Legislator Case Law & Legislation
1440/2019 AI generated

Appeal on appeal adjourned pending full bench ruling to ensure consistent legal interpretation of prior acquittal.

Case Number 1440/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court adjourned the appeal hearing to await a final decision from its full bench regarding a pending case. The appellant argued that the lower court violated the presumption of innocence by failing to be bound by a prior acquittal in a related theft case. The court ruled that to prevent contradictory judgments and ensure legal unity, the current appeal must be postponed until the full bench resolves the underlying issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 568(1), 498(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may adjourn an appeal hearing sua sponte or upon request when the resolution of the pending appeal depends on the final outcome of another case before the same court, to ensure consistency and avoid contradictory rulings.

Keywords

AI generated
appeal adjournment presumption of innocence full bench decision contradictory judgments legal unity acquittal binding force procedural delay

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 568(1) of the Code of Civil Procedure
Article 498(1) of the Code of Civil Procedure
Article 6 of the European Convention on Human Rights
Article 249 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 390/2019

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη και Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-5-2012 και 20-1-2014 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 290/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 243/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2, 568 παρ.1 και 498 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα ….3Γ/5-7-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Ε. Μ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως

και προσκηκόντως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να προχωρήσει όμως συζήτηση παρά την απουσία του.

Κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974 και κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή ορίζεται ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ.

α' )... Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο...".

Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου.

Ήδη, το ζήτημα του κατά πόσο, μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορούμενου από το ποινικό δικαστήριο, η κατάφαση της αστικής του ευθύνης ,η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η προηγούμενη ποινική του απαλλαγή, συνιστά παραβίαση του προβλεπόμενου από τις προεκτεθείσες διατάξεις τεκμηρίου αθωότητας, με την 8/2019 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, ως εξαιρετικής σημασίας, παραπέμφθηκε στην πλήρη του Ολομέλεια, όπου και εκκρεμεί.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α ΚπολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλη δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚπολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική , προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιον του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού (ΑΠ 390/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεχόμενο με τη προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κύριος των επίδικων κινητών αντικειμένων είναι ο αναιρεσίβλητος, παρά τη προηγηθείσα αθώωση του ιδίου (αναιρεσείοντος), δυνάμει της αμετάκλητης 1706/2016 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου από την αποδοθείσα σε αυτόν κατόπιν μήνυσης του αναιρεσίβλητου, κατηγορία της υπεξαίρεσης των ίδιων αντικειμένων, (με το σκεπτικό ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω αντικείμενα δεν ανήκαν στον αναιρεσείοντα προεχόντως διότι ο αναιρεσίβλητος δεν προσεκόμισε παραστατικά από τα οποία να αποδεικνύεται η κυριότητά του επ'αυτών) παρεβίασε το προβληθέν ενώπιον του τεκμήριο αθωότητάς του, κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με τη παραδοχή ότι "η ανωτέρω ποινική απόφαση ,με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος λόγω αμφιβολιών δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και με αυτή δεν κρίθηκε ότι η κυριότητα των ενδίκων μηχανημάτων ανήκει στον εναγόμενο-κατηγορούμενο".

Ενόψει όμως του ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος συνδέεται εμμέσως πλην σαφώς με το ζήτημα που εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνεται ότι, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει ευλόγως περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της υπό κρίση υπόθεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ενώ το παρόν Δικαστήριο επιφυλάσσεται για την έρευνα της αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 8/2019 απόφαση της τακτικής του Ολομέλειας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ (και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ