Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision upholding invalid settlement agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding a settlement agreement. The appellant argued the agreement was invalid due to lack of legal basis and potential undue influence, but the court found the lower courts correctly applied the relevant civil code provisions. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the settlement was upheld as valid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 140-142, 872, 179 of the Civil Code; Articles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure: The court must examine the merits of an appeal if a party appears, and the appeal is inadmissible if the appellant fails to prove the lower court erred in applying substantive law regarding contract validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1441 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1441/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γεωργόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων:1.Σ. Α. του Ε., κατοίκου ..., 2.Π. Ν. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Συλεούνη, 3.της Κοινοπραξίας "Γ. Π.-Α. Σ.", που εδρεύει στην ..., με κοινοπρακτούντα μέλη τους: α)Γ. Π. Π., κάτοικο ...και β)Α. Π. Σ., κάτοικο ... και 4.της Κοινοπραξίας "Γ. Π. - Γ. Τ.", που εδρεύει στην ..., με κοινοπρακτούντα μέλη τους: α)Γ. Π. Π., κάτοικο ... και β)Γ. Τ., ..., οι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή ακύρωσης εξωδίκου συμβιβασμού του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας.
Εκδόθηκε η 159/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου και 22/2012 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12 Ιουλίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 19 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανιστεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, ενώ αν συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελώς είτε με την αίτηση αναίρεσης και της πράξης ορισμού δικασίμου).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και οι δύο πρώτοι από τους αναιρεσιβλήτους, ενώ δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο η τρίτη και η τέταρτη από τους αναιρεσιβλήτους. Όπως δε προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης ..., ..., ...
και ... της δικαστικής επιμελήτριας ... Σ. Α., επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στις δύο τελευταίες από τους αναιρεσιβλήτους (κοινοπραξίες), με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με ορισμένη αρμοδίως δικάσιμο την 1.4.2013, κατά την οποία η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (2.12.2013).
Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (576παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει με το λόγο αυτό τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, ο ρυθμιζόμενος στο άρθρο 871 ΑΚ συμβιβασμός υπόκειται σε ακύρωση, α) σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 872 ΑΚ, εφόσον τα γεγονότα τα οποία κατά το περιεχόμενο της σύμβασης αποτέλεσαν τη βάση του δεν αληθεύουν, δηλαδή εφόσον υφίσταται πλάνη όχι ως προς τα γεγονότα εκείνα για τα οποία υπήρχε η έριδα ή η αβεβαιότητα την οποία σκόπευε να άρει ο συμβιβασμός, αλλά σχετικά με τα περιστατικά που βρίσκονται εκτός συμβιβασμού και συνιστούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο αυτού και οι συμβαλλόμενοι ( όχι μόνον ο ένας από αυτούς) γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, και β) όπως κάθε σύμβαση, λόγω πλάνης, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142 και 154 ΑΚ.
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας η δήλωση δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και ότι είναι ουσιώδης η πλάνη όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητα του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.
Κατά δε το άρθρο 143 ΑΚ η πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης. Αν όμως τα παραγωγικά αυτά αίτια τέθηκαν ως αίρεση ή συζητήθηκαν πριν από την κατάρτιση της δικαιοπραξίας και αποτέλεσαν βάση ή προϋπόθεση αυτής, κατά τη θέληση, των μερών, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (200, 281 και 288 ΑΚ), η πλάνη ως προς τα αίτια αυτά είναι ουσιώδης και δικαιολογεί την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όπως όταν τα περιστατικά επί των οποίων τα μέρη κυρίως στήριξαν τη σύναψη της σύμβασης, ως δικαιοπρακτικό της θεμέλιο δεν συνέτρεχαν ή ανατράπηκαν ύστερα, ( Ολ ΑΠ 35/1998, ΑΠ 80/2007).
Τέλος, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων, 179, 178 και 180 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην προβλεπόμενη από το άρθρο 871 ΑΚ αμφοτεροβαρή σύμβαση του συμβιβασμού, συνάγεται ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ως αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) και ως τέτοια άκυρη, απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, α) της συνομολόγησης ή λήψης περιουσιακών ωφελημάτων που κατά το χρόνο συνομολόγησης τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή και β) της/επίτευξης των ωφελημάτων αυτών με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της, απειρίας του άλλου.
Στην έννοια της εκμετάλλευσης περιέχεται αναγκαίως και το στοιχείο της γνώσης των ανωτέρω καταστάσεων, αφού αυτό αποτελεί προϋπόθεση της εκμετάλλευσης (ΑΠ1976/2007, ΑΠ 1244/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίστηκε, με την από 18.12.2007 επίμαχη αγωγή του, τα εξής: Ότι, μεταξύ του ίδιου και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με τους δύο πρώτους από τους οποίους συνέστησε κατά το έτος 1984 αφανή εταιρία με εμφανή εταίρο τον ίδιο προς το σκοπό της εκτέλεσης δημόσιων έργων, για την ανάληψη των οποίων θα συμμετείχαν για λογαριασμό του στους σχετικούς διαγωνισμούς οι κοινοπραξίες "Γ.
Π.-Α. Σ." (τρίτη από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους) και "Γ. Π. - Γ. Τ. " (τετάρτη από τους εναγομένους και ήδη -αναιρεσιβλήτους), δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών από το 1999 έως το 2006, μετά τη λύση της συνεργασίας τους το έτος 1998, κατά το οποίο το ύψος των απαιτήσεων του εναντίον εκείνων ανερχόταν στο ποσό των 534.633,96 ευρώ τουλάχιστον, πολυάριθμοι και έντονοι δικαστικοί αγώνες ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων.
Ότι για την άρση των διενέξεων και την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών καταρτίστηκε στις 7.4.2006 το ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού με την ίδια ημερομηνία, το οποίο υπογράφηκε από τον ίδιο και τους δύο πρώτους από τους εναγομένους και στο οποίο επισυνάφθηκαν έγγραφες δηλώσεις παραίτησης του ίδιου και του αναδόχου των έργων και μέλους των εναγομένων κοινοπραξιών Γ.
Π. από τις απαιτήσεις των μερών από τη συνεργασία τους. Ότι σύμφωνα με το περιεχόμενο του πιο πάνω συμφωνητικού, το οποίο συνυπέγραψαν και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, επιλύθηκαν οι διενέξεις μεταξύ των συμβαλλομένων και εκκαθαρίστηκαν οι εκκρεμότητες και διαφορές από τη συνεργασία τους κατά το χρονικό διάστημα από 1984 έως το 1998.
δόθηκε στον ίδιο για την πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών του από οποιαδήποτε αιτία το ποσό των 136.000 ευρώ και όλοι οι συμβαλλόμενοι δήλωσαν ότι δεν έχουν καμιά απαίτηση από οποιαδήποτε αιτία ο ένας απέναντι στον άλλο και ανέλαβαν την υποχρέωση να συμπράξουν, ώστε να καταργηθούν οι μεταξύ τους δικαστικοί αγώνες, να διαγραφούν οι εγγραφείσες στο υποθηκοφυλακείο εμπράγματες αγωγές και να αρθούν οι υφιστάμενες για τις απαιτήσεις τους εμπράγματες ασφάλειες.
Ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικου συμβιβασμού, το οποίο δεν ανέγνωσε, λόγω φυσικής αδυναμίας του (ασθένειας), καταρτίστηκε ύστερα από πλάνη του ίδιου, ο οποίος είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι ο συμβιβασμός ενείχε το στοιχείο της προσωρινότητας και τελούσε υπό την αίρεση της εκκαθάρισης μετά την ανάρρωσή του των λογαριασμών από τη συνεργασία του με τους εναγομένους και ότι εάν γνώριζε το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου του συμβιβασμού δεν θα το υπέγραφε.
Ότι, ειδικότερα, κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβιβασμού ο 'ίδιος αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας του αναπνευστικού συστήματος, που εμφανίστηκε κατά τις αρχές του 2006 και επιδεινώθηκε το Μάρτιο του ίδιου έτους, χωρίς μέχρι τότε να έχει διαπιστωθεί η ακριβής φύση του με συνέπεια να έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τα εκτός της υγείας του ζητήματα, ότι οι εναγόμενοι, γνωρίζοντας την κατάσταση αυτή και ενόψει των επικείμενων ποινικών δικών που εκκρεμούσαν σε βάρος τους, προσέγγισαν τους οικείους του, δηλαδή τη σύζυγο και τις τρεις θυγατέρες του και του πρότειναν μέσω αυτών τη συμβιβαστική επίλυση των διαφορών τους, ότι οι οικείοι του, ανησυχώντας για την εξέλιξη της υγείας του και επιθυμώντας να τον αποτρέψουν από τους πολύχρονους δικαστικούς αγώνες, τον έπεισαν, αφού έλαβαν χώρα συζητήσεις μεταξύ αυτών και του πληρεξούσιου δικηγόρου του αφενός και των εναγομένων και του πληρεξούσιου δικηγόρου τους εφετέρου, να συμβιβαστεί με τους τελευταίους και να υπογράψει το από 7.4.2006 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού και τις πιο πάνω δηλώσεις παραίτησης, ότι ο ίδιος, ο οποίος υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα υπό την επίδραση του οικογενειακού του περιβάλλοντος και εμπύρετης κατάστασης, δεν ήλθε για το συμβιβασμό αυτό σε προσωπική επικοινωνία με τους εναγομένους ή τους πληρεξουσίους του, αλλά ενήργησε μέσω των οικείων του, ως παρένθετων προσώπων, έθεσε την υπογραφή του στα έγγραφα αυτά χωρίς να τα αναγνώσει, λόγω της ασθένειας του και τελώντας υπό την πιο πάνω πεπλανημένη πεποίθηση.
Ότι, άλλως, οι εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση της υγείας του και τη δημιουργηθείσα από την αιτία αυτή κουφότητα του ίδιου τον έπεισαν μέσω των μελών της οικογένειας του, ως παρένθετων προσώπων, τα οποία επιθυμούσαν με κάθε θυσία τον τερματισμό των διενέξεων του με τους εναγομένους, λόγω της κατάστασης της υγείας του, να υπογράψει τα πιο πάνω έγγραφα και έτσι πέτυχαν να παραιτηθεί από το μεγαλύτερο μέρος των βέβαιων αξιώσεων του, συνολικού ύψους 534.633,96 ευρώ, με την είσπραξη μόνο του ποσού των 136.000 ευρώ, το οποίο όμως ήταν προφανώς δυσανάλογο προς τις παραπάνω απαιτήσεις του.
Στη 1συνέχεια ζήτησε να ακυρωθούν, λόγω της ουσιώδους πλάνης του, η επίμαχη σύμβαση συμβιβασμού και οι προαναφερόμενες δηλώσεις παραίτησης, και επικουρικά να αναγνωριστεί η ακυρότητα του συμβιβασμού, λόγω του καταπλεονεκτικού χαρακτήρα του και της αντίθεσης του στα χρηστά ήθη. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αυτή είναι νομικά αβάσιμη.
Κατά την κύρια βάση της, που επιστηρίζει το ακυρωτικό αίτημα, λόγω ουσιώδους πλάνης, δεν βρίσκει στήριγμα στις προπαρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 140-142 και 872 ΑΚ. Ειδικότερα, η ιστορούμενη πεποίθηση του ενάγοντος ότι ο συμβιβασμός ήταν προσωρινός και ότι θα ακολουθούσε πλήρης εκκαθάριση των λογαριασμών με τους εναγομένους μετά την ανάρρωση του, δεν αποτέλεσε κατά την αγωγή περιεχόμενο της επίμαχης σύμβασης συμβιβασμού και των δηλώσεων παραίτησης, αλλά αναφέρεται στα παραγωγικά αίτια της βούλησης του ίδιου αποκλειστικά και όχι και των λοιπών συμβαλλομένων διαδίκων και συνακόλουθα δεν είναι ουσιώδης.
Η αναφορά στην αγωγή ότι ο ενάγων συνυπέγραψε τα έγγραφα του συμβιβασμού και των δηλώσεων παραίτησης, τα οποία είχαν υπογράψει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων, με τους οποίους (εναγομένους) δεν ήλθε σε καμιά προσωπική επικοινωνία, χωρίς να διαβάσει τα έγγραφα αυτά, με την παρέμβαση των μελών της οικογένειάς του (συζύγου και τριών θυγατέρων), δεν είναι σε θέση να στηρίξει ουσιώδη πλάνη αυτού κατά την έννοια των 140-142-ΑΚ, αφού η επικαλούμενη άγνοια του ακριβούς περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων, δεν συνοδεύεται, σύμφωνα με τα ιστορούμενα, και με άρνηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών, αλλά, ενόψει των προαναφερόμενων περιστάσεων, ενέχει, παρά τις υφιστάμενες αμφιβολίες του, αποδοχή γενικώς των εν λόγω εγγράφων.
Εξάλλου τα προαναφερόμενα στοιχεία της προσωρινότητας του συμβιβασμού και της οριστικής εκκαθάρισης των λογαριασμών των διαδίκων μετά την ανάρρωση του ενάγοντος δεν αποτέλεσαν, σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, δικαιοπρακτικό θεμέλιο όλων των συμβαλλόμενων μερών για την κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού.
Τα στοιχεία αυτά δεν/αποτελούν βέβαια δικαιοπρακτικό θεμέλιο των μερών για την κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού και με την υπαινισσόμενη στην αγωγή εκδοχή ότι τα μέλη της οικογένειας του ενάγοντος, επιθυμώντας, ενόψει της κατάστασης της υγείας του, να τον αποτρέψουν από την ενασχόλησή του με τους πιο πάνω δικαστικούς αγώνες, τον έπεισαν να υπογράψει τα προαναφερόμενα έγγραφα, αφήνοντας αυτόν να πιστεύει ότι ο συμβιβασμός ήταν προσωρινός και τελούσε υπό την αίρεση της οριστικής εκκαθάρισης των λογαριασμών του με τους εναγομένους μετά την ανάρρωση του.
Κατά την επικουρική βάση, που στηρίζει το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας του συμβιβασμού, λόγω του αισχροκερδούς χαρακτήρα του, η αγωγή είναι επίσης νομικά αβάσιμη, διότι δεν βρίσκει στήριγμα στη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, ο ενάγων προχώρησε στην κατάρτιση του επίμαχου συμβιβασμού, πειθόμενος από τους οικείους του, οι οποίοι μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, διεξήγαγαν τις σχετικές συζητήσεις με τους εναγομένους και κατέληξαν στο συμβιβασμό, χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη του ίδιου.
Έτσι όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκμετάλλευση της επικαλούμενης κουφότητας του ενάγοντος εκ μέρους των εναγομένων και για επίτευξη, μέσω τέτοιας εκμετάλλευσής, του επίμαχου συμβιβασμού. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε επίσης ως μη νόμιμη την αγωγή στο σύνολο της και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επίσης απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, ορθά ερμήνευσε τις προπαρατιθέμενες διατάξεις των άρθρων 140-142, 872 και 179 ΑΚ, τις οποίες και έκρινε ως μη εφαρμοστέες στην ένδικη περίπτωση.
Επομένως οι δύο λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι ψευδώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι αβάσιμοι. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων από τους αναιρεσιβλήτους (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.7.2012 αίτηση του Η. Μ. για αναίρεση της απόφασης 22/2012 του Εφετείου Καλαμάτας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων από τους αναιρεσιβλήτους, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ