1440/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1440/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, στην περίπτωση απόρριψης της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνον, η τελεσίδικη απόφαση του εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (ΚΠολΔ 553 παρ. 1), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Full text
Απόφαση 1440 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1440/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... (...)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίνας Καραμέτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Λ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χρύσας Ντιντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις 1010/14-9-2011 και 1011/14-9-2011 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 306/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 126/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τις διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 και 554 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου καθίσταται τελεσίδικη και υπόκειται πλέον σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος ασκήσεώς της. Στην προκείμενη υπόθεση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 126/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω ερημοδικίας, την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 306/ 2014 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία, κατ' αποδοχή των αγωγών των εναγόντων, είχαν επιδικασθεί σ' αυτούς τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Από τα προσκομιζόμενα α) 5008/25-5-2017 έκθεση επιδόσεως του Α. Κ., δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων και β) 48/2018 πιστοποιητικό του γραμματέα του Εφετείου Λάρισας, προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 25-5-2017 και ότι κατ' αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, την 26-6-2017, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε τελεσιδικήσει και, επομένως, προσβάλλεται παραδεκτά με λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι αναφέρονται σε σφάλματα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 524 παρ.3 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται, συνάγεται ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος δεν είναι τυπική, αλλά γίνεται κατ' ουσίαν, διότι αν και στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, ωστόσο θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού το δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει αντίθετη απόφαση, δεχόμενο κάποιον από αυτούς.
Επομένως, στην περίπτωση απόρριψης της έφεσης λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος αναιρεσιβαλλόμενη μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, μόνον, η τελεσίδικη απόφαση του εφετείου, δηλαδή αυτή που δεν υπόκειται πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας (ΚΠολΔ 553 παρ. 1), στην οποία και ενσωματώνεται έκτοτε η πρωτόδικη απόφαση.
Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, που με την έννοια αυτή επικυρώνεται από το εφετείο, μπορούν με την αίτηση αναίρεσης να προταθούν ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 16/1990, AΠ 700/2017).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ.1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης και των συνεπειών αυτής. Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του δικαιώματος ή της υποχρέωσης που απορρέουν από την ένδικη έννομη σχέση. Εξάλλου, η κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ απαγόρευση μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία μόνα τους ή από κοινού με άλλα στηρίζουν το αίτημα αυτής.
3. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μπορεί κατόπιν αγωγής να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται ο σύνδεσμος ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, ο οποίος ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο. Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση της επίδικης σχέσης από τον εναγόμενο με τρόπο που να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η παροχή εξαρτάται από αντιπαροχή, όπως στη σύμβαση εργασίας, δεν επιτρέπεται να ζητηθεί δικαστική προστασία, έστω και υπό τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, εκτός αν ήδη είναι απαιτητό το δικαίωμα. Μόνο όταν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι ο οφειλέτης θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής στο μέλλον, όταν θα καταστεί απαιτητή η αξίωση μετά τη διεξαγωγή της δίκης, επιτρέπεται να ζητηθεί προληπτική δικαστική προστασία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 69 παρ.1 στοιχ. στ' ΚΠολΔ (ΑΠ 1913/2007).
Συνεπώς, αν η παροχή είναι εξαρτημένη από αντιπαροχή, ήτοι τη μελλοντική παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος εργαζόμενου στον εναγόμενο εργοδότη (ΑΚ 648 παρ.1, όπου ο εκμισθωτής για να λάβει το μισθό ή κάθε άλλη απολαβή είναι υποχρεωμένος να παράσχει πρώτος την εργασία του στο μισθωτή), δεν χωρεί δικαστική προστασία αν δεν συντρέχουν τα περιστατικά που θεμελιώνουν το δικαίωμα λήψεως του μισθού, ούτε με τη μορφή της αναγνωριστικής αγωγής, εάν ο ενάγων δεν επικαλείται με την αγωγή τη συνδρομή των όρων της περιπτώσεως του άρθρου 69 παρ.1 στοιχ. στ' ΚΠολΔ. Διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη (ΑΠ 910/2017).
4. Στην κρινόμενη υπόθεση, από το όλο περιεχόμενο των παραδεκτώς κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενων διαδικαστικών εγγράφων, ήτοι α) των από 14-9-2011, με αριθμούς καταθέσεως 1010 και 1011/14-9-2011 αγωγών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, β) των ταυτάριθμων με την 306/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων πρακτικών συζήτησης των αγωγών αυτών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και γ) των από 5-11-2014 προτάσεων των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες με τις άνω αγωγές, επί των οποίων μετά από συνεκδίκαση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούσαν ότι είχαν προσληφθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση (ανώνυμη εταιρία), με τις από 1-7-1994 και 23-4-1993 συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αντιστοίχως, οι οποίες στη συνέχεια με την 71/1996 απόφαση του ΔΣ της αναιρεσείουσας μετατράπηκαν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, ο πρώτος για τη θέση του γραμματέα μελετητικών και εργοληπτικών τεχνικών επιχειρήσεων και η δεύτερη για τη θέση της υπαλλήλου γραφείου.
Ότι κατά την άσκηση των αγωγών (14-9-2011) εξακολουθούσαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, με συμφωνημένες αποδοχές τις εκάστοτε προβλεπόμενες από την εργατική νομοθεσία ή τις οικείες συλλογικές ρυθμίσεις. Ότι καίτοι προσφέρουν ανελλιπώς τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη, η τελευταία δεν τους έχει καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από το Μάιο 2010 μέχρι την άσκηση των κρινόμενων αγωγών, ως και τις επί πλέον αυτών αναφερόμενες διαφορές μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-7-2009 έως την άσκηση των αγωγών, με συνέπεια να οφείλει το συνολικό ποσό των 25.467,76 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και των 25.674,98 ευρώ στη δεύτερη.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει α) τα ως άνω ποσά ως οφειλόμενα από τις συμβάσεις εργασίας ή, άλλως, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά τα ειδικότερα στις αγωγές αναφερόμενα και β) τις "δεδουλευμένες αποδοχές που τυχόν η εναγομένη δεν θα καταβάλει για το χρονικό διάστημα από την επίδοση των ένδικων αγωγών μέχρι την έκδοση απόφασης επ' αυτών", χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό.
Κατόπιν, με τις προτάσεις οι ενάγοντες προσδιόρισαν το υπό (β) κεφάλαιο ως αναγόμενο στο χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο 2011 μέχρι το Νοέμβριο 2014 και αναφερόμενο σε αποδοχές τις οποίες η εναγομένη δεν κατέβαλε σ' αυτούς, υπολογιζόμενες συνολικά στο ποσό των 58.659,26 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και των 62.176,17 ευρώ για τη δεύτερη.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η 306/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία αυτές κρίθηκαν νόμιμες και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμες ως προς αμφότερα τα ως άνω κεφάλαιά τους και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει 1) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό αφ' ενός των 7.390,27 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από το Μάιο 2010 έως την άσκηση της αγωγής (14-9-2011) και για διαφορές αποδοχών (καταλογίσθηκαν τα ποσά που είχαν ήδη καταβληθεί προσωρινώς, σε εκτέλεση αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων) και αφ' ετέρου των 50.666,62 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο 2011 έως τη συζήτηση της αγωγής (5-11-2014), λόγω ασκήσεως εκ μέρους αυτών του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας τους και 2) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό αφ' ενός των 7.662,66 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και διαφορές αποδοχών (καταλογίσθηκαν, παρομοίως, τα προσωρινώς καταβληθέντα) και αφ' ετέρου των 53.889,93 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, κατά τις ως άνω ίδιες διακρίσεις.
Στη συνέχεια, κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση από την εναγομένη, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ανυποστήρικτη λόγω ερημοδικίας αυτής. Κατά της αποφάσεως του εφετείου η εναγομένη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
5. Σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί (βλ. παραπάνω, σκέψεις αρ.3 και 4), οι ένδικες αγωγές ως προς το υπό (β) κεφάλαιο περί επιδικάσεως αποδοχών του χρονικού διαστήματος μετά την άσκηση των αγωγών και δη, κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, από τον Οκτώβριο 2011 μέχρι τη συζήτησή τους (5-11-2014), είναι απαράδεκτες.
Πράγματι, ως προς το εν λόγω χρονικό διάστημα δεν είχε συντελεσθεί ακόμη η παροχή της εργασίας εκ μέρους των εναγόντων, ως αντιπαροχή της οποίας θα μπορούσε η εναγομένη να οφείλει το νόμιμο μισθό. Κατά συνέπεια, χωρίς την από τους ενάγοντες επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 69 παρ.1 στοιχ.
στ' ΚΠολΔ, οι αγωγές έπασχαν από νομική αοριστία και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η απόφαση ελέγχεται με την αίτηση αναιρέσεως (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.1), δεν μπορούσε να εφαρμόσει αυτεπαγγέλτως τη διάταξη αυτή, κατά παραβίαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών των άρθρων 106 και 108 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο με το να θεμελιώσει και να κάνει κατ' ουσία δεκτές τις αγωγές και κατά το εν λόγω υπό (β) κεφάλαιο, ως δήθεν αναφερόμενο σε αποδοχές υπερημερίας οφειλόμενες για χρονικό διάστημα κατά το οποίο, μετά την άσκηση των αγωγών και μέχρι τη συζήτησή τους, οι ενάγοντες είχαν προβεί σε επίσχεση εργασίας, έλαβε υπ' όψη πράγμα που δεν είχε προταθεί νομίμως και, σε κάθε περίπτωση, συνιστούσε απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως των ενδίκων αγωγών.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αίτησης ως προς αμφότερα τα μέρη του, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και, κατ' ορθότερη εκτίμησή του, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
6. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η ενσωματωμένη σ' αυτήν 306/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά το μέρος που αφορά στην επιδίκαση αποδοχών του χρονικού διαστήματος από την επίδοση των κρινόμενων αγωγών (14-9-2011) έως τη συζήτησή τους (5-11-2014), ήτοι ως προς το υπό (β) κεφάλαιο του διατακτικού της για κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με το οποίο επιδικάσθηκαν, αντιστοίχως, 50.666,62 και 53.889,93 ευρώ, νομιμοτόκως. Κατόπιν αυτού, με δεδομένο το ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί από το δικαστήριο τούτο (ΚΠολΔ 580 παρ.3) και στη συνέχεια να απορριφθεί εκάστη αγωγή ως προς το αντίστοιχο κεφάλαιο. Η έρευνα των υπόλοιπων λόγων της αιτήσεως, με τους οποίους ουδόλως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα λοιπά, καθίσταται περιττή. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 126/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και την ενσωματωμένη σ' αυτήν 306/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατώντας την υπόθεση και Δικάζοντας εκ νέου τις με αριθμούς κατάθεσης 1010 και 1011/14-9-2011 αγωγές ως προς το κεφάλαιο περί επιδικάσεως "δεδουλευμένων αποδοχών" του χρονικού διαστήματος από "την επίδοση" των ένδικων αγωγών μέχρι "την έκδοση απόφασης" επ' αυτών.
Απορρίπτει τις αγωγές ως προς το κεφάλαιο αυτό.-Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους να πληρώσουν στην αναιρεσείουσα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22α Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ