Legislator Case Law & Legislation
1440/2017 AI generated

1440/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1440/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6068/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 579/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1440/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εφεσίβλητος δεν κατέβαλε καμία από τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, όμως το Ταμείο δεν άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα περί καταγγελίας, αργότερα δε, με το άρθρο 25 § 3 περ. Α’ , υποπερ. γ’ ν.3655/2008, εντάχθηκε στο εκκαλούν Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, ως καθολικός διάδοχος, κατά το άρθρο 38 § 1 του ίδιου νόμου.

Keywords

AI generated
non-recognized health insurance fund promise of gift withdrawal of legal aid unpaid pension contributions uncollectible premium donation mortis causa
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1440/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ - ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ" (Ε.Τ.Α.Α. - Τ.Α.Ν.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ" το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φανό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τζέλλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6068/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 579/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/5/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 18/1/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 579/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ. 579/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ’ ουσία την από 18-3-2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 6068/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 24-4-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε αντίστοιχα η υπ’ αριθμ....-2-2012 απόφαση καταλογισμού οφειλής προς είσπραξη του Διευθυντή Οικονομικού του ΤΑΝ του ΕΤΑΑ, ως προς το ποσό των 2.090,64 ευρώ, μετά των υπολογισθέντων επ’ αυτού τόκων υπερημερίας.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 17 Εισ.Ν.ΑΚ καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη για παραγραφή, διατηρήθηκαν δε μόνο οι διατάξεις που αφορούσαν το Δημόσιο, καθώς και εκείνες με τις οποίες είχε επεκταθεί σε ΝΠΔΔ η εφαρμογή των περί παραγραφής διατάξεων του Δημοσίου. Έτσι, μετά την εισαγωγή του Α.Κ, καθόσον αφορά τα ΝΠΔΔ, εφαρμόζονται για την παραγραφή κατά κανόνα μεν οι κοινές διατάξεις του Α.Κ., εξαιρετικώς δε οι διατάξεις που αφορούν το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται για Νομικό Πρόσωπο, για το οποίο είχε επεκταθεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων που αφορούν το Δημόσιο, ή τυχόν μεταγενέστερες του Α.Κ ειδικές διατάξεις (ΑΠ 663/2011).

Επακολούθησε το ΝΔ. 321/1969, "περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", με το άρθρο 101 του οποίου οριζόταν ότι: Δια Β.Δ/των προκαλουμένων υπό του Υπουργού των Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωσιν Υπουργού δύναται αι διατάξεις του παρόντος Ν.Δ/τος να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και επί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, επιτρεπομένης της τροποποιήσεως των, επί τω τέλει της προσαρμογής αυτών προς τας ιδιομορφίας εκάστης κατηγορίας ή εκάστου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, εκδόθηκε το ΒΔ. 776/72. με το οποίο επεκτάθηκαν στα ΝΠΔΔ οι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 45, 46, 48 και 50 του άνω Ν.Δ/τος, όπως συγχρόνως τροποποιήθηκαν ή συμπληρώθηκαν ειδικώς για τα ΝΠΔΔ από τις οποίες όμως καμία δεν αφορά παραγραφή αξιώσεων. Σημειωτέον, ότι και κατά το άρθρο 101 ΝΔ. 321/1969, καθόσον αφορά την παραγραφή αξιώσεων κατά ή υπέρ ΝΠΔΔ, εξακολούθησε να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Εκδόθηκε όμως το ΝΔ. 496/74, το οποίο, με τα άρθρα 44 επ., ρυθμίζει τα της παραγραφής αξιώσεων κατά και υπέρ ΝΠΔΔ και του οποίου η ισχύς άρχισε από 1 Ιανουαρίου 1977, με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή του, οι οποίες όμως δεν αφορούν την παραγραφή. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 44 του ν.δ. 496/1974, περί Λογιστικού των ν.π.δ.δ., ορίζει ότι: "Παν χρέος προς το ν.π, παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά πέντε έτη από της λήξεως του οικονομικού έτους εντός του οποίου εβεβαιώθη" (παρ.1 εδ.α)..... "Χρέη προς το ν.π.

α).., β)... ,γ) εκ συμβάσεων και διατάξεων τελευταίας βουλήσεως, περιλαμβανομένων και των περιοδικών παροχών, υπόκεινται εις εικοσαετή παραγραφήν, αρχομένην από της λήξεως του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθησαν" (παρ.2 ). Η διάταξη δε του άρθρου 56 παρ. 2 του ίδιου ν.δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν.578/1977, ορίζει ότι: "Δια Προεδρικών Διαταγμάτων εκδιδομένων μέχρις 30ης Νοεμβρίου 1977, δύνανται να εξαιρώνται εκ των διατάξεων του παρόντος, εν όλω ή εν μέρει και έτερα Ν.Π.Δ.Δ." (πλήν των αναφερομένων στην παρ.1).... "Τα ως άνω Διατάγματα επιτρέπεται όπως καταργούνται κατά την αυτήν διαδικασίαν, αν εκλείψουν οι λόγοι δι’ ούς ταύτα εξεδόθησαν", Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι στην περίπτωση εξαίρεσης ΝΠΔΔ από την εφαρμογή όλων των διατάξεων του ν,δ.496/1974, δεν υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής αυτού και συνεπώς, καθόσον αφορά ειδικότερα την παραγραφή των κατ’ αυτού ή υπέρ αυτού αξιώσεων, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο νομικό καθεστώς.

Περαιτέρω, με τις διαχρονικού δικαίου μεταβατικές διατάξεις των άρθρων 54 και 55 του Διατάγματος αυτού ορίζονται τα ακόλουθα: "Άρθρο 54 Αι διατάξεις του παρόντος περί του χρόνου παραγραφής εφαρμόζονται επί των από της θέσεως του εν ισχύι γεννημένων αξιώσεων. Άρθρο 55.’ Ειδικαί διατάξεις των νομικών προσώπων, που ρυθμίζουν τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το νομικό πρόσωπο ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι".

Στη συνέχεια, κατ’ εφαρμογή της παρεχόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν.δ. 496/1974 εξουσιοδότησης, εκδόθηκε το Π.Δ. 437/1977, το άρθρο μόνο του οποίου ορίζει ότι" εξαιρούνται της εφαρμογής του ΝΔ 496/1974 οι Ασφαλιστικοί Οργανισμοί οι υπαγόμενοι εις την εποπτείαν του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξαίρεση είναι καθολική και επομένως καταλαμβάνει και τις περί παραγραφής ως άνω διατάξεις του ν.δ. 496/1974, οι οποίες δεν επανήλθαν σε ισχύ με το όρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΑΠ 1601/2014, ΑΠ 663/2011, ΑΠ 1645/2010, ΑΠ 1831/2006, ΑΠ 1706/1983).

Τέλος, στο άρθρο 1 του ν.δ 4114/1960 "Κώδικας περί Ταμείου Νομικών", ορίζεται ότι: "Το επί τη βάσει του νόμου 4448 του έτους 1929 και των τροποποιησάντων και συμπληρωσάντων αυτόν μεταγενεστέρων νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων συσταθέν και λειτουργούν εν Αθήναις Ταμείο Νομικών, διέπεται εφεξής υπό των διατάξεων του παρόντος κωδικός" και σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ιδίου ν.

δ/τος, αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό τον τίτλο "Ταμείον Νομικών", υπαγόμενο στην εποπτεία του επί της Δικαιοσύνης Υπουργού, ενώ στη συνέχεια, κατ’ άρθρο 36 παρ. 7 του ν.δ 1/1968, τούτο υπήχθη στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και ήδη με το άρθρο 25 παρ. 3 περ.

A, υπο περ.γ’ του ν.3655/2008, εντάχθηκε στο ν.π.δ.δ "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (Ε.Τ.Α.Α)", το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο αυτού, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικών Υπηρεσιών.

Συνεπώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου μόνου του π.δ 437/1977, που προαναφέρθηκε, το πρώην Ταμείο Νομικών εξαιρέθηκε ολοσχερώς της εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ. 496/1974 και επομένως και εκείνης του άρθρου 44, που ορίζει τα της παραγραφής των αξιώσεων ν.π.δ.δ, δεδομένου δε ότι στο καταστατικό του δεν περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων του, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΣτΕ 958/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 249 του κώδικα αυτού (ΑΚ), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Στη γενική δε αυτή εικοσαετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις από δάνειο (806 ΑΚ). Ωστόσο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 15 και 253 ΑΚ, ο χρόνος παραγραφής των τόκων και των χρεωλύτρων είναι πενταετής και αρχίζει από τη λήξη του έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη.

Χρεώλυτρο, κατά την έννοια του πρώτου των άρθρων τούτων, είναι το αποδιδόμενο μέρος του οφειλόμενου κεφαλαίου, το οποίο καταβάλλεται, είτε κεχωρισμένως, είτε κατόπιν αθροίσεως και των τόκων, οπότε σχηματίζεται το τοκοχρεώλυτρο. Όταν ο δανειστής έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους της δανειακής συμβάσεως, να την καταγγείλει προώρως αν δεν πληρωθούν οι δόσεις, τότε όλες οι οφειλόμενες περιοδικές εκ του δανείου δόσεις, αφορώσες χρεώλυτρο ή τοκοχρεώλυτρο ή τόκο, γίνονται απαιτητές.

Με την καταγγελία η σύμβαση του δανείου λύεται και επομένως ενεργοποιείται ο συμβατικός όρος, που παρέχει στο δανειστή το δικαίωμα να αξιώσει την άμεση πληρωμή από τον οφειλέτη ολοκλήρου του οφειλομένου κεφαλαίου, καθώς και τους τόκους υπερημερίας από την καταγγελία. Το δάνειο συνεπώς είναι τοκοχρεωλυτικό, με την έννοια ότι έχει συνομολογηθεί η εξόφληση του δια καταβολής είτε χρεωλύτρων και τόκων κεχωρισμένως, είτε ενιαίων τοκοχρεωλύτρων, υπό την αίρεση της εμπρόθεσμης και προσήκουσας καταβολής των δόσεων.

Μόνον, όμως, όταν η αίρεση πληρωθεί και καταγγελθεί το δάνειο, δεν οφείλονται πλέον δόσεις, αλλά ολόκληρο το μέχρι τότε ανεξόφλητο κεφάλαιο και η αξίωση του δανειστή προς απόδοση του δανείου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή, ενώ αν δεν γίνει καταγγελία, η αξίωση των περιοδικών δόσεων, αφού αυτές διατηρούν την αυθυπαρξία τους, υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή (ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012, ΑΠ 1455/2007 ΑΠ 637/1997).

Οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 3 ν.2362/1995, κατά το οποίο χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που : α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή έννοια βεβαίωση αυτής, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση του πρώην Ταμείου Νομικών, ως προς το οποίο εφαρμόζονται οι προαναφερόμενες διατάξεις, που κατισχύουν ως ειδικές των διατάξεων του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 1831/2006).

Αντίθετη δε εκδοχή δεν συνάγεται από το άρθρο 1Β του ως άνω ν. 2362/1995, κατά το οποίο για τους σκοπούς του νόμου αυτού οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: 1....2. Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ) σύμφωνα με τα κριτήρια του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών (ΕΣΟΛ), δεδομένου ότι κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Κεντρική Διοίκηση ή Δημόσιο ή Κράτος :

περιλαμβάνει την Προεδρία της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία και τις αποκεντρωμένες Διοικήσεις, καθώς και τις ανεξάρτητες Αρχές". Επίσης η διάταξη του άρθρου 28 παρ. 4 εδ. β’ του ν.2579/1998, κατά την οποία οι διατάξεις των άρθρων 11 του Κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "περί Κωδικός των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν.1868/1989 (ΦΕΚ Α’ 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ) και ότι τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών, ως γενική, δεν εισάγει διαφορετική ρύθμιση για το ζήτημα της παραγραφής των απαιτήσεων του πρώην Ταμείου Νομικών.

Ήδη με το άρθρο 137 παρ. 1 του ν.3655/2008 (ΦΕΚ Α’ 58/ 3-4-2008), ορίστηκε ότι: "Κάθε απαίτηση των ΦΚΑ παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, μετά πέντε (5) έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη. Εάν η βεβαίωση του χρέους έγινε πριν αυτό καταστεί ληξιπρόθεσμο ολικά ή μερικά, η παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους, κατά το οποίο αυτό κατέστη ληξιπρόθεσμο.

Για τα παρακάτω χρέη προς τους ΦΚΑ ισχύει η εικοσαετής παραγραφή, που αρχίζει από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκαν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις που αφορούν τους ΦΚΑ και τους εντασσόμενους σε αυτούς φορείς κλάδους ή λογαριασμούς : α)... .β)... .γ).....δ) απαιτήσεις από χρηματικές αξιώσεις του φορέα που προέρχονται από συναφθείσα σύμβασης, ε) Απαιτήσεις που δημιουργούνται από συμβάσεις και διατάξεις τελευταίας βούλησης .....".

Με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 137 του ν.3655/2008 ι η ισχύς του οποίου αρχίζει στις 3-4-2008 (άρθρο 154), ρυθμίστηκε, μεταξύ άλλων, η παραγραφή απαιτήσεων υπέρ των φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ), υπάγονται δε σε αυτή και οι μη βεβαιωθείσες, κατά την έναρξη της ισχύος του, ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του ΦΚΑ, εφόσον όμως αυτές δεν είχαν παραγραφεί υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, που προαναφέρθηκε (σχετ.ΑΠ 751/2012, ΑΠ 747/2012).

Εξάλλου κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον "προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται, στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή, ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται, στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικούς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί.

αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013). Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωσης λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της ένδικης ανακοπής του ήδη αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με σύμβαση δανείου, οι όροι του οποίου περιλαμβάνονται στο από 19-11-1999 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, το Ταμείο Νομικών δάνεισε στον εφεσίβλητο, ο οποίος είναι δικαστικός επιμελητής, το ποσό των 1.500.000 δραχμών (4.402,05 ευρώ), προκειμένου να του χρησιμεύσει για την κάλυψη των εξόδων της πρώτης επαγγελματικής του εγκατάστασης.

Το δάνειο ήταν αποπληρωτέο εντόκως, με ετήσιο επιτόκιο 6,5%, σε δέκα εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, εκάστης ύψους 178.097 δραχμών (522,66 ευρώ), η πρώτη από τις οποίες ήταν καταβλητέα, την 19-5-2001 και η τελευταία την 19-11-2005. Κατά τον έκτο όρο της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης της πληρωμής κάποιας δόσης ή μέρους της ή των τόκων, το καθυστερούμενο ποσό θα επιβαρύνεται με νόμιμους τόκους υπερημερίας χωρίς προηγούμενη όχληση του εφεσίβλητου, ενώ κατά τον έβδομο όρο αυτής, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, το Ταμείο έχει το δικαίωμα να καταγγείλει το δάνειο και να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό με τους τόκους υπερημερίας.

Ο εφεσίβλητος δεν κατέβαλε καμία από τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, όμως το Ταμείο δεν άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα περί καταγγελίας, αργότερα δε, με το άρθρο 25 § 3 περ. Α’ , υποπερ. γ’ ν.3655/2008, εντάχθηκε στο εκκαλούν Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολουμένων, το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, ως καθολικός διάδοχος, κατά το άρθρο 38 § 1 του ίδιου νόμου.

Το εκκαλούν επίσης δεν άσκησε το ανωτέρω δικαίωμα, ενώ με την ανακοπτόμενη ...-2-2012 απόφαση του Διευθυντή Οικονομικών του Τομέα Ασφάλισης Νομικών αυτού καταλόγισε εις βάρος του εφεσίβλητου το συνολικό ποσό των 9.861,40 ευρώ, για τις καθυστερούμενες δόσεις του δανείου, πλέον τόκων υπερημερίας. Εφόσον δεν ασκήθηκε το δικαίωμα καταγγελίας, οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεολυτικών δόσεων διατήρησαν την αυτοτέλεια τους και υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, επομένως οι αξιώσεις για τις πρώτες τέσσερεις δόσεις, συνολικού ύψους 2.090.64 ευρώ, που ήταν καταβλητέες οι δύο πρώτες εντός του έτους 2001 και οι υπόλοιπες εντός του έτους 2002, παραγράφηκαν την 1-1-2007 και την 1-1-2008.

αντίστοιχα, ενώ για τις υπόλοιπες δόσεις, που ήταν καταβλητέες μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 3655/2008 (3-4-2008), ισχύει η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 137 § 1 του νόμου αυτού, επειδή πρόκειται για οφειλές από σύμβαση. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση παραγραφής, που προέβαλε ο εφεσίβλητος με την ανακοπή του.

και ακύρωσε την καταλογιστική απόφαση μόνο για το ανωτέρω ποσό των 2.090,64 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας κατ’ άρθρο 274 Α.Κ., ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 250 περ. 15 και 253 Α.Κ. Ειδικότερα, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αξιώσεις από σύμβαση του Ταμείου Νομικών, η παραγραφή των οποίων δεν ρυθμίζεται από ειδικό νόμο, εφαρμογή έχουν οι κοινές περί παραγραφής διατάξεις του Α.Κ.

και όχι το άρθρο 86 § 3 του ν. 2362/1995, που ρυθμίζει μόνο την παραγραφή των αξιώσεων του Δημοσίου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, χωρίς να προκύπτει κάτι άλλο από το άρθρο IB περ. 2 του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3871/2010 και κατά το οποίο, "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, οι κατωτέρω όροι έχουν την ακόλουθη έννοια: ...2.

Γενική Κυβέρνηση: περιλαμβάνει την Κεντρική Κυβέρνηση, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού (ΟΤΑ) και τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ). ... ". αφού η διάταξη του άρθρου 86 § 3 ν. 2362 1995 δεν ρυθμίζει την παραγραφή των αξιώσεων της Γενικής Κυβέρνησης, αλλά του Δημοσίου, το οποίο κατά την περίπτωση 4 του ίδιου ως άνω άρθρου ΙΒ περιλαμβάνει μόνο την Προεδρία’ της Δημοκρατίας, τα Υπουργεία, τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις, τις Ανεξάρτητες Αρχές και τη Βουλή των Ελλήνων.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν ως αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο της έφεσης. Επίσης, εφόσον δεν έγινε καταγγελία του δανείου, οι αξιώσεις για τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, που ήταν καταβλητέες πριν από την 3-4-2008. υπάγονται σε πενταετή παραγραφή, χωρίς να προκύπτει κάτι διαφορετικό από τον ως άνω έκτο όρο της σύμβασης, με τον οποίο ορίζεται απλώς ότι δεν απαιτείται όχληση για την έναρξη της υποχρέωσης καταβολής τόκων υπερημερίας σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής κάποιας δόσης ή μέρους της, και όχι ότι στην περίπτωση αυτή το δάνειο θεωρείται ότι καταγγέλθηκε αυτοδικαίως, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν με το δεύτερο και τελευταίο λόγο της έφεσης.

Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος, καθώς και η έφεση στο σύνολό της". Κρίνοντας έτσι και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, που εφάρμοσε, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 1Β παρ. 2 και 86 παρ. 1, 3 του ν. 2362/1995, που δεν εφάρμοσε, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του άρθρου 86 παρ. 1, 3 του ως άνω ν.2362/1995 ρυθμίζουν την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου, υπό την αναφερόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 1Β, του ιδίου νόμου έννοια.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα του, ότι μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.3655/2008, στις 3-4-2008, το τέως Ταμείο Νομικών δεν ενεργοποίησε, με καταγγελία, τον 7° όρο της από 19-11-1999 σύμβασης του επιδίκου τοκοχρεωλυτικού δανείου, που παρείχε σε αυτό το δικαίωμα, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσοτέρων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, με συνέπεια οι αξιώσεις των περιοδικών τοκοχρεωλυτικών δόσεων τούτου να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους, εξακολουθώντας να υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ. 15 ΑΚ, η οποία είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο (3-4-2008), για τις τέσσερις πρώτες τούτων, χωρίς να αξιώσει περισσότερα από τα απαιτούμενα για τη λύση της επίδικης δανειακής σύμβασης στοιχεία, δεδομένου ότι σε αυτή δεν περιέχεται όρος αυτοδίκαιης λύσης της.

για την ως άνω περίπτωση καθυστέρησης των τοκοχρεωλυτικών δόσεων του επίδικου δανείου. Επομένως οι πρώτος, κατά το οικείο σκέλος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του ιδίου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενο του.

Δεν αρκεί, έτσι, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ.1/1999, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α)το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη η την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993, 194/2005).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1301/19-11-1999 δανειακής σύμβασης, αφού σε αυτή ουδόλως γίνεται λόγος για δικαίωμα καταγγελίας του δανείου, αλλά για αυτοδίκαιη κήρυξη, δηλαδή γνωστοποίηση του ληξιπρόθεσμου και απαιτητού του προς τον οφειλέτη, ενώ το Εφετείο δέχτηκε το αντίθετο, αντί να δεχτεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν απαιτείται καταγγελία της εν λόγω δανειακής σύμβασης για τη λήξη της, καθώς ο δανειολήπτης χρεώνεται με μόνη την παρέλευση της ημέρας καθυστέρησης της δόσης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, κατά το οποίο ο όρος 7 της ως άνω δανειακής σύμβασης έχει την ακόλουθη ακριβή διατύπωση: "σε περίπτωση καθυστερήσεως δύο ή περισσοτέρων δόσεων, το Ταμείο Νομικών δικαιούται να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας και να επιδιώξει δια παντός νομίμου μέσου την είσπραξη αυτού κατά τις διατάξεις περί ΚΕΔΕ", το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση, ούτε απέδωσε στο φερόμενο ως παραμορφωμένο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, αλλά συνεκτιμώντας τούτο ως αποδεικτικό μέσο, προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγηση του, με βάση το περιεχόμενο σε αυτό δικαίωμα του δανειστή, σε περίπτωση καθυστέρησης δύο ή περισσότερων δόσεων, να κηρύξει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό του δανείου με τους τόκους υπερημερίας, για την ενεργοποίηση δε του δικαιώματος τούτου ήταν αναγκαία η προηγούμενη λύση της δανειακής σύμβασης με καταγγελία και δεν προκύπτει το αντίθετο από τον όρο 6 της ίδιας σύμβασης, κατά τον οποίο "σε περίπτωση, καθυστέρησης της πληρωμής οποιαδήποτε δόσης ή μέρους αυτής ή και των τόκων, συμφωνείται ότι ο δανειολήπτης θα χρεώνεται, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, όχληση ή επιταγή προς πληρωμή για τα καθυστερούμενα ποσά, από την ημέρα της καθυστερήσεως μέχρι εξοφλήσεως, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας".

Συνακόλουθα τούτων και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αβασίμως προβάλλεται. Ενόψει των εκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλο λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ το αναιρεσείον, μολονότι νικήθηκε, δεν θα καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, αφού αυτός δεν υπέβαλε σχετικό προς τούτο αίτημα, όπως απαιτείται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-5-2015 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων - Τομέας Ασφάλισης Νομικών (ΕΤΑΑ -ΤΑΝ)" για αναίρεση της υπ’ αριθμ.579/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ