασσόμενη με τους τρίτους στο δικό του όνομα, με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα ανωτέρω εμπορικά σήματα της εναγομένης, ενώ ήταν υποχρεωμένος να μην παράγει, πωλεί και διαθέτει καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στη διάρκεια της σύμβασης, προϊόντα ανταγωνιστικά των συμβατικών και γενικά να μη λειτουργεί ανταγωνιστικά προς την εναγομένη.

Η αμοιβή του για τη διαμεσολαβητική του αυτή δραστηριότητα μέχρι την 31-12-2006 ανερχόταν για μεν τις πωλήσεις σε μικρούς πελάτες (στους οποίους οι πωλήσεις γίνονταν τοις μετρητοίς) σε ποσοστό 9,5% επί της προ ΦΠΑ αξίας των αγορών, για δε τους μεγάλους επί πιστώσει πελάτες (αλυσίδες υπεραγορών) σε ποσοστό 5% επί της προ ΦΠΑ αξίας των αγορών.

Με τις δύο τελευταίες συμβάσεις (από 1-1-2007 και από 1-9-2009) η αμοιβή του ορίστηκε σε ποσοστό 7% επί του καθαρού πραγματοποιούμενου τζίρου, πλέον 0,55 ευρώ και από 1-1-2010 πλέον 0,59 ευρώ ανά κιβώτιο φόρτωσης, με επιπλέον "πριμ" για την επίτευξη ορισμένων στόχων πωλήσεων. Η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, καθ’ όλη τη διάρκειά της λειτούργησε ως εξής:

Ο ενάγων, ο οποίος διέθετε την απαιτούμενη υποδομή και κεφάλαια για τη διανομή και διάθεση των προϊόντων (παγωτών) της εναγομένης, δηλαδή δικό του φορτηγό αυτοκίνητο, εφοδιασμένο με ισόθερμο ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχάνημα, υπαλληλικό προσωπικό και δικά του μηχανογραφικά-ηλεκτρονικά μέσα, παραλάμβανε καθημερινά τις πρώτες πρωινές ώρες το φορτηγό αυτοκίνητο από τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της εναγομένης, το οποίο η τελευταία είχε επαρκώς και κατάλληλα εφοδιάσει με τα προϊόντα της.

Η ποσότητα και το είδος αυτών προδιορίζονταν την προηγούμενη ημέρα, ανάλογα με τις διαπιστωμένες από τον ενάγοντα ανάγκες των σημείων πώλησης που αυτός εξυπηρετούσε. Κατά την παραλαβή τους ο ενάγων κατέβαλλε στην εναγομένη το τίμημα των εμπορευμάτων μειωμένο κατά το πιο πάνω ποσοστό της συμφωνηθείσης αμοιβής του και εξέδιδε στο όνομά του τα σχετικά δελτία παραγγελίας.

Για τους μεγάλους επί πιστώσει πελάτες ο ενάγων παρέδιδε στην εναγομένη τις επιταγές (ή άλλα αξιόγραφα) που οι πελάτες αυτοί εξέδιδαν χάριν πληρωμής του οφειλομένου και πιστωθέντος τιμήματος, στο τέλος δε κάθε μήνα γινόταν εκκαθάριση. Ακολούθως ο ενάγων εκτελούσε το προκαθορισμένο δρομολόγιο προς τα σημεία λιανικής πώλησης, όπου μεταπωλούσε τα προϊόντα της εναγομένης στην αξία που τα είχε αγοράσει προσαυξανόμενη με το ανωτέρω ποσοστό της αμοιβής του, εκδίδοντας στο όνομά του αντίστοιχα μηχανογραφημένα τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και εκτυπωτή που ήσαν εγκατεστημένοι στο ιδιωτικής χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο-ψυγείο.

Με τον τρόπο αυτό η εναγομένη καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης και γνώριζε ανά πάσα στιγμή τις πωλούμενες ποσότητες σε κάθε λιανοπωλητή. Μετά το πέρας κάθε ημερήσιου δρομολογίου ο ενάγων επέστρεφε το φορτηγό αυτοκίνητο στις εγκαταστάσεις της εναγομένης προκειμένου αυτό να φορτωθεί με τα προς πώληση προϊόντα της επόμενης ημέρας.

Ο ίδιος ήταν υποχρεωμένος να φέρει στο φορτηγό του τα χρώματα και σήματα της προμηθεύτριας εναγομένης, να διακινεί τα εμπορεύματα αποκλειστικά στις ανωτέρω περιοχές, να τηρεί καθήκον εχεμύθειας και να έχει ως στόχο να διαθέτει τις οριζόμενες με βάση σχετικές εγκυκλίους της εναγομένης ποσότητες εμπορευμάτων, τον οποίο στόχο αν επιτύγχανε θα αμειβόταν με πρόσθετη αμοιβή (πριμ), να επισκέπτεται τους λιανοπωλητές, επιθεωρώντας τα σημεία πώλησης, την ορθή λειτουργία τους, την επάρκεια των αποθεμάτων τους, την καλή εμφάνιση και κατάστασή τους και εν γένει να προωθεί τα συμφέροντα της προμηθεύτριάς του.

Η εναγομένη καταχωρούσε στο μηχανογραφικό της σύστημα με τον κωδικό του ενάγοντος όλους τους πελάτες αυτού, τις τιμές μεταπώλησης και τους κωδικούς των εμπορευμάτων. Με βάση τα παραπάνω οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στην οποία έχουν εφαρμογή τα άρθρα 8 και 9 του π.δ.219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων"...

εφόσον ο ενάγων: α) έφερε ο ίδιος τον επιχειρηματικό κίνδυνο της επιχείρησής του (βλ. σχετικό σημείο της σύμβασης, όπου γίνεται λόγος ότι ο ανωτέρω φέρει τα κάθε λογής έξοδα της επιχείρησής του, έξοδα απόκτησης, κίνησης, ασφάλισης του αυτοκινήτου, αμοιβές για ασφάλιση του προσωπικού κλπ), β) είχε υποχρέωση εχεμύθειας και μη ανταγωνισμού ακόμα και για ένα έτος μετά τη λύση της σύμβασης, γ) είχε δική του επιχείρηση που συντηρούσε με δικές του δαπάνες, ενταγμένος ωστόσο κατά τα ανωτέρω στο δίκτυο διανομής της εναγομένης, δ) είχε υποχρέωση να διακινεί τα προϊόντα της σε γεωγραφικά οριοθετημένη κατά τα ανωτέρω περιοχή, ε) το αυτοκίνητό του έφερε αποκλειστικά χρώματα και σήματα της εναγομένης και στ) προμηθευόταν αποκλειστικά από την εναγομένη τα εμπορεύματά του, η δε αμοιβή του συνίστατο στη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής μεταπώλησης αυτών, για τα οποία μάλιστα και εξέδιδε τιμολόγια στο όνομά του.

Εξάλλου από την εκτίμηση του περιεχομένου των άνω συμβάσεων προκύπτει κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι στην πραγματικότητα λειτούργησε μία μακροχρόνια σχέση αορίστου χρόνου, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζονταν μεταξύ των διαδίκων "αλυσιδωτές" μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι αλλά εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά βάση οι περιεχόμενοι (όροι) στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνταν με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα μόνο σημεία.

Το γεγονός ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν οι μεταγενέστερες συμβάσεις διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και τροποποιούνταν το ύψος της αμοιβής του ενάγοντος διανομέα, δεν προσδίδει αυτό και μόνο στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως νέων συμβάσεων ορισμένου χρόνου, αφού πρόκειται για τροποποίηση μεμονωμένου συμβατικού όρου, ενώ καθ’ όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης συνεργασίας των διαδίκων εξακολουθούσαν να ισχύουν κατά τα λοιπά οι ίδιοι ουσιώδεις συμβατικοί όροι που περιέχονταν στις προγενέστερες συμβάσεις.

Επομένως πρόκειται για μία ενιαία συμβατική σχέση αόριστης διάρκειας, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του άρθρου 8 του άνω π.δ. (219/1991) όσον αφορά την καταγγελία της σύμβασης... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Οκτώβριο του 2009 και ενώ ο ενάγων είχε υπογράψει κατά τα προαναφερθέντα την από 1-9-2009 σύμβαση, η οποία είχε ίδιο περιεχόμενο με την προηγούμενη (από 2007 σύμβαση) η εναγομένη του γνωστοποίησε προφορικά, όπως και σε άλλους διανομείς, ότι από 1-1-2010 θα άλλαζε το σύστημα της συνεργασίας τους και ότι πλέον αυτός θα παραλαμβάνει τα εμπορεύματα επί παρακαταθήκη στην αρχή κάθε ημέρας χωρίς να προκαταβάλει την αξία τους και στο τέλος κάθε ημέρας θα της αποδίδει τις εισπράξεις, οπότε και θα γινόταν η εκκαθάριση της αμοιβής του.

Ο ενάγων, αρνούμενος να συμμορφωθεί στην ανωτέρω αλλαγή, με την από 8-1-2010 εξώδικη δήλωσή του που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην εναγομένη... διαμαρτυρήθηκε (μαζί με τους διανομείς Α. Λ. και Σ. Κ.) για την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της μεταξύ τους σύμβασης, θεωρώντας ότι η εναγομένη επιχείρησε να μεταβάλει το καθεστώς της συνεργασίας τους επιβάλλοντας σ’ αυτόν να λειτουργεί πλέον όχι ως αποκλειστικός διανομέας αλλά ως παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος και δήλωσε ότι επιθυμούσε να συνεχίσει τη συνεργασία τους μόνο με το μέχρι τότε ισχύον καθεστώς.

Η εναγομένη με την από 12-1-2010 εξώδικη απάντησή της (επιδοθείσα στον ενάγοντα την 14-1-2010) δήλωσε ότι δεν μεταβλήθηκε η νομική φύση της συνεργασίας τους, η οποία σύμφωνα με αυτή δεν είχε ποτέ το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής και ότι επρόκειτο για ορθότερη φορολογική προσέγγιση που προτάθηκε και έγινε αποδεκτή από τους περισσότερους συνεργάτες της.

Συγχρόνως κάλεσε τον ενάγοντα εντός δύο ημερών να συνεχίσει την εκτέλεση της σύμβασης, διαφορετικά η άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας θα συνιστούσε αδικαιολόγητη άρνησή του για λόγους που βαρύνουν αποκλειστικά τον ίδιο. Τέλος ο ενάγων με την από 14-1-2010 εξώδικη δήλωση με διαμαρτυρία, που κοινοποίησε στην εναγομένη την 19-1-2010, δήλωσε ότι μετά την παραπάνω εξώδικη απάντησή της και την εμμονή της στην εφαρμογή του νέου συστήματος, θεωρεί ότι αυτή (εναγομένη) έλυσε τη μεταξύ τους σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας από υπαιτιότητά της.

Από το περιεχόμενο των παραπάνω εξωδίκων δηλώσεων των διαδίκων μερών προκύπτει ότι ο ενάγων κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση για το λόγο ότι η εναγομένη επιχείρησε να μεταβάλει ουσιωδώς τους ισχύοντες μέχρι τότε όρους λειτουργίας της (σύμβασης), καθιστώντας αυτόν παραγγελιοδοχικό αντιπρόσωπο. Και ναι μεν δεν τήρησε τις προβλεπόμενες στο άρθρο 8 παρ.4 του π.δ.219/1991 για την άσκηση της καταγγελίας προθεσμίες, πλην όμως η μη τήρησή τους οφείλεται στη συνδρομή έκτακτων περιστάσεων (παρ.8 του άρθρου 8 του ίδιου π.δ.), που συνίστανται εν προκειμένω στην επιχειρούμενη από την εναγομένη μονομερή (χωρίς συμφωνία) μεταβολή των όρων λειτουργίας της σύμβασης κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό του...

Η καταγγελία που έλαβε χώρα εξαιτίας της επιχειρούμενης αυτής μεταβολής, η οποία θα είχε άμεση έννομη συνέπεια στον μετέπειτα τρόπο λειτουργίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, ανάγεται συνακόλουθα σε υπαιτιότητα της εναγομένης... Την ίδια τύχη με τον ενάγοντα είχαν κατά τον επίδικο χρόνο και άλλοι διανομείς της εναγομένης, όπως ο Α.

Λ. και Σ. Κ., οι συμβάσεις των οποίων καταγγέλθηκαν με όμοιο τρόπο για την ίδια αιτία... Ενόψει των ανωτέρω... ο ενάγων, λόγω της ως άνω άκαιρης διακοπής της ένδικης σύμβασης από υπαιτιότητα της εναγομένης, δικαιούται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε με βάση τα ως άνω ληφθέντα από αυτόν προπαρασκευαστικά μέτρα (υποδομή-εξοπλισμό-πελατεία) από τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης, κατά το επόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εξάμηνο (μέχρι τη συμπλήρωση της εξάμηνης προθεσμίας που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της...).

Λαμβανομένου δε υπόψη ότι κατά το έτος 2009 η αμοιβή (προμήθειες και πριμ) του ενάγοντος από τις πωλήσεις του ανήλθε σε 71.475,41 ευρώ... το ποσό το οποίο με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε κατά το επίδικο διάστημα των έξι μηνών ανέρχεται στο ήμισυ του άνω ποσού, ήτοι σε 35.737,71 ευρώ.

Αντιθέτως... δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης εξασφάλισε νέους πελάτες στην εναγομένη ούτε ότι προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της τελευταίας με τους υπάρχοντες πελάτες, με συνέπεια να μη δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτής...

Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους αυξητική πορεία στο πελατολόγιο της εναγομένης στην παραχωρηθείσα περιοχή, όπως τούτο εμφαίνεται και στις ενσωματωμένες στην αγωγή συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών των ετών 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009, τις οποίες συνέταξε ο ίδιος ο ενάγων.

Στις καταστάσεις αυτές ο αριθμός των πελατών του ανέρχεται το έτος 2005 σε 134, το έτος 2006 σε 117, το 2007 σε 146, το 2008 σε 124 και το έτος 2009 σε 116. Επίσης στις ίδιες καταστάσεις ο συνολικός τζίρος που πραγματοποίησε από τις συναλλαγές του ανέρχεται το έτος 2005 σε 707.369,04 ευρώ, το έτος 2006 σε 733.219,66 ευρώ, το έτος 2007 σε 836.440,55 ευρώ, το έτος 2008 σε 841.867,16 ευρώ και το έτος 2009 σε 703.365,57 ευρώ.

Επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για εισφορά νέων πελατών στην εναγομένη ή για προαγωγή και μάλιστα σημαντική των υποθέσεων αυτής με τους υπάρχοντες πελάτες και ως εκ τούτου το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για αποζημίωση πελατείας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η διακοπή της σύμβασης από την εναγομένη έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος, σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη με σκοπό την εκτόπιση του ενάγοντος από τη σχετική αγορά και την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας του και με την πρόθεση να υποστεί αυτός οικονομική καταστροφή.

Όπως αναφέρθηκε η εναγομένη θέλησε να αλλάξει το σύστημα συνεργασίας της με τον ενάγοντα, τροποποιώντας τους μέχρι τότε όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Ωστόσο μόνο το γεγονός αυτό, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, όπως μεθοδεύσεις προς απόσπαση της πελατείας του ενάγοντος, η οποία (πελατεία) άλλωστε ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιό της (εναγομένης), προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησης του ενάγοντος διανομέα με σκοπό να αναλάβει τις πωλήσεις στην περιοχή άλλος διανομέας με τις ίδιες προϋποθέσεις, κακοβουλία κλπ, δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθεμένων από το άρθρο 281 Α.Κ.

ορίων ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, έστω και αν ο ενάγων τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την εναγομένη, λόγω της προμήθειας από αυτήν αποκλειστικά των ειδών που εμπορευόταν. Και τούτο διότι η εναγομένη εύλογα κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές μπορεί να χρησιμοποιήσει δικά της κριτήρια διάρθρωσης της επιχείρησής της και να αναπτύξει ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της και προώθησης των πωλήσεων, έτσι ώστε να ενισχυθεί η θέση της στην αγορά έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων.

Η λύση της σύμβασης εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον ενάγοντα δυνατότητες της εναγομένης και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δικτύου της που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και ότι προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της θέσης έναντι του ενάγοντος με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό, καθώς και ότι η ίδια προέβη στην καταγγελία της σύμβασης κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του ενάγοντος από αυτήν κατά παράβαση του άρθρου 18α ν.146/1914...

αφού ο ενάγων διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις. Ειδικότερα αυτός είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει αντίστοιχα τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρεία από αυτές που δραστηριοποιούνταν στον ίδιο χώρο, με παρόμοιο (με την εναγομένη) σύστημα διανομής, οι οποίες κατονομάζονται στην αγωγή.

Επιπλέον δεν αποδείχθηκε ότι η διακοπή της συνεργασίας τους έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας στον ενάγοντα ούτε ότι η εναγομένη επιχείρησε πράξεις ανταγωνισμού και χρήση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών... Ακόμη δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την καταγγελία της σύμβασης έβλαψε το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση του ενάγοντος ως επιχειρηματία, λαμβανομένου υπόψη ότι η διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας δεν συνοδεύτηκε από δυσφημιστικές διαδόσεις γνωστοποιηθείσες σε τρίτους, έτσι ώστε να εκτίθεται σε κίνδυνο η φήμη και η αξιοπιστία του ενάγοντος".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή, εξαφάνισε μερικώς την προσβαλλόμενη απόφαση (κατά τα κεφάλαια: α) της αξιώσεως για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία παραβάσεως των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν.703/1977 και β) των διαφυγόντων κερδών της εξάμηνης προθεσμίας προμηνύσεως, καθώς και της δικαστικής δαπάνης) και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή ως προς τα κεφάλαια αυτά, απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη ως προς το υπό στοιχείο α, την δέχθηκε ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς το υπό στοιχείο β και αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 35.737,71 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ.4 και 8 π.δ.219/1991, 1 και 18Α ν.146/1914, 57, 59, 281, 330, 361, 914, 919, 932 Α.Κ. ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς το ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης για καταβολή στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ. τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο επιχειρείται θεμελίωση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. (με αναφορά μόνο στην επικεφαλίδα του λόγου αυτού) είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Περαιτέρω όμως το εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νομίμου βάσεως ως προς το ζήτημα της μη συνδρομής των προϋποθέσεων επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος αποζημιώσεως πελατείας αφού διέλαβε σ’ αυτήν ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και τούτο διότι, προκειμένου ν’ αποφανθεί ότι ο αναιρεσείων δεν εξασφάλισε νέους πελάτες στην αναιρεσίβλητη και δεν προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της τελευταίας με τους υπάρχοντες πελάτες, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.1 περ.α και β του π.δ.219/1991, δεχόμενο ότι "δεν αποδείχθηκε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους αυξητική πορεία στο πελατολόγιο της εναγομένης στην παραχωρηθείσα περιοχή, όπως τούτο εμφαίνεται και στις ενσωματωμένες στην αγωγή συγκεντρωτικές καταστάσεις πελατών των ετών 2005, 2006, 2007, 2008 και 2009, τις οποίες συνέταξε ο ίδιος ο ενάγων".

Έτσι, ενώ έπρεπε να λάβει υπόψη τον αριθμό των πελατών στην παραχωρηθείσα περιοχή κατά την έναρξη και τη λήξη της ένδικης συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, περιορίστηκε στη σύγκριση του αριθμού των πελατών από το έτος 2005 μέχρι τη λήξη της συμβάσεως, ήτοι κατά την τελευταία πενταετία της λειτουργίας αυτής.

Συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. πρώτος (κατά το σκέλος του με το στοιχείο 2) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που αφορά το κεφάλαιο της αγωγής του αναιρεσείοντος για αναγνώριση της υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης να του καταβάλει αποζημίωση πελατείας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών σκελών του πρώτου λόγου αναιρέσεως που αφορούν το ίδιο πιο πάνω κεφάλαιο, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.). Εξάλλου πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην ανάλογη με την έκταση της νίκης του δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 178, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., όπως η παρ.4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1639/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αιτήσεως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 21 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ