Supreme Court dismisses appeal against land boundary judgment, upholding lower court's finding of unjust enrichment and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding land boundaries and compensation. The appellants argued for specific legal errors, but the court found the lower court's reasoning sufficient and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216 §1 items a' and b' of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code: A civil judgment must contain a precise description of the subject matter and a specific claim; if the lower court's reasoning is clear, sufficient, and consistent regarding the acquisition of ownership via adverse possession and the causal link between the removal of the bank and the damage, the appeal must be dismissed as unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1441 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1441/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Π. του Η., 2. Φ. Π. του Η., κατοίκων ... και 3. Ε. Π. του Η., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων : α) της αποβιώσασας και αρχικής διαδίκου Β. συζ. Η. Π., το γένος Σ. Γ., και β) του αποβιώσαντα και αρχικού διαδίκου Η. Π. του Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Β. Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., που ενεργεί ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου -πατέρα του-Δ. Π. Π., 2. Τ. χας Δ. Π., 3. Ε. Δ. Π. και 4. Λ. Δ. Π., κατοίκων ομοίως, που ενεργούν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου συζύγου και πατέρα αντίστοιχα Δ. Π. Π.. Ο μεν 1ος -Π. Π.- παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρονόπουλο οι δε 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-1994 αγωγή των Δ. και Π. Π., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/1995, 425/2004, μη οριστικές, 613/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 593/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-9-2008 αίτησή τους και με τους από 16-3-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 7-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 216 §1 στοιχ. α' και β' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία προς την ταυτότητά του. Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 24-6-1994 αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Δ. Π. Π. κατά των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων Η. Σ. Π. και Β. συζ. Η. Π., προκύπτει ότι με αυτήν οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι είναι κύριοι των περιγραφομένων σ' αυτήν εδαφικών λωρίδων, ζήτησαν, πλην των άλλων, την αναγνώριση της κυριότητάς τους επ' αυτών και την απόδοσή τους από τους κατέχοντες αυθαίρετα αυτές εναγομένους.
Ειδικότερα δε, ως προς την περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, εκτίθενται τα εξής: Α) Ο πρώτος ενάγων, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, είναι κύριος ενός αγροκτήματος, εμβαδού 12 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "…" του Προαστείου των … του Δήμου … και συνορεύει προς ανατολάς με ιδιοκτησίες Μ.
και Π. Π., προς δυσμάς και βορειοδυσμάς με ιδιοκτησία αντιδίκων και προς νότο με αγροτική οδό, ενώ ο δεύτερος ενάγων είναι κύριος ετέρου συνεχόμενου με το προαναφερόμενο αγροκτήματος, εκτάσεως 35 περίπου στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει προς βορρά με ιδιοκτησία αντιδίκων, προς νότο με αγροτική οδό και ιδιοκτησίες Γ.
και Κ. Π., προς ανατολάς με ιδιοκτησίες Μ., Ρ. και Σ. και προς δυσμάς με το προαναφερόμενο ακίνητο του πρώτου ενάγοντος και με την ιδιοκτησία Μ.. Β) Οι εναγόμενοι, οι οποίοι είναι συγκύριοι του όμορου προς βορρά και κατώτερης υψομετρικής στάθμης ακινήτου, από τον Αύγουστο του 1992 μέχρι την κατάθεση της ένδικης αγωγής, χρησιμοποιώντας από κοινού εργάτες, απέκοψαν με μηχανικά μέσα το φυσικό και ομαλής κλίσεως πρανές των ακινήτων των εναγόντων, η φυσική κατάληξη του οποίου αποτελούσε το όριο των ακινήτων αυτών με το ακίνητο των εναγομένων, με αποτέλεσμα με την αποκοπή του πρανούς η άλλοτε κεκλιμένη επιφάνεια των ακινήτων των εναγόντων να μετατραπεί σε κατακόρυφη παρειά, στον πόδα της οποίας οι εναγόμενοι μετατόπισαν και τον υδραύλακα που υπήρχε προηγουμένως στη φυσική κατάληξη του πρανούς.
Γ) Με τις ενέργειές τους αυτές, οι εναγόμενοι αυθαίρετα κατέλαβαν τις παρακάτω περιγραφόμενες εδαφικές λωρίδες, που κάλυπτε προηγουμένως το ομαλής κλίσεως πρανές της κυριότητας των εναγόντων, και τις προσάρτησαν στο ακίνητό τους, ήτοι: α) από τη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου του πρώτου ενάγοντος 1) λωρίδα μήκους 105 μέτρων, που αρχίζει από τη βορειοδυτική γωνία του ακινήτου του ενάγοντος, πλάτους από 2,50 έως 4 μέτρων, ήτοι εμβαδού 350 τ.μ., 2) λωρίδα μήκους 42 μέτρων και πλάτους από 1 έως 11 μέτρων, ήτοι εμβαδού 180 τ.μ., επί της βορεινής πλευράς του ακινήτου του ενάγοντος και ανατολικότερα της προηγούμενης λωρίδας, και 3) λωρίδα μήκους 12 μέτρων και πλάτους 2,50 μέτρων, ήτοι εμβαδού 30 τ.μ., επί της βορεινής, ωσαύτης, πλευράς του ακινήτου του ενάγοντος και ακόμη ανατολικότερα και συνεχόμενη της προηγούμενης, και β) από την βορεινή πλευρά του ακινήτου του δευτέρου ενάγοντος 1) λωρίδα μήκους 49 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων, ήτοι εμβαδού 150 τ.μ.
περίπου, που αρχίζει από το όριο των ακινήτων των εναγόντων, και 2) λωρίδα μήκους 77 μέτρων και πλάτους 2 μέτρων, ήτοι εμβαδού 155 τ.μ. περίπου, ανατολικότερα της προηγούμενης. Ωσαύτως, στο αιτητικό της ένδικης αγωγής προσδιορίζονται και τα όρια των επίδικων εδαφικών λωρίδων, με την αναφορά ότι οι μεν τρεις πρώτες απ' αυτές συνορεύουν προς δυσμάς και βορρά με την ιδιοκτησία των εναγομένων και προς ανατολάς και νότο με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, οι δε υπόλοιπες δύο εδαφικές λωρίδες συνορεύουν προς βορρά με την ιδιοκτησία των αντιδίκων και προς νότο με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του δευτέρου ενάγοντος.
Επιπλέον δε στην ένδικη αγωγή μνημονεύεται και το μη ενσωματωμένο σ' αυτήν από Δεκεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Η. Κ., στο οποίο αποτυπώνονται οι ως άνω επίδικες εδαφικές λωρίδες. Από το παραπάνω περιεχόμενο της ένδικης αγωγής αβίαστα προκύπτει, ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες προσδιορίζονται επαρκώς κατά θέση, εμβαδόν, όρια και πλευρικές διαστάσεις, χωρίς για τον προσδιορισμό αυτό να είναι αναγκαία η παραπομπή στο μη ενσωματωμένο στην αγωγή ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την παραδεκτώς προταθείσα με λόγο εφέσεως από τους αναιρεσείοντες ένσταση αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής, λόγω ανεπαρκούς περιγραφής των επίδικων εδαφικών λωρίδων, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως. Εξ άλλου, ενόψει του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, στην οποία ρητώς μνημονεύονται και τα όρια των επίδικων εδαφικών λωρίδων, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία τα έλαβε υπόψη προκειμένου να τις προσδιορίσει, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ. 8 περ.α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, γι' αυτό και απορριπτέος ως αβάσιμος, κρίνεται ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως.
ΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1998), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 του ίδιου, ως άνω, Κώδικα, η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέλος, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει α) ότι η ζημία είναι παράνομη όταν με την ενέργεια του δράστη (πράξη ή παράλειψη) προσβάλλεται δικαίωμα του προσώπου που προστατεύεται από ορισμένη διάταξη νόμου, τέτοιο δε δικαίωμα είναι και το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και β) ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρει και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Δ. Π. (πρώτος αρχικά ενάγων) ήταν κύριος ακινήτου, αγροτεμαχίου δώδεκα στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας Προαστείου του Δήμου …, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.
και ιδιοκτησία του ενάγοντος Π. Π., δυτικά και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία των εναγομένων και νότια με αγροτικό χωματόδρομο. Ο εν λόγω Δ. Π. απεβίωσε το έτος 1998, χωρίς να έχει συντάξει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Τ. Π. και τα τέκνα του Λ., Ε. και Π. (δεύτερο αρχικά ενάγοντα) κατά ποσοστό 1/4 από τον καθένα, οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη.
Ο δεύτερος αρχικά ενάγων Π. Π. είναι κύριος ακινήτου, συνεχόμενου με το προηγούμενο ανατολικά, εκτάσεως 35 στρεμμάτων, που βρίσκεται στην ίδια θέση και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία των εναγομένων, νότια με αγροτικό χωματόδρομο και ιδιοκτησίες Γ. και Κ. Π., ανατολικά με ιδιοκτησίες Μ., Α. Ρ. και Σ. και δυτικά με ιδιοκτησίες Μ.
και Δ. Π.. Οι αρχικά εναγόμενοι ήταν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας όμορου ακινήτου, βόρεια των ακινήτων των εναγόντων, εκτάσεως 163 στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει δυτικά με δρόμο … - …, αγρό Π. Α., δρομίσκο, ελαιώνα Θ. Φ., ακίνητο Β. και Γ. Λ., υδραύλακα "…" και πέραν αυτού με ακίνητα Λ. και άλλων αγνώστων ιδιοκτητών και με αγρούς Μ.
και Ε. Γ., βόρεια με ακίνητο Λ. και αφών Φ., δρομίσκο και πέραν τούτου με ελαιώνα Κ., Χ. και κληρονόμων Χ., με αγρούς Π., Κ., Μ., αφών Μ., με υδραύλακα "…" και με αγρούς Ρ. και Ζ., ανατολικό με ακίνητα Κ., Λ., Λ., Ο. και Δ. και νότια με τα δύο αγροτεμάχια των εναγόντων, με δρομίσκο προς Τ. κτήματα και πέραν τούτου με αγρούς κληρονόμων Τ., με καρόδρομο εκ … και με οικίσκο και ακίνητο Τ..
Στις 29-10-2004 απεβίωσε χωρίς να έχει συντάξει διαθήκη η δεύτερη των αρχικώς εναγομένων Β. Π. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από το σύζυγό της και πρώτο εναγόμενο Η. Π. και τα τέκνα της Σ., Φ. και Ε. κατά ποσοστό 1/4 ο καθένας. Ήδη έχει αποβιώσει και ο Η. Π., μετά την άσκηση της έφεσης και τη δίκη συνεχίζουν τα τέκνα του/ λοιποί εκκαλούντες.
Μεταξύ των όμορων ακινήτων είναι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες και συγκεκριμένα α) οι τρεις εμβαδού 560 τ.μ., βρίσκονται στη βορειοδυτική και βόρεια πλευρά του ακινήτου των 12 στρεμμάτων που ήταν ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντος Δ. Π. και στη νοτιοανατολική και νότια πλευρά του ακινήτου των εναγομένων και οι οποίες συνορεύουν δυτικά και βόρεια με το ακίνητο των εναγομένων και ανατολικά και νότια με το ακίνητο των εναγόντων.
Ειδικότερα η μία λωρίδα έχει μήκος 105 μέτρων και αρχίζει από τη βορειοδυτική γωνία του ακινήτου των εναγόντων (πρώτου αρχικά ενάγοντος Δ. Π.) με πλάτος από 2,5 έως 4 μέτρα και είναι εμβαδού 350 τ.μ. Η δεύτερη λωρίδα έχει μήκος 42 μέτρων, πλάτος από 1 μέχρι 11 μέτρα και εμβαδόν 180 τ.μ και βρίσκεται στη βορεινή πλευρά του ακινήτου του πρώτου των αρχικώς εναγόντων και ανατολικότερα της προηγούμενης και η τρίτη εδαφική λωρίδα μήκους 12 μέτρων και μέσου πλάτους 2,50 μέτρων, εμβαδού 30 μέτρων στη βορεινή πλευρά του ακινήτου του πρώτου των αρχικά εναγόντων και ακόμη ανατολικότερα, συνεχόμενη της προηγούμενης, β) οι δύο είναι εμβαδού 305 τ.μ., και βρίσκονται στη βόρεια πλευρό του ακινήτου του δεύτερου αρχικά ενάγοντος (Π.
Π.) και στη νότια πλευρά του ακινήτου των εναγομένων και συνορεύουν βόρεια με το ακίνητο των εναγομένων και νότια με το ακίνητο του ενάγοντος Π. Π.. Ειδικότερα α) εδαφική λωρίδα μήκους 49 μέτρων, μέσου πλάτους τριών μέτρων και εμβαδού 150 τ.μ, που αρχίζει από το όριο των ακινήτων των δύο αρχικά εναγόντων και β) εδαφική λωρίδα μήκους 77 μέτρων πλάτους δύο μέτρων και εμβαδού 155 τ.μ., που είναι στη βόρεια πλευρά του ακινήτου του ενάγοντος Π.
Π. και ανατολικότερα της προηγούμενης. Και οι πέντε εδαφικές λωρίδες αποτελούσαν τμήμα, φυσικού πρανούς που στήριζε τα ακίνητα των εναγόντων, τα οποία στα σημεία αυτά ήταν υπερκείμενα του ακινήτου των εναγομένων, το οποίο πρανές είχε ομαλή φυσική κλίση. Ειδικότερα οι τρεις πρώτες εδαφικές λωρίδες ήταν το φυσικό πρανές του ακινήτου του αρχικού ενάγοντος Δ.
Π. και οι δύο τελευταίες του ακινήτου του ενάγοντος Π. Π.. Τις εν λόγω επίδικες εδαφικές λωρίδες οι ενάγοντες νέμονταν με διάνοια κυρίου, ήτοι με τη βούληση να τις εξουσιάζουν σαν δικές τους για συνεχές χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Ειδικότερα στις τρεις πρώτες επίδικες εδαφικές λωρίδες, που στήριζαν το ομαλής κλίσης φυσικό πρανές του υπερκείμενου ακινήτου του, ο Δ.
Π. ασκούσε πράξεις νομής τουλάχιστον από το έτος 1963, οπότε με το …/1963 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χρ. Μπερδένη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του δήμου Πατρέων στον τόμο … και αριθμ. 136669, αγόρασε από τον Π. Π. έκταση πέντε στρεμμάτων περίπου, μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1992. Είχαν προηγηθεί αγορές α) με το …/1953 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Γ.
Λόντου, που μεταγράφηκε νόμιμα εκτάσεως 8 στρεμμάτων, β) με το …/1954 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών, Χρ. Μπερδένη, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως 5 στρεμμάτων, γ) με το …/54 συμβόλαιο του συμ/φου Γ. Λόντου, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως δύο στρεμμάτων, δ) με το …/1955 συμβόλαιο του συμ/φου Γ. Λόντου, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως δύο στρεμμάτων, ε) με το …/55 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χρ.
Μπερδένη, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως 2,5 στρεμμάτων, στ) με το …/1957 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χρ. Μπερδένη, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως 7,25 στρεμμάτων, ζ) με το …/1958 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Απ. Σκουλίκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως ενός στρέμματος και η) με το …/1960 συμβόλαιο του συμ/φου Χρ.
Μπερδένη, που μεταγράφηκε νόμιμα, εκτάσεως 3,5 στρεμμάτων. Ειδικότερα, φρόντιζε, καθάριζε αυτές από αγριόχορτα και περιποιείτο τα εντός αυτών ελαιόδενδρα και συγκόμιζε τους καρπούς τους και έτσι κατέστη κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία (974,1045 και 1046 του ΑΚ). Ο Π. Π. απέκτησε την κυριότητα των επί μέρους αγροτεμαχίων, όπου και οι επίδικες εδαφικές λωρίδες (από το όλο ακίνητο των 35 στρεμμάτων), ως εξής: 1) με το …/1990 συμβόλαιο του συμ/φου Πατρών Χρ.
Αργύρης που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων στον τόμο … και αριθμό 86, από τον πατέρα του Δ. Π. του Π., 2) με το …/1989 συμβόλαιο του ίδιου συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων αριθμό 71, από τον Δ. Π. του Α. και 3) με το …/91 συμβόλαιο του ίδιου συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων, στον τόμο … και αριθμό 57, από τους Η.
Μ., Δ. Μ. και Β. Μ.. Τις δύο επίδικες εδαφικές λωρίδες, που αποτελούσαν το ομαλής κλίσης φυσικό πρανές που στήριζαν το ακίνητό του, νεμόταν, ήτοι κατείχε με διάνοια κυρίου από τους παραπάνω χρόνους, που απέκτησε τα επί μέρους αγροτεμάχια μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1992. Συγκεκριμένα, φρόντιζε αυτές, συγκόμιζε τους καρπούς από τα ελαιόδενδρα και τις αμυγδαλιές και καθόριζε αυτές από τα αγριόχορτα.
Πριν απ' αυτόν τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσαν οι δικαιοπάροχοί του, ήτοι ο πατέρας του Δ. Π., τουλάχιστον από το έτος 1963 μέχρι τις 17-7-1990, οπότε πώλησε και μεταβίβασε αγροτεμάχιο 28.555 τ.μ, στον εν λόγω ενάγοντα (Π. Π.), ο Δ. Π. του Α. από το έτος 1971 μέχρι τις 17-11-1989, οπότε πώλησε και μεταβίβασε στον εν λόγω ενάγοντα αγροτεμάχιο 884,56 τ.μ και οι Η., Δ.
και Β. Μ. κατά ποσοστό 3/4 ήτοι 1/4 ο καθένας από το έτος 1937 που υπεισήλθαν στην κληρονομιά του πατέρα τους Ν. Μ. και ολόκληρο από το έτος 1960 που η μητέρα τους παραχώρησε σ' αυτούς και το δικό της μερίδιο μέχρι τις 20-3-1991, οπότε πώλησαν και μεταβίβασαν στον παραπάνω ενάγοντα (Π. Π.) έκταση 1693,63 τ.μ..
Συνεπώς ο Π. Π. έχει αποκτήσει την κυριότητα των δύο επίδικων εδαφικών λωρίδων με έκτακτη χρησικτησία αφού προσμετρηθεί στη δική του νομή και αυτή των δικαιοπαρόχων του. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες περιλαμβάνονται στον τίτλο κτήσης αυτών, ήτοι το …/1963 συμβόλαιο του συμ/φου Πειραιώς Κων/νου Κοντού, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πατρέων, στον τόμο … και αριθμό 138672, με το οποίο οι αρχικά εναγόμενοι αγόρασαν, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας, από τον Α.
Μ. Μ. ένα αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 163 στρεμμάτων, γνωστό ως "Κτήμα Μ." το οποίο αποτελείτο παλαιότερα από σταφιδαμπέλους, αμπέλους, χώρους αποξήρανσης σταφίδας, αγρούς με ελαιόδενδρα, αγροτικούς οικίσκους και φρέατα, οριοθετημένο γύρωθεν δια κυπαρίσσων, τα οποία κυπαρίσσια βρίσκονται στη στέψη (κορυφή) του πρανούς.
Και ότι από το χρόνο της αγοράς αυτού νέμονται οι ίδιοι τούτο, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, ενώ πριν απ' αυτούς ο δικαιοπάροχός τους και έτσι έχουν καταστεί κύριοι αυτών κατά τρόπο παράγωγο αλλά και πρωτότυπο, ήτοι τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι οι επίδικες εδαφικές λωρίδες περιλαμβάνονται στο ακίνητο των εναγομένων, ούτε επί πλέον αποδείχθηκε ότι αυτοί και ο δικαιοπάροχός τους, Α.
Μ., άσκησαν οποιαδήποτε πράξη νομής στις εν λόγω εδαφικές λωρίδες. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το όριο των ακινήτων ήταν ο πόδας, ήτοι η φυσική κατάληξη του ομαλής κλίσης πρανούς (όχθου) και όχι η στέψη (κορυφή) αυτού. Το ακίνητο δε των εναγομένων, μετά τα πρώτα εικοσιπέντε μέτρα από δυτικά προς ανατολικό, είναι κατώτερης υψομετρικής στάθμης και αρχίζει από τον πόδα του πρανούς.
Δίπλα στον πόδα αυτό υπήρχε μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1992 αύλακας που διέτρεχε τη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου του αρχικού ενάγοντος Δ. Π., ο οποίος αύλακας και μετατοπίσθηκε νοτιοανατολικά εις βάρος του εν λόγω ακινήτου. Αυτός δε ήταν πάντα στον πόδα του πρανούς και όχι στη στέψη αυτού, ενώ κυπαρίσσια υπήρχαν όχι μόνο στη στέψη του πρανούς αλλά και μέσα στο πρανές μέχρι τον πόδα του.
Συνεπώς η ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότειναν οι εναγόμενοι ισχυριζόμενοι ότι έχουν καταστεί κύριοι αυτών κατά τρόπο παράγωγο και πρωτότυπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από τον Αύγουστο του έτους 1992 μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αγωγής (15-7-1994) οι εναγόμενοι χρησιμοποιώντας μηχανικό μέσα και εκσκαφείς απέκοψαν στις θέσεις των πέντε επίδικων εδαφικών λωρίδων το φυσικό πρανές και μετέτρεψαν αυτό σε κατακόρυφη παρειά, προσαρτώντας έτσι στο ακίνητο τους τις εν λόγω λωρίδες, που ανήκαν στα ακίνητα των εναγόντων και μετατόπισαν και τον αύλακα πού διέτρεχε τη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου του Δ.
Π., ο οποίος βρισκόταν στη φυσική κατάληξη του ομαλής κλίσης πρανούς. Με τις ενέργειές τους δε αυτές κατέλαβαν παρανόμως και αυθαιρέτως τις πέντε εδαφικές λωρίδες αποβάλλοντας τους ενάγοντες από τη νομή αυτών, στους οποίους και πρέπει να αποδώσουν αυτή. Αποδείχθηκε επί πλέον ότι από την παράνομη και υπαίτια πράξη των εναγομένων και συγκεκριμένα από την εκσκαφή που έγινε στις θέσεις των πέντε επίδικων εδαφικών λωρίδων και την αποκοπή του πρανούς, απέκοψαν ή αχρήστευσαν λόγω αποκάλυψης του ριζικού τους συστήματος τα δένδρα που εφύοντο στις λωρίδες του πρανούς και τα οποία ανήκαν ως συστατικά του ακινήτου στην κυριότητα των εναγόντων.
Επίσης με την αποκοπή του πρανούς, που αποτελούσε το στήριγμα των υπερκείμενων ακινήτων των εναγόντων, διατάραξαν την ισορροπία των εδαφών και προκάλεσαν τη στατική ανεπάρκεια τους, με αποτέλεσμα να εμφανισθούν κατολισθήσεις εδαφών. Προκάλεσαν έτσι σ' αυτούς ζημία η οποία συνίσταται στα εξής: α) στην αξία των δένδρων που εφύοντο στο πρανές της κυριότητας τους και αποκόπηκαν ή έχουν αχρηστευθεί λόγω αποκάλυψης του ριζικού τους συστήματος και β) στη δαπάνη που απαιτείται για την εκτέλεση τεχνικών έργων απαραίτητων για την αποκατάσταση του πρανούς και της στατικής ισορροπίας του υπόλοιπου εδαφικού τμήματος των ακινήτων των εναγόντων.
Ειδικότερα: α) στις τρεις πρώτες εδαφικές λωρίδες, ιδιοκτησίας του αρχικού ενάγοντος Δ. Π. αποκόπηκαν ή αχρηστεύθηκαν εφτά (7) μεγάλα ελαιόδενδρα αξίας 60.000 δρχ. το καθένα, δεκαέξι (16) μεγάλα κυπαρίσσια, αξίας 30.000 δρχ. το καθένα και ένα μεγάλο πεύκο αξίας 30.000 δρχ. Δηλαδή συνολική ζημιά 930.000 δρχ. β) για την αποκατάσταση του πρανούς στις θέσεις των τριών πρώτων εδαφικών λωρίδων και για τη στατική ισορροπία του υπόλοιπου εδαφικού τμήματος του ακινήτου του αρχικού ενάγοντος Δ.
Π. πρέπει να εκτελεσθούν οι παρακάτω τεχνικές εργασίες, για τις οποίες πρέπει να δαπανηθούν τα παρακάτω ποσό: 1) κατασκευή 65,70 κυβικών μέτρων τοίχου με οπλισμένο σκυρόδεμα Β 160 μετά του ξυλοτύπου και του οπλισμού του στην πρώτη εδαφική λωρίδα, προς 35.000 δρχ. ανά κ.μ, για την οποία απαιτείται συνολική δαπάνη ποσού 2.299.500 δρχ. 2) κατασκευή ομοίως 4,20 κ.μ.
τοίχου αντιστήριξης στη δεύτερη εδαφική λωρίδα προς 40.000 δρχ. ανά κ.μ., για την οποία απαιτείται συνολική δαπάνη 168.000 δρχ., 3) διαμόρφωση οδών προσπέλασης στη δεύτερη και τρίτη εδαφική λωρίδα συνολικής δαπάνης 500.000 δρχ κατ' αποκοπή, 4) εκσκαφή τάφρων 103,10 κ.μ. στην πρώτη εδαφική λωρίδα προς 800 δρχ. ανά κ.μ., ήτοι συνολική δαπάνη 82.480 δρχ. 5) εκσκαφή τάφρων 2,10 κ.μ., στη δεύτερη εδαφική λωρίδα προς 1500 δρχ ανά κ.μ., για την οποία απαιτείται δαπάνη 3150 δρχ. 6) Επίχωση με προϊόντα εκσκαφής ποσότητας 220 κ.μ., στην πρώτη εδαφική λωρίδα προς 1500 δρχ ανά κ.μ., ήτοι συνολική δαπάνη 220.000 δρχ. 7) Επίχωση με προϊόντα εκσκαφής ποσότητας 100,90 κ.μ.
στις δεύτερη και τρίτη εδαφικές λωρίδες, προς 2000 δρχ ανά κ.μ., ήτοι συνολική δαπάνη ποσού 201.800 δρχ. 8) Μεταφορά 116,90 κ.μ. προϊόντων εκσκαφής για επίχωση στην πρώτη εδαφική λωρίδα προς 1500 δρχ. ανά κ.μ. ήτοι δαπάνη 175.350 δρχ. 9) μεταφορά 98,80 κ.μ προϊόντων εκσκαφής για επίχωση στις δεύτερη και τρίτη εδαφικές λωρίδες προς 2000 δρχ.
ανά κ.μ., σύνολο 197.600 δρχ., 10) διαμόρφωση των επιχωμάτων ποσότητας 320,90 κ.μ. με εργάτη προς 100 δρχ. ανά κ.μ. σύνολο 320.900 δρχ., 11) εκπόνηση μελέτης και επιμέλεια εκδόσεως άδειας για τις εν λόγω εργασίες, συνολική δαπάνη 1.785.905 δρχ., 12) καθαρή αμοιβή εργολάβου σε ποσοστό 15% επί της δαπάνης των εργασιών ήτοι 625.317 δρχ.
και 13) δαπάνη ΦΠΑ, ποσοστού 18% επί της δαπάνης των εργασιών αυτών ήτοι 750.380 δρχ., σύνολο 7.330.382 δρχ. Επομένως η συνολική ζημιά που υπέστη ο αρχικώς ενάγων Δ. Π. ανήλθε στο ποσό των (930.000 + 7.330.382) 8.260.382 δρχ. Στις δύο τελευταίες εδαφικές λωρίδες, συνολικού εμβαδού 305 τ.μ., που ανήκουν στην κυριότητα του ενάγοντος Π.
Π., που αποτελούσαν., το πρανές του ακινήτου του, εφύοντο μέσα σ' αυτό (πρανές) και στην κορυφή του τα παρακάτω δένδρα, τα οποία αποκόπηκαν ή αχρηστεύθηκαν από την εκρίζωση. Ήτοι έξι μεγάλα ελαιόδενδρα αξίας 60.000 δρχ. το καθένα, και τριάντα τρία (33) κυπαρίσσια, αξίας 30.000 δρχ. το καθένα, ήτοι δένδρα συνολικής αξίας 1.350.000 δρχ.
Για την αποκατάσταση του πρανούς στις θέσεις των δύο αυτών εδαφικών λωρίδων και της στατικής ισορροπίας του υπόλοιπου εδαφικού τμήματος απαιτείται να εκτελεσθούν οι παρακάτω τεχνικές εργασίες, για τις οποίες απαιτούνται τα ακόλουθα ποσά: 1) διαμόρφωση οδών προσπέλασης στις δύο αυτές εδαφικές λωρίδες, για την οποία απαιτείται δαπάνη ποσού 900.000 δρχ κατ' αποκοπή. 2) εκσκαφή τάφρων 21,60 κ.μ.
στην πρώτη από τις δύο αυτές εδαφικές λωρίδες και 23,50 κ.μ. στη δεύτερη, ήτοι συνολικό 45,10 κ.μ. προς 1500 δρχ. ανά κ.μ., σύνολο δαπάνης 67.650 δρχ. 3) επίχωση με προϊόντα εκσκαφής ποσότητας 182 κ.μ., στην πρώτη εδαφική λωρίδα και ποσότητας 180,80 κ.μ. στη δεύτερη εδαφική λωρίδα, ήτοι συνολικά ποσότητας 362,80 κ.μ. προς 2000 δρχ.
ανά κ.μ., σύνολο δαπάνης 725.600 δρχ. 4) μεταφορά προϊόντων εκσκαφής για επίχωση ποσότητας 160,40 κ.μ. στην πρώτη εδαφική λωρίδα και ποσότητας 157,30 κ.μ. στη δεύτερη εδαφική λωρίδα, ήτοι συνολικό ποσότητας 317,70 κ.μ. προς 2000 δρχ. ανά κ.μ, σύνολο δαπάνης 635.400 δρχ. 5) διαμόρφωση με εργάτη των επιχωμάτων ποσότητας 182 κ.μ. και 180,80 κ.μ.
των προαναφερόμενων εδαφικών λωρίδων, προς 1000 δρχ. ανά κ.μ. σύνολο δαπάνης 362.800 δρχ. 6) κατασκευή τοίχων αντιστήριξης με οπλισμένο σκυρόδεμα Β 160 μετά των ξυλοτύπων και των οπλισμών τους, όγκου στην πρώτη εδαφική λωρίδα 35,50 κ.μ. και στη δεύτερη 41,80 κ.μ., ήτοι συνολικά όγκου 77,30 κ.μ. προς 40,000 δρχ. ανά κ.μ., σύνολο δαπάνης 3.092.000 δρχ. 7) εκπόνηση μελέτης και επιμέλεια εκδόσεως άδειας για τις εν λόγω εργασίες, σύνολο δαπάνης 2.447.630 δρχ. 8) καθαρή αμοιβή εργολάβου ποσοστού 15% επί της δαπάνης των εργασιών, ήτοι 867.517 δρχ.
και 9) δαπάνη ΦΠΑ, ποσοστού 18%, επί της δαπάνης των εργασιών, ήτοι 1.041.021 δρχ. Η συνολική δηλαδή δαπάνη ανέρχεται στο ποσό των 10.169.618 δρχ. και η συνολική ζημιά του ενάγοντος Π. Π. στο ποσό των (1.350.000 + 10.169.618) 11.519.618 δρχ. Κατά τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι η εις βάρος των αρχικά εναγόντων αδικοπραξία έλαβε χώρα από τον Αύγουστο του έτους 1992 μέχρι το χρόνο καταθέσεως της αγωγής, ήτοι στις 15-7-1994 και όχι το έτος 1965, όπως εκθέτουν οι εναγόμενοι, οι οποίοι ειδικότερα ισχυρίζονται ότι η αποκοπή του πρανούς έχει γίνει από το εν λόγω έτος στην οποία μορφή και παραμένει από τότε.
Συνεπώς η ένσταση περί παραγραφής της απαιτήσεως από αδικοπραξία (937 του ΑΚ), που πρότειναν νομοτύπως είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατόπιν αυτών η αγωγή, που, ως προς την επικουρική της βάση σε σχέση με την σωρευόμενη σ' αυτή διεκδικητική αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1046 του ΑΚ και ως προς την περί αδικοπραξίας αγωγή σ' αυτές των άρθρων 914, 297, 298, 926, 932, 1099, 346 του ΑΚ, έπρεπε να γίνει α) δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της ως προς τη σωρευόμενη διεκδικητική αγωγή και β) εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της ως προς τη σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως από την σε βάρος των αρχικά εναγόντων αδικοπραξία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που δέχθηκε ως νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες τόσο την ένδικη διεκδικητική, σχετικά με τις προαναφερόμενες πέντε εδαφικές λωρίδες, αγωγή κατά την επί της εκτάκτου χρησικτησίας ερειδομένη επικουρική βάση της, όσο και τη σωρευόμενη αγωγή αποζημιώσεως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ ως προς τα απαιτούμενα για την αποκατάσταση του πρανούς στις θέσεις των επίδικων εδαφικών λωρίδων και της στατικής ισορροπίας του υπόλοιπου εδαφικού τμήματος των ακινήτων των εναγόντων ποσά, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, υφίσταται πράγματι αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ζημιογόνων ενεργειών των εναγομένων, ήτοι της αποκοπής του πρανούς, που αποτελούσε το στήριγμα των υπερκείμενων ακινήτων των εναγόντων, και της επελθούσας ζημίας, ήτοι της διατάραξης της ισορροπίας του εδάφους των ακινήτων των εναγόντων και της επέλευσης της στατικής ανεπάρκειάς τους, γι' αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο περί του αντιθέτου πέμπτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, με τις παραπάνω αιτιολογίες του το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι: α) ως προς την κτήση της κυριότητας των επίδικων εδαφικών λωρίδων από τους ενάγοντες με έκτακτη χρησικτησία, β) ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα των ενστάσεων των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων και παραγραφής της αξίωσης των εναγόντων προς αποζημίωση εξ αιτίας της αδικοπραξίας των εναγομένων και γ) ως προς την επιδικασθείσα υπέρ των εναγόντων αποζημίωση, γι' αυτό οι περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 (και όχι από τον αριθ. 17, όπως από πρόδηλη προφανώς παραδρομή αναγράφεται) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
δεύτερος, τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, τέταρτος, έκτος και έβδομος από τους κύριους λόγους αναίρεσης, καθώς και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος, η από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδιδόμενη με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, πλημμέλεια της παραβίασης του δεδικασμένου, που απορρέει από την πρωτόδικη 613/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών ως προς τις απορριφθείσες μ' αυτήν βάσεις της ένδικης διεκδικητικής αγωγής περί κτήσεως της κυριότητας των επίδικων εδαφικών λωρίδων με τρόπο παράγωγο (σύμβαση αγοραπωλησίας) και τακτική χρησικτησία, είναι αβάσιμη, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η κτήση της κυριότητας των επίδικων εδαφικών λωρίδων από τους ενάγοντες επήλθε με έκτακτη χρησικτησία και όχι με τακτική χρησικτησία ή με παράγωγο τρόπο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.9.2008 αίτηση του Σ. Η. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της 593/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 15.3.2010 πρόσθετους λόγους της.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ