Legislator Case Law & Legislation
1441/2007 AI generated

1441/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1441/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1441/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Επειδή, κατά τα άρθρα 111§2, 118§4 και 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1441 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1441/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4)Χ4 θυγ. Χ και Χ2, ανηλίκου, γεννηθείσα το έτος 1985, εκπροσωπουμένη νομίμως υπό των ασκούντων την γονική μέριμνα γονέων αυτής Χ και Χ2, και 5) Χ6 θυγ. Χ και Χ2, ανηλίκου, γεννηθείσα το έτος 1983, εκπροσωπουμένη νομίμως υπό των γονέων αυτής Χ και Χ2 .Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μπαρπάκη, ο οποίος δήλωσε ότι οι με αριθμό 4η και 5η αναιρεσείουσες ενηλικιώθηκαν, συνεχίζουν πλέον ατομικά τη δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο βάσει πληρεξουσίου. Της αναιρεσίβλητης:Ψ1, δι΄ εαυτήν ατομικώς και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανηλίκου θυγατρός της Ψ2. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φωκίωνα Τσίντο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 697/2000 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Μαρτίου 2001 αίτησή τους και τους από 1 Οκτωβρίου 2002 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο αυτού μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς, νομίμως προταθέντες και ειδικότερα τους λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων α) περί ποσοτικής αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και περί ελλείψεως της ενεργητικής νομιμοποιήσεως, β) την ένσταση συνυπαιτιότητος του θανόντος Ψ στο τροχαίο ατύχημα που αναφέρεται στην αγωγή και γ) την ένσταση του απαραδέκτου της σωρεύσεως στο δικόγραφο της αγωγής καταψηφιστικού και διαπλαστικού αιτήματος.

Όπως, όμως, προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους προδιαληφθέντες ισχυρισμούς, τους οποίους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβασίμους. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως (αριθμ. 8 περ. β' άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι, για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών αυτών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Και έχει μεν την υποχρέωση σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις και εκείνες του άρθρου 93§3 του Συντάγματος να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησε στον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία και ξεχωριστή αξιολόγηση για καθένα από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, των οποίων έγινε νόμιμη προσαγωγή και επίκληση (ΑΠ 250/2000, ΕλΔνη 41.97, ΑΠ 164/1994, ΕλΔνη 37.59).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.2 και 270 παρ.2 εδαφ.β' ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ. δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου (ή ελληνικής προξενικής αρχής).

Τούτο ισχύει και μετά το άρθρο 3 παρ. 10 α και β του νόμου 2207/1994 για όσες αγωγές, όπως η ένδικη, είχαν ασκηθεί και συζητηθεί πριν από την ισχύ του και για το λόγο αυτό δεν υπήρχε δυνατότητα εκδόσεως πράξεως του Προέδρου κατά το άρθρο 226 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ.6 του ιδίου νόμου, ορίζουσας ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341, το οποίο υποχρεωτικά είχε εφαρμόσει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, χωρίς δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που εκτιμάται ότι στηρίζονται πράγματι σε πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ., κατ' ορθή υπαγωγή τού στους λόγους αυτού αναφερομένου πραγματικού, πλήσσεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη τα υπό των αναιρεσειόντων εναγομένων προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα και δη 1) το υπ' αριθμ. ......... 2) .........

διαβιβαστικό έγγραφο του τμήματος τροχαίας Βόλου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, σύμφωνα με το οποίο η ποινική δικογραφία αναφορικά με το τροχαίο ατύχημα που έλαβε χώρα στις 21.12.1989 περιελάμβανε και μία ανακλαστική πινακίδα, 2) την υπ' αριθμ. ........ ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Βόλου Κων/νου Πετροπούλου των μαρτύρων ........., .........

και ........., 3) τις καταθέσεις των μαρτύρων ........., ......... και .........., που περιέχονται στην υπ' αριθμ. ........ εισηγητική έκθεση, και την υπό του τελευταίου συνταχθείσα γνωμάτευση, ως έχοντος ειδικές γνώσεις. 4) Την υπ' αριθμ. ......... απόφαση του Διευθυντού του Υποκαταστήματος του ΙΚΑ Βόλου, δια της οποίας απονεμήθηκε σύνταξη στους αναιρεσιβλήτους, εξαιτίας του θανάτου του υπ' αυτών κληρονομηθέντος Ψ , καθώς και τους πίνακες ημερομισθίων, που συντάχθηκαν από το εν λόγω Υποκατάστημα και αφορούσαν τις ημέρες εργασίας του άνω θανατωθέντος κατά την χρονική περίοδο 1979 έως 1989.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως (δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος), κατά το μέρος που αφορούν την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη των υπ' αριθμ. 1, 3 και 4 άνω αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, γιατί από την στην απόφαση υπάρχουσα διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλες οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στην άνω εισηγητική έκθεση, καθώς και όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό προς το σύνολο των αιτιολογιών της, στην οποία μάλιστα γίνεται ειδική αναφορά, στα επί μέρους στοιχεία της ποινικής δικογραφίας, αναφορικά με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, καθώς και στην άνω απόφαση του Δ/ντού του Ι.Κ.Α, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι αυτά ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την υπαιτιότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Χ5 στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι όπως προκύπτει από αυτή, για την απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η υπ' αριθμ. 191/3158/528/1992 μη οριστική περί διεξαγωγής αποδείξεως και με μάρτυρες απόφαση, κατά το άρθρο 341 ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. Επειδή, κατά τα άρθρα 111§2, 118§4 και 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος.

Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να διατάξει τις επιβαλλόμενες αποδείξεις. Περαιτέρω, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτου η απόφαση σε αναιρετικό έλεγχο εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σ' αυτή και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην κρίση περί του νόμω βασίμου της ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή, επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και περιείχοντο σ' αυτή οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β', 1389 και 1390 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση θανατώσεως συζύγου στην αγωγή αποζημιώσεως του άλλου συζύγου για την αποκατάσταση της ζημίας του από την στέρηση του δικαιώματός του διατροφής πρέπει να μνημονεύεται το ποσό της καταβλητέας διατροφής από τον υπόχρεο προς τούτο σύζυγο ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, χωρίς να απαιτείται η αναφορά της αποτιμήσεως της συνεισφοράς, που θα παρείχε ο καθένας από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας.

Η αποτίμηση αυτή μπορεί να θεμελιώσει καταλυτικό της αξιώσεως ισχυρισμό του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη αγωγή, κατ' ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι, προς θεμελίωση της εκ του άρθρου 928 ΑΚ ενδίκου αξιώσεώς τους, ιστορούν, όπως εδέχθη και το Εφετείο, ότι ο ήδη αποβιώσας Χ5, κληρονομηθείς από τους αναιρεσείοντες εναγομένους, από αμέλειά του κατά την οδήγηση ιππηλάτου οχήματος προκάλεσε τον θανάσιμο τραυματισμό του Ψ, συζύγου της πρώτης εναγούσης αναιρεσιβλήτου και πατέρα της δευτέρας εξ' αυτών που τον κληρονόμησαν ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, έναντι του οποίου είχαν δικαίωμα διατροφής κατά τον χρόνο επελεύσεως του θανάτου του, διότι εστερόντο περιουσίας και εισοδημάτων και δεν μπορούσαν να εργασθούν και αυτοδιατραφούν, καθώς και ότι μέχρι την 31.12.2008 ο άνω αποβιώσας (Ψ), που κατά τον χρόνο του θανάτου του εργαζόταν ως ειδικευμένος εργατοτεχνίτης με ημερομίσθιο εκ 5000 δραχμών, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα τους παρείχε ως μηνιαία διατροφή τα στην αγωγή για την καθεμία ποσά, των οποίων η επιδίκαση ζητείται με αυτή.

Με τέτοιο περιεχόμενο η ένδικη αγωγή πληροί τις προϋποθέσεις των προαναφερθεισών διατάξεων, χωρίς να ήταν αναγκαία, για την δικονομική της πληρότητα, και η παράθεση του ποσού της συνεισφοράς της εναγούσης συζύγου για την κάλυψη των διαφόρων οικογενειακών αναγκών, ούτε επίσης των καθαρών και ακαθαρίστων μηνιαίων εισοδημάτων του άνω αποβιώσαντος.

Επομένως, το Εφετείο που δεν εκήρυξε απαράδεκτο λόγω ποσοτικής αοριστίας της αγωγής, ενώ εδέχθη την ύπαρξη της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του άνω αποβιώσαντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 14 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γι' αυτό και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έβδομο αυτού μέρος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΙV. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 300 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας. Αμέλεια κατά το άρθρο 330 ΑΚ υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητός του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, εδέχθη, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στις 21-12-1980 και ώρα 06.30' ο Χ5, οδηγώντας το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ιππήλατο όχημα του (κάρρο), εκινείτο επί της οδού ........ του Βόλου με κατεύθυνση από βορρά προς νότο.

Πίσω από αυτόν και προς την ίδια κατεύθυνση εκινείτο κατά τον ίδιο χρόνο ο Ψ, οδηγώντας το με αρ. ....... δίκυκλο μοτοποδήλατό του. Στο ύψος της γέφυρας της οδού ........ ο οδηγός του ιππηλάτου οχήματος δεν κατέβαλε την οφειλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού ιππηλάτου οχήματος και δεν έβαινε στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, αλλά στο μέσον αυτού, ενώ εξάλλου δεν είχε τοποθετήσει στο όχημα του τα προβλεπόμενα από το άρθρο 77 του τότε ισχύοντος Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 614/1977) φώτα και αντανακλαστικά στοιχεία, ήτοι δύο λευκά φώτα εμπρός και δύο ερυθρά φώτα πίσω ή αντανακλαστικά στοιχεία ερυθρού φωτός.

Έτσι λόγω του επικρατούντος σκότους της νύχτας και της ελλείψεως τεχνητού φωτισμού, δεν έγινε αντιληπτό το όχημα του από τον ακολουθούντα αυτό Ψ, ο οποίος επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του δικύκλου μοτοποδηλάτου του, στο οπίσθιο μέρος του ιππηλάτου οχήματος. Από την πρόσκρουση αυτή τραυματίσθηκε βαριά ο άνω οδηγός του δικύκλου μοτοποδηλάτου, ο οποίος υπέστη πλήρη ρήξη (ολοκληρωτική καταστροφή) του ήπατος, ρήξη στομάχου, ρήξη παχέως εντέρου και μετατραυματικό αιμορραγικό σοκ, εξαιτίας των οποίων επήλθε ο θάνατός του".

Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκαν περιστατικά συνυπαιτιότητος του θανόντα Ψ, αφού αυτός οδηγούσε με την κανονική ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ωριαίως, είχε αναμμένα τα φώτα του μοτοποδηλάτου, δεν παραβίασε καμία διάταξη του τότε ισχύοντος κοκ (Ν. 614/77), καθώς και ότι λόγω ελλείψεως αντανακλαστικής πινακίδος στο προπορευόμενο ιππήλατο, γεγονός που προανακριτικώς ομολόγησε ο οδηγός του Χ5, δεν ήταν εφικτή η αναγνώρισή του από απόσταση μεγαλύτερη των είκοσι πέντε (25) μέτρων, ενώ για την πλήρη ακινητοποίηση του μοτοποδηλάτου δια τροχοπεδήσεως ή για κάποιο αποφευτικό ελιγμό, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου αντιδράσεως, η εν λόγω απόσταση δεν ήταν επαρκής, προς αποφυγή της επιπτώσεως του μοτοποδηλάτου πάνω στο ιππήλατο.

Ακολούθως το Εφετείο, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του άνω θανατηφόρου ατυχήματος τον Χ5, απορρίπτοντας την ένσταση συνυπαιτιότητος του οδηγού του μοτοποδηλάτου Ψ. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις και εκείνες των άρθρων 77, 12§1, 19§1, 2 και 3 του κατά τον χρόνο του ατυχήματος ισχύοντος κοκ (Ν. 614/77), ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες και εφήρμοσε.

Επομένως, οι περί των αντιθέτων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, πρώτος και δεύτερος πρόσθετος λόγος, κατά το έκτο μέρος, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.03.2001 αίτηση αναιρέσεως της Χ1 κ.λπ. για αναίρεση της 697/2000 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου Ψ1,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ