Legislator Case Law & Legislation
1440/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property ownership judgment due to vague and abstract grounds of appeal.

Case Number 1440/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a final court ruling confirming the plaintiff's ownership of two properties. The appellant argued the lower court violated substantive laws and failed to provide sufficient reasoning, but the Court found these grounds abstract and lacking specific factual premises. Consequently, the appeal was rejected, and the Government was ordered to pay the plaintiff's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeal grounds that merely cite substantive law violations without specifying the factual premises, logical errors, or contradictions in the lower court's reasoning.

Keywords

AI generated
abstract appeal grounds vague reasoning property ownership dispute substantive law violation legal costs award Supreme Court appeal factual premises

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3963/1957
Article 2 of Law 1538/1938
Article 1045 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6106/2013 μη οριστική, 14610/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3928/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-10-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 23-10-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 3928/2020, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, τυπικά και κατ' ουσίαν, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 14160/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§3 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-03-2012 και με αριθμό καταθέσεως 57608/3484/22-03-2012 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος των περιγραφομένων στην αγωγή δύο ακινήτων (οικοπέδων), κειμένων στο Δήμο Γλυκών Νερών Αττικής και να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Κρωπίας, όπου τα επίδικα με αριθμούς ΚΑΕΚ ...

και ..., φέρονται, εσφαλμένα, ιδιοκτησίας του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. 6106/2013 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού αυτή (αγωγή) κρίθηκε νόμιμη, διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 14160/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο των επιδίκων ακινήτων (με παράγωγο τρόπο) και διέταξε τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής για τα επίδικα ακίνητα "ώστε να φαίνεται ότι ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα, με τίτλο κτήσης τα υπ' αριθμ. ...

και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κ. Λ. αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας στον τόμο ... με αντίστοιχους αριθμούς ... και ...". Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, άσκησε την από 04-03-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3928/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφαση η έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας την από 21-03-2012 αγωγή, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο των επιδίκων ακινήτων και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών, ώστε στα οικεία κτηματολογικά φύλλα να αναγραφούν τα επίδικα ως ανήκοντα κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.

Κατά το γενικό κανόνα, που τίθεται από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των περιοριστικώς αναφερόμενων σ' αυτήν εξαιρέσεων (αν, δηλαδή, πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη), είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, πλην όμως ο ισχυρισμός περί αυτής (αοριστίας της αγωγής) δεν περιλαμβάνεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολ.Δ., αφού η αοριστία δεν αποτελεί παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο σχετικός ισχυρισμός, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο.

Ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, που στηρίζεται σε ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, αν ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προταθεί νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Για την πληρότητα δε του σχετικού, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολ.Δ., λόγου αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων πρότεινε στο Δικαστήριο, κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτά τον περί αοριστίας ισχυρισμό καθώς και το περιεχόμενο του, δηλαδή τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια και να παρέχεται η δυνατότητα εξειδίκευσης της αποδιδόμενης μομφής.

Η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 601/2011, 1827/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο το εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας της, για τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο λόγους, ήτοι διότι κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν αναφέρονται σε αυτήν πράξεις νομής του αναιρεσίβλητου επί των επιδίκων ακινήτων, χωρίς όμως να αναφέρεται σε αυτό, ότι το αναιρεσείον πρότεινε στο εφετείο την ήδη προβαλλόμενη αοριστία. Επιπλέον, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι πράγματι το αναιρεσείον ως εκκαλούν δεν πρότεινε τέτοιο λόγο αοριστίας της αγωγής αλλά υποστήριξε ότι αυτή είναι αόριστη για διαφορετικό λόγο, αναφερόμενο στην ελλιπή περιγραφή των επιδίκων ακινήτων. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, 1/2013).

Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υποθέσεως, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.

Για το ορισμένο, επίσης, αυτού του λόγου της αναιρέσεως, σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 404/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως της ελλείψεως νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ1103/2011).

Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.

ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, το δικάσαν εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2 του Ν. 3208/2003, 192 και 193 του Ν. 4173/1929, αφού δέχθηκε (εσφαλμένα κατά το αναιρεσείον) αφενός μεν ότι το από 18-09-1933 προεδρικό διάταγμα συνιστά οριστικό τίτλο παραχώρησης της κυριότητας των επιδίκων εκτάσεων στον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος, αφετέρου δε ότι πραγματοποιήθηκε ο σκοπός της παραχώρησης των επιδίκων.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, αφού δεν παρατίθενται, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό τις οποίες συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των ως άνω διατάξεων, ούτε προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, το οποίο οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του) περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης καθότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα αποδίδεται στο ως άνω Δικαστήριο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος των επιδίκων αφού πραγματοποιήθηκε ο σκοπός της παραχώρησης αυτών στον δικαιοπάροχό του και εντεύθεν της αποδοχής της αγωγής του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Πλην όμως στο αναιρετήριο δεν μνημονεύονται ούτε οι πραγματικές παραδοχές υπό τις οποίες συνετελέσθη η παραβίαση των στο αναιρετήριο μνημονευόμενων ρητά ουσιαστικών διατάξεων, ούτε οι ελλείψεις ή η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, αλλά υπό την επίκληση της εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πλήττεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος και η εκτίμηση των αποδείξεων, που αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη.

Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 2 του α.ν. 1538/1938 και 1045 ΑΚ, αφού, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, οι πράξεις νομής που δέχθηκε το εφετείο ότι ασκούσε στα επίδικα ο αναιρεσίβλητος και ο δικαιοπάροχός του, δεν προσιδιάζουν στη φύση αυτών ως δασικών.

Πλην όμως στο αναιρετήριο δεν μνημονεύονται ούτε οι πραγματικές παραδοχές υπό τις οποίες συνετελέσθη η παραβίαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων ούτε το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου, καθώς και οι ελλείψεις ή η αντιφατικότητα στις αιτιολογίες, αλλά υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων και της ελλείψεως νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πλήττεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος και η εκτίμηση των αποδείξεων που αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη.

Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα οποία θα οριστούν μειωμένα, σύμφωνα με το αρθ. 22 παρ.1 του ν. 3963/1957, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αναφερόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-10-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3928/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου