Legislator Case Law & Legislation
1440/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and orders insurer to pay legal costs to policyholders.

Case Number 1440/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment in favor of the policyholders. The court found the appeal procedurally admissible but substantively baseless, noting that the lower court correctly calculated legal fees for the six primary plaintiffs at 500 euros each rather than the 15,000 euros claimed by the insurer. Consequently, the appeal was rejected, and the insurer was ordered to pay 2,700 euros in legal costs to each group of plaintiffs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330 paragraph 2, and 914 paragraph 2 of the Civil Code; Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is dismissed if the lower court's decision is legally sound, and any request for restitution of executed acts must be rejected if the appeal itself fails.

Keywords

AI generated
insurance liability tort liability fault and negligence legal costs allocation appeal dismissal civil procedure judicial expenses

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 paragraph 2, and 914 of the Civil Code
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 189 paragraph 1, and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 item 3 letter b of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Article 1 of Law 4335/2015
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) …. και 8) S. G. του A., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3η, 4ος, 5η και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μουλαγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και οι 7η και 8ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σφέτσου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2018 αγωγή των ήδη 1ου έως και 6ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 16-10-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3909/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-12-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό- τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 551/2020).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).

Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 123/2021, Α.Π. 28/2021, Α.Π.765/2020, Α.Π. 696/2020).

Δεν αρκεί, για το ορισμένο του λόγου αυτού, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, ούτε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως, κατά το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.

Συνακόλουθα, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από την διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στην αίτηση σχετικού λόγου αναιρέσεως.

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 3909/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σ' αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το μέρος που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη: "Στις … και περί ώρα …, ο Γ.

Α., οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας-μοντέλο …, χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του και φέροντας κράνος ασφαλείας, κινούνταν επί της Λεωφόρου Αλίμου, στον Άλιμο Αττικής, στο μέσο του ρεύματος πορείας αυτής, με κατεύθυνση από … προς…, διερχόμενος από την υπόγεια διέλευση οχημάτων.

Η Λεωφόρος Αλίμου, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και στο σημείο του ατυχήματος, η αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος που οδηγεί στη Λεωφόρο Ποσειδώνος και η αριστερή λωρίδα του αντίθετου ρεύματος, που οδηγεί προς τη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, βυθίζονται και διέρχονται μέσω υπόγειας διέλευσης οχημάτων, κάτω από οδική γέφυρα, που σχηματίζει ανισόπεδο οδικό κόμβο με τη Λεωφόρο Αλίμου.

Στο σημείο αυτό, που διχοτομούνται οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας του ρεύματος προς Λεωφόρο Ποσειδώνος, υφίστανται πληροφοριακές πινακίδες κατεύθυνσης με αριστερό τόξο, για όσα οχήματα κατευθύνονται προς "Γλυφάδα/ Αγ. Κοσμάς", τα οποία πρέπει να διέλθουν μέσα από την υπόγεια διέλευση και με δεξιό τόξο για όσα κατευθύνονται προς "Πειραιά/ Λ.

Κηφισού", εξακολουθώντας την ευθεία πορεία του ρεύματος αυτού. Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας Ν/Α Αττικής και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, στο σημείο της υπόγειας διέλευσης, η Λεωφόρος Αλίμου είναι, όπως προαναφέρθηκε, διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 9,40 μέτρα, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά ρεύμα κατεύθυνσης (ένα προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης και ένα προς Λεωφόρο Ποσειδώνος -παραλία), τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, η οποία καταλήγει μέσω διαγώνιας παράλληλης διαγράμμισης προς την υπόγεια διέλευση οχημάτων, σε τσιμεντένια νησίδα ασφαλείας, επί της οποίας υφίσταται πληροφοριακή πινακίδα Π-77 (υποχρεωτικό πέρασμα από δεξιά νησίδας ή εμποδίου), για τα κινούμενα προς Λ.

Ποσειδώνος οχήματα, τοποθετημένη μαζί με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-7, εκατέρωθεν της λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς Λ. Βουλιαγμένης, η οποία απαγορεύει την είσοδο των κινούμενων προς Λ. Ποσειδώνος οχημάτων, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προειδοποιώντας με τον τρόπο αυτό, τους οδηγούς για την αμφίδρομη κίνηση των οχημάτων εντός της υπόγειας διέλευσης.

Επίσης, στο σημείο αυτό (ανισόπεδο οδικό κόμβο της υπόγειας διέλευσης οχημάτων), η Λ. Αλίμου οριοθετείται εκατέρωθεν από υψηλά τσιμεντένια τοιχία, λόγω της υψομετρικής διαφοράς της από το υπόλοιπο τμήμα της, σχηματίζει αριστερή καμπύλη με ελαφρά κλίση (κατωφέρεια), στη κατεύθυνση της προς τη Λ. Ποσειδώνος, η οποία εμποδίζει την ορατότητα των οχημάτων που κινούνται προς αυτή, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή (κατά την άφιξη των αστυνομικών οργάνων), το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα "Ρ-32", σε 30 χιλιόμετρα ανά ώρα, τοποθετημένη στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Λεωφόρο Ποσειδώνος, ενώ κατά το χρόνο εκείνο επικρατούσε καλοκαιρία και υπήρχαν συνθήκες φωτισμού ημέρας.

Την ίδια ως άνω χρονική στιγμή, η πρώτη εναγόμενη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας …. αυτοκίνητο, μάρκας…, χρώματος …, ιδιοκτησίας του πατέρα της S. G. και ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη κυρίως εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο επί της οδού Λ. Αλίμου, με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Ποσειδώνος, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, έχοντας πρόθεση να συνεχίσει τη πορεία της προς Λ.

Ποσειδώνος, μέσω της ως άνω υπόγειας διέλευσης οχημάτων της Λ. Αλίμου, από τη σηματοδοτούμενη έξοδο προς "Γλυφάδα/ Αγ. Κοσμάς", που βρίσκονταν στη πορεία της. Όταν η τελευταία έφθασε στην προαναφερθείσα θέση, εισήλθε στη σηματοδοτούμενη έξοδο με αυξημένη ταχύτητα, η οποία ανέρχονταν τουλάχιστον σε 70 χιλιόμετρα ανά ώρα και περνώντας τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, συνέχισε να κινείται όχι εντός στη λωρίδας κυκλοφορίας της, η οποία συνέχιζε σε κατωφέρεια, σχηματίζοντας ανοικτή αριστερή καμπή, στη δεξιά πλευρά της οριοθετημένης με τσιμεντένια τοιχεία Λ.

Αλίμου, αλλά … προς Λ. Βουλιαγμένης οχήματα, χωρίς να έχει αντιληφθεί, λόγω της καμπυλότητας της οδού και της έλλειψης ορατότητας, ότι εκείνη τη στιγμή κατευθύνεται προς το μέρος της, η παραπάνω δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο Γ. Α., η οποία κινούνταν κανονικά στο ρεύμα αυτό, επί της δεξιάς σε σχέση με τη δική του πορεία, πλευράς της οδού, έχοντας μόλις εξέλθει από την υπόγεια διέλευση με κατεύθυνση προς Λ.

Βουλιαγμένης και συγκρούστηκε μετωπικά μ' αυτή. Λόγω της σφοδρότητας της μετωπικής σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Γ. Α. εκτινάχθηκε προς τα εμπρός και στη συνέχεια κατέπεσε σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας προς Λ. Βουλιαγμένης, υποστάς κυρίως κακώσεις κεφαλής, θώρακα, κοιλίας (ήπαρ, σπλην, νεφροί), πνευμόνων, πυέλου, από τις οποίες και επήλθε ο θάνατος του, η δε δίκυκλη μοτοσικλέτα, χωρίς τον οδηγό της, σύρθηκε ελαφρώς διαγωνίως προς τα πίσω, λόγω της κατωφέρειας της οδού και ακινητοποιήθηκε αφήνοντας χαραγές στο οδόστρωμα μήκους 11,80 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, εντός του πλαισίου που σχηματίζουν οι παράλληλες διαγώνιες γραμμές προ της νησίδας ασφάλειας, έχοντας διαλυθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ενώ το αυτοκίνητο της πρώτης εναγόμενης περιστράφηκε προς τα αριστερά και ακινητοποιήθηκε επί τόπου, πάνω στη καμπή της οδού, σε λοξή κάθετη θέση, με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος προς το τσιμεντένιο τοιχίο, καταλαμβάνοντας σχεδόν όλο το ρεύμα κυκλοφορίας προς Λ.

Βουλιαγμένης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το όχημα στο οποίο επέβαινε η εναγόμενη, υπέστη εκτεταμένες στρεβλώσεις, συρρικνώσεις και παραμορφώσεις στο εμπρόσθιο τμήμα του, το οποίο καταστράφηκε ολοσχερώς (βλ. φωτογραφίες από τον τόπο του ατυχήματος). Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα αποδεικνύονται από τα ευρήματα της σύγκρουσης, όπως αυτά αποτυπώνονται στην έκθεση αυτοψίας και το πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ν/Α Αττικής, σε συνδυασμό με την από 30.6.2017 ένορκη προανακριτική εξέταση του αυτόπτη μάρτυρα Η.

Σ. και την ομολογία της πρώτης εναγόμενης, κατά την ανωμοτί εξέτασή της στις 1.7.2017, ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων της ως άνω Τροχαίας, σύμφωνα με την οποία νόμισε ότι κινείται σε μία μόνο λωρίδα κυκλοφορίας μονής κατεύθυνσης. Αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα και τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ.

Α., είναι η πρώτη εναγόμενη, οδηγός του με αριθμ. κυκλοφ. … Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, η οποία, ενώ είχε πρόθεση να συνεχίσει τη πορεία της μέσω υπόγειας διέλευσης οχημάτων της Λεωφόρου Αλίμου, προς Λ…, αν και δεν είχε προηγούμενη γνώση των συνθηκών της οδού στο σημείο αυτό και δη ότι αυτή ήταν καμπυλόστροφη, που περιόριζε την οπτική επαφή με τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα και ότι διέθετε δύο αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, από αμέλειά της και συγκεκριμένα έλλειψη της επιβαλλόμενης από τις περιστάσεις επιμέλειας, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει ως μέση συνετή οδηγός, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά της στο επιτρεπόμενο όριο, ώστε να είναι σε θέση να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, ούτε κινήθηκε στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος της οδού Λ.

Α., προοριζόμενο για το ρεύμα κυκλοφορίας προς Λ. …, όπως όφειλε και υποχρεούνταν, αλλά, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα ανώτερη του ως άνω επιτρεπόμενου ορίου και τουλάχιστον 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, συνέχισε τη πορεία για να εισέλθει σε υπόγεια διέλευση της Λ. Α., πέρασε την διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, κινούμενη προς την αριστερή (εσωτερική) πλευρά της καμπύλης του οδοστρώματος της Λεωφόρου Α.., η οποία προορίζονταν για τα οχήματα που κινούνταν στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίς να έχει αντιληφθεί, λόγω της έλλειψης προσοχής και της μεγάλης ταχύτητάς της, την ύπαρξη κατά μήκος του οδοστρώματος της Λεωφόρου Α., της διπλής συνεχόμενης διαγράμμισης, που σήμαινε ότι κινείται σε οδό που διαχωρίζεται σε δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα, ενώ είχε σκοπό να κινηθεί στο ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Α.

με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Π…. να εισέλθει και να εξακολουθήσει να κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού, με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Β. και να συγκρουσθεί μετωπικά, με την εκεί κανονικά κινούμενη τη στιγμή εκείνη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο θανών Γ. Α. (αρθρ. 5 παρ. 3α, 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 2 σε συνδ.

με 4 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ). Εάν όμως είχε τεταμένη την προσοχή της και είχε λάβει και τα άνω μέτρα ασφάλειας (μειωμένη ταχύτητα, κίνηση στη δεξιά πλευρά της οδού) κρίνεται ότι θα απέφευγε τη μετωπική σύγκρουση με τα αντιθέτως διερχόμενα οχήματα. Το γεγονός δε ότι η πρώτη εναγόμενη οδηγούσε καθ' υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 30 χιλιομέτρων ανά ώρα, προκύπτει, ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης, από τη σφοδρότητα της σύγκρουσης, εξαιτίας της οποία καταστράφηκαν τα δύο οχήματα, ενώ ο οδηγός της μοτοσικλέτας μετά τη σύγκρουση εκτινάχθηκε σε απόσταση δέκα μέτρων.

Αντίθετα, στοιχεία που να θεμελιώνουν οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα του Γ. Α., οδηγού της με αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ατυχήματος, δεν αποδείχθηκαν. Και τούτο, διότι, αυτός εκινείτο με κανονική ταχύτητα στο ρεύμα κυκλοφορίας του, όταν το με αριθμ. κυκλοφ. ΙΗΡ-8342 Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο της πρώτης εναγόμενης εισήλθε και κινείτο σε καμπυλόστροφο οδόστρωμα, που απέκλειε την ορατότητα κατά μήκος της οδού, στο αντίθετο ρεύμα και του απέκλεισε αιφνίδια την πορεία, μην αφήνοντας σ' αυτόν χρονικά περιθώρια αντίδρασης με οποιονδήποτε τρόπο, για να αποτρέψει τη σύγκρουση του οχήματός του με το όχημα της εναγόμενης, η οποία κατευθύνονταν πάνω του με αυξημένη ταχύτητα, χωρίς να έχει αντιληφθεί, λόγω της καμπυλότητας της οδού, τη κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας του προς το μέρος της.

Ο ισχυρισμός της δεύτερης εκ των κυρίως εναγόμενων, τον οποίο επαναφέρει με την 29.3.2019 έφεσή της, ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Γ. Α., διότι ο τελευταίος οδηγούσε με αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ελέγχεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς δεν επιβεβαιώνεται από κανένα στοιχείο.

Κατά συνέπεια, η παραδεκτώς προβληθείσα από τη δεύτερη εναγόμενη της από 15.6.2018 κύριας αγωγής, νόμιμη ένσταση συνυπαιτιότητας (άρθρο 300 ΑΚ) του θανόντος οδηγού της με αριθμ. κυκλοφ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και το θανάσιμο τραυματισμό του, ελέγχεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, κατέληξε στην ίδια κρίση ότι αποκλειστικά υπαίτια στην επέλευση του ατυχήματος και το θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Α., είναι η πρώτη κυρίως εναγόμενη και απέρριψε την σχετική ένσταση συνυπαιτιότητας της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού με το κεφάλαιο περί υπαιτιότητας λόγου της από 29.3.2019 έφεσης της δεύτερης κυρίως εναγόμενης, σύμφωνα με την οποία συνυπαίτιος στην επέλευση του ατυχήματος και το θανάσιμο τραυματισμό του είναι ο θανών Γ.

Α., σε ποσοστό 40%". Δηλαδή, το Εφετείο δέχτηκε α) ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο ατύχημα είναι η οδηγός τους ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, η οποία, ενεργώντας κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3α, 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 2 σε συνδ. με 4 παρ. 3 ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή της, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά της στο επιτρεπόμενο όριο, ώστε να είναι σε θέση να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός της και να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους κατάλληλους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος, ούτε κινήθηκε στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος της οδού Λ.

Αλίμου, προοριζόμενο για το ρεύμα κυκλοφορίας προς Λ. Ποσειδώνος, όπως όφειλε και υποχρεούτο, αλλά, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα τουλάχιστον 70 χ/ω, αντί της ανώτατης επιτρεπόμενης στο σημείο εκείνο, των 30 χ/ω, συνέχισε τη πορεία της για να εισέλθει σε υπόγεια διέλευση της Λ. Αλίμου και παραβίασε τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού και να συγκρουσθεί μετωπικά, με την εκεί κανονικά κινούμενη τη στιγμή εκείνη δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο θανών Γ.

Α. και β) ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας Γ. Α. δεν βαρύνεται με (συν)υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος, διότι ο τελευταίος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του, στο ρεύμα κυκλοφορίας του, με κανονική ταχύτητα, όταν το κινούμενο στο αντίθετο με αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, ασφαλισμένο στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, αυτοκίνητο, παραβίασε τη διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του, σε σημείο που το καμπυλόστροφο οδόστρωμα του απέκλειε την ορατότητα κατά μήκος της οδού, με επακόλουθο να του αποκλείσει αιφνίδια την πορεία, χωρίς αυτός να έχει χρονικά περιθώρια αντίδρασης με οποιονδήποτε τρόπο, για να αποτρέψει τη σύγκρουση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 του Α.Κ. και 5 παρ. 3α, 8α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1, 4, 19 παρ. 1, 2, 3, 20 παρ. 2 σε συνδ. με 4 παρ. 3 ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η έλλειψη συνυπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, τα οποία ενήργησε η οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος, σε συνδυασμό με τις εκ μέρους της παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν βαρύνεται με συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι:

α) δεν προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά προσέγγιση, η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο οδηγός της μοτοσυκλέτας και β) δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί, αφού η μοτοσυκλέτα εκινείτο με κανονική ταχύτητα (30 χ/ω), η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή, ώστε να προκαλέσει την καταστροφή των εμπλακέντων οχημάτων και την εκτίναξη του οδηγού της μοτοσυκλέτας σε απόσταση 10 χιλιομέτρων από το σημείο της σύγκρουσης, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών του ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι, με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο, αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), που έλαβε υπόψη του το δικα¬στήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως, αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, 42/2002, Α.Π. 1244/2021, Α.Π. 1247/2020, Α.Π. 665/2020, Α.Π. 342/2020).

Καμιά, ωστόσο, διάτα¬ξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα απο¬δεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύ¬πτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι, με την αιτίαση αυτή, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 925/2020, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 192/2020, Α.Π. 122/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Δικαστήριο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας εκ μέρους της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του θανόντος κατά το ένδικο ατύχημα οδηγού της μοτοσυκλέτας, και συγκεκριμένα την έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, τις φωτογραφίες των εμπλακέντων οχημάτων και του τόπου του ατυχήματος, καθώς και την από 1-7-2017 έκθεση εξέτασης της οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος Μαρινέλας Γκίνη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπου ρητά αναφέρεται (βλ. 5ο φύλλο, εμπρόσθια όψη αυτής) ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη ".... τις εκτιμώμενες ως δικαστικά τεκμήρια ένορκες καταθέσεις στα πλαίσια τις ποινικής διαδικασίας.........

αλλά και τα εν γένει έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται......", σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα ως άνω, φερόμε¬να ως αγνοηθέντα, έγγραφα, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές απο¬δείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου, με την επισήμανση ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία όλων των προαναφερθέντων εγγράφων (βλ.

οπίσθια όψη 5ου φύλλου και εμπρόσθια όψη 7ου φύλλου, ως προς την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα που τη συνοδεύει, οπίσθια όψη 6ου φύλλου, ως προς τις προσκομισθείσες φωτογραφίες και εμπρόσθια όψη 7ου φύλλου, ως προς την από 1-7-2017 έκθεση εξέτασης της Μαρινέλας Γκίνη). Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο λόγος αυτός (πρώτος, κατά το δεύτερο σκέλος του) της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 1204/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 768/2020, Α.Π. 170/2020), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (Α.Π. 525/2021, Α.Π. 1210/2020, Α.Π. 170/2020).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.

Ολομ., 10/2017, 9/2015, Α.Π. 858/2021, Α.Π.525/2021, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 1303/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1003/2021, Α.Π. 525/2021, Α.Π. 934/2020, Α.Π. 642/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: ".........Ο Γ.

Α., κάτοικος εν ζωή Γλυφάδας, επί της οδού Δαρδανελλίων αρ. 79, κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 32 ετών (γεν. 28.1.1985), υγιέστατος και δραστήριος επαγγελματικά και κοινωνικά. Ήταν πτυχιούχος της Σχολής Εμποροπλοιάρχων και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο τομέα της Διοίκησης Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου και εργαζόταν ως υπεύθυνος πληρωμάτων στην εταιρία ποντοπόρων φορτηγών πλοίων με την επωνυμία "Maran Maritime ΙΝC".

Μέχρι τον ως άνω θάνατό του, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων, γονείς του, Κωνσταντίνο Αλεξανδρή, συνταξιούχο της Δ.Ε.Η, ο οποίος γεννήθηκε στις 22.1.1949 και Κωνσταντίνα Αλεξανδρή, το γένος Χρήστου Πλύστακα, η οποία γεννήθηκε στις 14.1.1957, οι οποίοι διαμένουν μόνιμα στην Αγία Άννα Ν.

Εύβοιας και τους οποίους επισκέπτονταν ανελλιπώς σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο αλλά και κατά τις εορτές και τις θερινές διακοπές. Εξίσου συνδεδεμένος ήταν επίσης, με την τρίτη ενάγουσα αδελφή του, Αντιγόνη Αλεξανδρή, ανθυπαστυνόμο της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία γεννήθηκε στις 18.3.1983 (έχοντας μεταξύ τους ηλικιακή διαφορά δύο μόλις ετών) και τον τέταρτο ενάγοντα, μικρότερο σε ηλικία αδελφό του, Χρήστο Αλεξανδρή, τελειόφοιτο της Σχολής Μηχανολόγων-Μηχανικών του ΤΕΙ Πατρών, ο οποίος γεννήθηκε στις 14.1.1994.

Όλοι μαζί αποτελούσαν μία αρμονική και δεμένη οικογένεια. Μάλιστα, μέχρι τα τέλη του έτους 2016, διέμενε στο δεύτερο όροφο της μητρικής του οικίας, επί της οδού Αγίου Ιωάννη αρ. 87, στη Πετρούπολη Αττικής, μαζί με την τρίτη ενάγουσα αδελφή του, στο ισόγεια της οποίας διέμενε η έκτη ενάγουσα γιαγιά του από μητρική γραμμή.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, την 15.8.2014, είχε μνηστευθεί στην πατρική του οικία, στην Αγία Άννα Εύβοιας και σε κλειστό οικογενειακό κύκλο, την πέμπτη ενάγουσα, Μαρία-Κωνσταντίνα Γιαννακοπούλου, με την οποία ήταν ζευγάρι από το Νοέμβριο του έτους 2008 και είχαν προγραμματίσει τη τέλεση του γάμου τους το αργότερο μέχρι το θέρος του έτους 2018.

Μάλιστα, μετά τον αρραβώνα τους, ζούσαν μαζί καθ' όλα αρμονικά, αρχικά στην ανωτέρω οικία της Πετρούπολης και από το Σεπτέμβριο του έτους 2016, σε μισθωμένο, στο όνομα αμφοτέρων, διαμέρισμα, στη Γλυφάδα Αττικής (οδός Δαρδανελλίων αρ. 79), όπου εξακολούθησε αυτή (πέμπτη ενάγουσα) να διαμένει και μετά το θάνατο του συντρόφου της.

Η πέμπτη ενάγουσα, η οποία κατά το χρόνο θανάτου του μνηστήρα της, ήταν 31 ετών, είναι απόφοιτος του Τμήματος Χρηματοοικονομικής και Ελεγκτικής του ΤΕΙ Καλαμάτας και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στον τομέα της Διοίκησης Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου (όπως και ο θανών μνηστήρας της) και εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος στην εταιρίας "Μινέρβα Μαρίν".

Ο αιφνίδιος και απρόσμενος θάνατος του Γ. Α., κάτω από τις αποδειχθείσες ως άνω συνθήκες, προκάλεσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, έντονη θλίψη και στεναχώρια τόσο στους πρώτο, δεύτερο, τρίτη, τέταρτο και έκτη των εναγόντων- μελών της οικογένειάς του, όσο και στην πέμπτη ενάγουσα -μνηστή του. Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες επέλευσης του ένδικου συμβάντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης κυρίως εναγόμενης οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και το θανάσιμο τραυματισμό του Γ.

Α., την ηλικία του τελευταίου (θανόντος), τις συνθήκες του βίου του, την ένταση του άλγους των εναγόντων, τη σχέση τους και το βαθμό της συναισθηματικής τους σύνδεσης με τον θανόντα, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (πλην της δεύτερης κυρίως εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), η εύλογη κατά την κρίση του Δικαστηρίου, χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων πρέπει να ανέλθει, κατά μερική παραδοχή της κρινομένης (κύριας) αγωγής, στα ακόλουθα ποσά:

Για καθέναν από τον πρώτο και την δεύτερη των εναγόντων (γονείς του θανόντος), στο ποσό των 80.000,00 ευρώ και για καθέναν από τους τρίτη και τέταρτο των εναγόντων (αδέλφια του θανόντος) στο ποσό των 60.000,00 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 50.000,00 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα γιαγιά από μητρική γραμμή, το ποσό των 20.000,00 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε σε καθένα από τους ενάγοντες τα ως άνω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, δεν έσφαλε, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβάσιμων των σχετικών με το κονδύλιο αυτό, λόγων των από 20.2.2019 και 29.3.2019 εφέσεων".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και καθορίζοντας την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης στα ποσά των 80.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς του θανατωθέντος, των 60.000 ευρώ για καθένα από τους αδελφούς του, των 50.000 ευρώ για τη μνηστή του και των 20.000 ευρώ για τη γιαγιά του, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση δεν υπερβαίνουν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο συναφής δεύτερος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδ.

δ' ) του Συντάγματος και 932 του Α.Κ., επιδίκασε σ' αυτούς (αναιρεσίβλητους) ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Γεωργίου Αλεξανδρή, τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι καταφανώς μεγαλύτερα εκείνων που επιδικάζονται συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, ορίζεται ότι "...απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους, ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "...σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες" (παρ. 3).

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β παράγραφος 1 περ. β` του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που, σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου, άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.

Α'/14.5.2007), ορίζεται ότι "...εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος".

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος (Α.Π. 90/2019, Α.Π. 450/2018, Α.Π. 262/2018, Α.Π. 158/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεως του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976, σε συνδυασμό με τον ουσιαστικό κανόνα δικαίου του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), όπως ορθά εκτιμάται, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και με ελλιπείς αιτιολογίες, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ένδικο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός ότι η υπαίτια οδηγός έβδομη αναιρεσίβλητη Μ.

Γ., οδηγούσε το ασφαλισμένο σ' αυτή (αναιρεσείουσα) όχημα υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και, συνακόλουθα, ότι δεν ενεργοποιήθηκε ο όρος εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε καταρτίσει με τον ιδιοκτήτη του ασφαλισμένου οχήματος, όγδοο αναιρεσίβλητο S. G.. Το Εφετείο, για το ανωτέρω ζήτημα, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Όσον αφορά την από 16.10.2018 (αρ.

εκθ. κατ. 96091/4461/16.10.2018) παρεμπίπτουσα αγωγή, αποδείχθηκε ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει του υπ' αριθμ. 11069716 ασφαλιστηρίου συμβολαίου (αριθμός πρόσθετης πράξης 005389459), το οποίο κατάρτισε με τον δεύτερο παρεμπιπτόντως εναγόμενο, S. G., ιδιοκτήτη του με αριθμ. κυκλοφ. … Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, κάλυπτε για το χρονικό διάστημα από 4.5.2017 έως 4.11.2017, την αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ως άνω ζημιογόνου οχήματος.

Η ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην πρώτη σελίδα αυτής, διέπεται από το ν. 489/1976 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και από τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και αυτός του άρθρου 22, κατά τον οποίο δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές, εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ).

Την ιδιότητα του ασφαλισμένου προσώπου έχει η πρώτη παρεμπιπτόντως εναγόμενη, Μ. Γ. ως οδηγός του … ΙΧΕ αυτοκινήτου και δεσμεύεται από την ασφαλιστική σύμβαση και τους όρους αυτής και τούτο ανεξαρτήτως από ποιόν καταρτίστηκε η σύμβαση ασφάλισης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη 3022/40/4731α/8.8.2017 έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία συντάχθηκε κατόπιν διενεργηθείσας τοξικολογικής εξετάσεως δειγμάτων ούρων της πρώτης παρεμπιπτόντως εναγόμενης, που λήφθηκαν από αυτήν μετά το επίδικο ατύχημα, στις 30.6.2017 και ώρα 19:40 (βλ.

προσκομιζόμενο πρωτόκολλο ουροληψίας), ευρέθη η ουσία 11-nor- Δ9-ΤΗC-9 καρβοξυλικό οξύ (11-norΤΗC-CΟΟΗ), που αποτελεί τον κύριο μεταβολίτη της Δ9-τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία είναι δραστικό συστατικό της κάνναβης. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε βάσιμος ο ισχυρισμός της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ότι η ανίχνευση τοξικών ουσιών (11-norΤΗC-CΟΟΗ) στο αίμα της οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, αφού το γεγονός της ύπαρξης μόνο του ως άνω μεταβολίτη της Δ9- τετραϋδροκανναβινόλης, υποδηλώνει ότι η χρήση κάνναβης από την οδηγό είχε γίνει το λιγότερο είκοσι (20) ώρες προ του συμβάντος, αφού η δράση της κάνναβης εμφανίζει το μέγιστο αποτέλεσμά της σε είκοσι (20) λεπτά περίπου μετά τη χρήση της, ενώ σε τρεις (3) περίπου ώρες, η δράση αυτής έχει εξαφανιστεί (βλ.

την από 28.11.2018 γνωμοδότηση του ιατροδικαστή Γ. Λ. και την ένορκη κατάθεση του τελευταίου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου).

Συνεπώς, το γεγονός της χρήσης προ αρκετών ωρών, της ως άνω ναρκωτικής ουσίας από την ως άνω οδηγό, μη συνεπικουρούμενο και από άλλες περιστάσεις, που δεν προέκυψε ότι υπήρχαν στην υπό κρίση περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι επηρέασε την οδηγητική ικανότητα της, οι δε παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., στις οποίες υπέπεσε και συνετέλεσαν πράγματι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, οφείλονται σε αμελή συμπεριφορά που θα μπορούσε να επιδείξει οποιοσδήποτε νηφάλιος οδηγός, την οποία επέτεινε και η έλλειψη στο σημείο αυτό (πλην της αποχρωματισμένης διπλής συνεχόμενης διαγράμμισης και του χαμηλού ορίου ταχύτητας), των κατάλληλων οδικών μέτρων ασφάλειας, με οριζόντια και κάθετη σήμανση, που να προειδοποιεί από ικανή απόσταση τους οδηγούς, πριν εισέλθουν στην υπόγεια διέλευση, περί της αμφίδρομης κίνησης των οχημάτων εντός αυτής και όχι μόνο προ της υπόγειας σήραγγας, η οποία δεν είναι ορατή από απόσταση, λόγω της καμπυλότητας της οδού, από τους οδηγούς που κινούνται προς τη κατεύθυνση της Λεωφόρου Π., απορριπτόμενων των περί αντιθέτων ισχυρισμών της παρεμπιπτόντως ενάγουσας.

Συνεπώς, εφόσον δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, οι περιστάσεις που επικαλείται η ενάγουσα με την υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή της, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του, δέχθηκε, έστω με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, ότι η ανίχνευση τοξικών ουσιών στον οργανισμό της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο ατύχημα και το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των κυρίως εναγόντων, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και αφού συμπληρωθούν οι αιτιολογίες με αυτές τις παρούσας (αρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός με το κεφάλαιο αυτό λόγος της από 29.3.2019 έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, με τον οποίο επαναφέρει τους παραπάνω ισχυρισμούς της".

Δηλαδή το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως: α) ότι ο ανιχνευθείς στα ούρα της υπαίτιας οδηγού μεταβολίτης της Δ9- τετραϋδροκανναβινόλης, υποδηλώνει ότι η χρήση κάνναβης από την εν λόγω οδηγό είχε γίνει το λιγότερο είκοσι (20) ώρες προ του συμβάντος και β) ότι η δράση της κάνναβης, η οποία εμφανίζει το μέγιστο αποτέλεσμά της είκοσι (20) περίπου λεπτά μετά τη χρήση της, εξαφανίζεται σε τρεις (3) περίπου ώρες μετά τη χρήση, κατόπιν τούτου δε έκρινε ότι η προηγηθείσα, προ είκοσι τουλάχιστον ωρών, χρήση της κάνναβης από την υπαίτια οδηγό, δεν επηρέασε την οδηγική της συμπεριφορά και δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 και 42 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ότι δεν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ως άνω τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση ότι από τις συνθήκες του ενδίκου ατυχήματος και συγκεκριμένα από την είσοδο του ασφαλισμένου σ' αυτή αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με υπερβολική ταχύτητα, και την επακολουθήσασα μετωπική σύγκρουσή του με την οδηγούμενη από το Γ.

Α. μοτοσυκλέτα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς με την εκ μέρους της υπαίτιας οδηγού χρήση τοξικών ουσιών, είναι απαράδεκτη, διότι, με αυτή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς της στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατά τη διάταξη του άρθρου 183 του Κ.Πολ.Δ., τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου, επιβάλλονται, σε περίπτωση που απορριφθεί, σε βάρος του διαδίκου που άσκησε τούτο, ενώ σε περίπτωση που γίνει δεκτό, σε βάρος του διαδίκου που νικήθηκε, οι διατάξεις δε των άρθρων 176 - 182 του Κ.Πολ.Δ.

εφαρμόζονται και στην περίπτωση αυτή. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 191 του Κ.Πολ.Δ., όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον υποβλήθηκε ο κατάλογος εξόδων του άρθρου 190 του ίδιου Κώδικα, να περιλάβει διάταξη στην απόφασή του για την υποχρέωση πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους, όμως και χωρίς την υποβολή του καταλόγου εξόδων το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν υποβλήθηκε αίτημα για την επιδίκασή τους (ΑΠ 612/2019).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων, καθιερώνεται η αρχή της ήττας. Η καταψήφιση δε του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρο 176 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο συμψηφισμός τους, ολικά ή εν μέρει, κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και, συνεπώς, κατά το άρθρο 561 § 1 του Κ.Πολ.Δ., δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 455/2020, 476/2017, 192/2016, 1533/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των διατάξεων των άρθρων 179- 181 του Κ.Πολ.Δ. και του Ν. 3913/2011, αιτιώμενη, κατ' ακριβή αποτύπωση του λόγου αναιρέσεως, ότι "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί γιατί όχι νόμιμα και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 179- 181 Κ.Πολ.Δικ.

και του ν. 39 του ν. 3913/11, καθόρισε τη δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε στον πρώτο εφεσίβλητο το υπερβολικό ποσό των 15.000,00 ευρώ, καίτοι ο παραπάνω αντίδικος ζήτησε επιδίκαση 3.255.490,79 ευρώ, ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο επιδίκασε 430.556,12 ευρώ και το Εφετείο επιδίκασε 376.028,12 ευρώ. Αν εφάρμοζε σωστά και ερμήνευε σωστά το νόμο, έπρεπε να επιδικάσει μόνο τα γραμμάτια αμοιβής του ΔΣΑ των πληρεξουσίων δικηγόρων των αντιδίκων, αφού οι αντίδικοι δεν προσκόμισαν και δεν επικαλέστηκαν οποιοδήποτε άλλο έγγραφο στοιχείο, όπως απαιτεί ο νόμος 3919/2011 (π.χ.

εργολαβικά δίκης κ.λ.π.), από τα οποία να προκύπτει η τυχόν συμφωνία τους για μεγαλύτερη αμοιβή των δικηγόρων τους.

Συνεπώς, έπρεπε να συμψηφιστεί η εκατέρωθεν δαπάνη κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, άλλως να κατανεμηθεί αυτή αναλόγως της εν μέρει νίκης και ήττας και πάντως να μην επιδικαστούν τα παραπάνω υπερβολικά ποσά". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, στη νομική σκέψη που παρατίθεται κατά τη διερεύνηση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ενόψει του ότι δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα του Εφετείου ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ούτε παρατίθεται η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτά επισκοπείται, το Εφετείο, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 29-3-2019 (αρ. κατ. 29951/2277/1-4-2019) έφεση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επέβαλε σε βάρος αυτής τη δικαστική δαπάνη, την οποία καθόρισε, για μεν τους έξι (6) πρώτους των εφεσιβλήτων (κυρίως ενάγοντες), στο ποσό των 500 ευρώ, για δε τους εβδόμη και όγδοο των εφεσιβλήτων (παρεμπιπτόντως εναγομένους) στο ποσό των 350 ευρώ, και όχι στο ποσό των 15.000 ευρώ για τον πρώτο εφεσίβλητο, όπως εσφαλμένα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αιτήσεως επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την σωρευόμενη στο αναιρετήριο αίτηση, η αναιρεσείουσα ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκ μέρους της εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 373/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την απόρριψη των κατ' αυτής εφέσεων, δυνάμει της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 3909/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να υποχρεωθούν οι έξι (6) πρώτοι των αναιρεσιβλήτων να της αποδώσουν τα καταβληθέντα σ' αυτούς, για κεφάλαιο, τόκους και δικαστική δαπάνη, ποσά, όπως αυτά ειδικότερα προσδιορίζονται.

Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., μετά όμως την απόρριψη, κατά τα παραπάνω, της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των, παρισταμένων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ'β' εδ. δ' του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.12.2020 και με αριθμό καταθέσεως 9370/1062/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3909/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης εκάστης ομάδας των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για κάθε μία ομάδα από αυτές. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ