Legislator Case Law & Legislation
1440/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against water company judgment regarding alleged pipe leak negligence.

Case Number 1440/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision against the water utility company. The appellants argued the lower court ignored evidence of a long-term leak and misinterpreted a 2000 document regarding repair dates. The court found these arguments baseless, noting the Second Instance Court properly considered all evidence, including witness testimony, to conclude the appellants failed to prove the leak resulted from the company's negligence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 KPolD; Art. 559 para. 1b KPolD; Art. 559 para. 20 KPolD: An appeal based on the lower court failing to consider relevant matters or misinterpreting documents is inadmissible if the appellate court demonstrates the first instance court properly evaluated the evidence and reached a conclusion based on the totality of the facts presented.

Keywords

AI generated
civil appeal procedure negligence liability water utility negligence evidence evaluation document interpretation court costs allocation appellate review standards

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 KPolD
Art. 559 para. 1b KPolD
Art. 559 para. 20 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AP Olo. 12/1991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ. Α. του Δ., 2.Γ.-Ε. Α. του Δ., 3.Ε.-Ν. Α. του Δ., 4.Ε.-Θ. Α. του Δ. και 5.Μ. συζ. Δ. Α. το γένος Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παναγόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2348/2006, 3207/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2893/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 5-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση, και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσία.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ειδικότερα επικαλούνται ότι, ενώ εξέθεταν λεπτομερώς στα δικόγραφα της αγωγής και των προτάσεών τους τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου, ότι τα όποια ύδατα (όμβρια, καθαρισμού, δικτύου υδρεύσεως), που εισήλθαν στο υπόγειο διαμέρισμα - γραφείο, ιδιοκτησίας τους, οφείλονταν στις ρηγματώσεις που είχε προκαλέσει η επί μακρόν διαρροή του αγωγού υδρεύσεως της αναιρεσίβλητης και δεν ισχυρίσθηκαν ότι τα ύδατα που εισέρρευσαν στην ιδιοκτησία τους προέρχονταν αποκλειστικά από το δίκτυο υδρεύσεως, το Εφετείο, χωρίς να λάβει θέση στον ισχυρισμό τους αυτό, δέχθηκε ότι τα ύδατα που εισήλθαν στην ιδιοκτησία τους κατά την περίοδο πριν από τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο 2000 ήσαν όμβρια ή νερά καθαρισμού και δεν προέρχονταν από διαρροή στο δίκτυο της αναιρεσίβλητης πριν από το χρόνο αυτό και ότι στη μία από τις δύο περιπτώσεις διαρροής στο δίκτυο της αναιρεσίβλητης, την 1-2-2000, τα ύδατα εισήλθαν στους κάτω από τη στάθμη του εδάφους ορόφους, και τούτο έγινε από τις ρηγματώσεις που είχαν δημιουργηθεί εκεί, στους τοίχους και στις πλάκες οροφής, και ότι στις προ του έτους 2000 περιπτώσεις υπήρχε εισροή υδάτων από τις ρηγματώσεις αυτές, όταν έβρεχε, ενώ οι παραδοχές αυτές δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς τα ύδατα αυτά, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους δεν θα είχαν εισέλθει στο κτήριο και δεν θα είχαν προκληθεί οι αναφερόμενες στην αγωγή ζημίες, αν αυτό δεν είχε υποστεί τις ρηγματώσεις από τη δημιουργία τεχνητού υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, λόγω της μακρόχρονης διαρροής στο δίκτυο της αναιρεσίβλητης, στοιχείο που δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς την αιτία για τα πλημμυρικά φαινόμενα στο υπόγειο διαμέρισμα - γραφείο ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων στην πολυώροφη οικοδομή στη συμβολή των οδών ... και ... στο ... δέχθηκε τα ακόλουθα: α) Τα όποια νερά (όμβρια, καθαρισμού, δικτύου υδρεύσεως κατά την 1-2-2000) εισέρχονταν εξωτερικώς και όχι υπογείως από τη στάθμη της οδού ...

στην οροφή του Α' ορόφου και στη συνέχεια, μέσω των ρηγματώσεων της οροφής του ισογείου και των τοιχίων αυτού, στο ισόγειο και μέσω της ρηγματώσεως και στην πλάκα της οροφής του Α' υπογείου και των τοιχίων κατέληγαν στο υπόγειο διαμέρισμα των αναιρεσειόντων, β) Απέρριψε τον ισχυρισμό για τη δημιουργία τεχνητού υδροφόρου ορίζοντα από τη μακρόχρονη διαρροή του δικτύου υδρεύσεως, με το αιτιολογικό ότι η τότε μισθώτρια του ακινήτου αυτού κατά τα έτη 1994 - 1995 έως και 1998 (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) παραπονιόταν για πλημμύρες στο ακίνητο μόνο όταν έβρεχε ή όταν ο μισθωτής του υπερκείμενου ορόφου προέβαινε σε καθαρισμό με νερό του δικού του μισθίου, την άποψη δε ότι τα πλημμυρικά φαινόμενα οφείλονταν στις καταρρακτώδεις βροχές υιοθετούσαν και οι ίδιοι οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες με βάση τις τεχνικές εκθέσεις δικών τους μηχανικών, για να καταλήξει το Εφετείο στο συμπέρασμα ότι, αν πράγματι ήταν βάσιμη η εκτίμηση για μακρόχρονη διαρροή του δικτύου υδρεύσεως της αναιρεσίβλητης, τότε τα προβλήματα υγρασίας, πλημμυρών κλπ θα εμφανίζονταν οποτεδήποτε, ανέλεγκτα και ανεξάρτητα από τις βροχοπτώσεις, γ) Η διαρροή από το δίκτυο υδρεύσεως της αναιρεσίβλητης, που διαπιστώθηκε την 1-2-2000, ήταν εξωτερική και δεν πρέπει να είχε διαρκέσει περισσότερο από 3 - 4 ημέρες, δεδομένου ότι ο αντίστοιχος σωλήνας είναι χάλκινος και κάνει θόρυβο σε περίπτωση βλάβης, οπότε και θα είχε γίνει αντιληπτή από τους ιδιοκτήτες του κτηρίου, ενώ πολύ μικρότερης εκτάσεως ήταν η διαρροή που προκλήθηκε στις 22-2-2000 από ρίζες δένδρου σε αγωγό υδρεύσεως στην οδό ...

αρ. 13, η οποία επισκευάσθηκε αμέσως. Ενόψει όλων αυτών των παραδοχών το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκε πως η επικαλούμενη από τους ενάγοντες υγρασία και εισροή υδάτων στο ακίνητό τους κατά τα έτη 1994 έως 1-2-2000 προέρχεται από διαρροή αγωγού της εναγομένης λόγω παραλείψεως αυτής να προβεί στον ενδεδειγμένο και τακτικό έλεγχο του δικτύου υδρεύσεως, και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη.

Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμους τους αγωγικούς ισχυρισμούς πως αιτία των πλημμυρικών φαινομένων στο διαμέρισμα - γραφείο ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων ήταν η επί πενταετία διαρροή νερού από το δίκτυο υδρεύσεως της αναιρεσίβλητης λόγω πλημμελούς συντηρήσεώς του, που είχε ως συνέπεια να συσσωρευτούν υδάτινες μάζες και να δημιουργηθεί τοπικός τεχνητός υδροφόρος ορίζοντας, η στάθμη του οποίου σταδιακά δημιούργησε τις ρηγματώσεις στην πλάκα και τους περιμετρικούς τοίχους της ιδιοκτησίας τους και τελικά έφθασε ως την επιφάνεια του εδάφους, οπότε και έγινε εμφανής στους ενοίκους του διαμερίσματος.

Κατ' ακολουθίαν ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος.

Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του ότι η περί αποζημιώσεως αγωγή των αναιρεσειόντων λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων της αναιρεσίβλητης ήταν αβάσιμη, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν αυτοί κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση, και συγκεκριμένα:

τις ... και .../16-11-1998 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου των μαρτύρων της τότε μισθώτριας του εν λόγω γραφείου - διαμερίσματος, με αφορμή τη μεταξύ τους δίκη για την καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με τις οποίες η εισροή υδάτων στο μίσθιο γινόταν ακόμη και σε περίπτωση που ο καιρός ήταν καλός και δεν έβρεχε.

Ανεξάρτητα του ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι είχαν επικαλεσθεί τα ως άνω έγγραφα με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, έλλειψη που συνεπάγεται στο απαράδεκτο του λόγου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που περιέχει στο αιτιολογικό της, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την κατάφαση ή μη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων της αναιρεσίβλητης και της ζημίας που προκλήθηκε, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη το δίδαγμα της κοινής πείρας ότι ο υδροφόρος ορίζοντας (φυσικός ή τεχνητός) αυξάνεται κατά τις περιόδους έντονων βροχοπτώσεων και σε συνδυασμό με την κατασκευή των τριών ορόφων προς την πλευρά της οδού ...

κάτω από το έδαφος δικαιολογείται η εισροή υδάτων κατά την αύξηση του υδροφόρου ορίζοντα σε περίπτωση έντονης βροχόπτωσης, χωρίς την εμφάνιση αυτών στην επιφάνεια του εδάφους, δηλαδή στο οδόστρωμα της οδού ..., οπότε καταφάσκεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της διαρροής στο δίκτυο υδρεύσεως της αναιρεσίβλητης, που προϋπήρχε του έτους 2000, με την εισροή υδάτων στο διαμέρισμα - γραφείο τους, συμπέρασμα στο οποίο έπρεπε να καταλήξει το Εφετείο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, και όχι στο αντίθετο, υποπίπτοντας έτσι στην από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί λαμβάνει ως δεδομένο το ζητούμενο, ότι δηλαδή υπήρχε διαρροή στο δίκτυο υδρεύσεως της αναιρεσίβλητης για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από το 2000, παραδοχή την οποία δεν υιοθέτησε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε και εκτέθηκαν παραπάνω και τα οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, υποπίπτοντας σε διαγνωστικό σφάλμα κατά την ανάγνωση του εγγράφου, αποδίδει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ'επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμ.πρωτ..../15-6-2000 εγγράφου, με το να δεχθεί ότι από αυτό προέκυπτε ότι στις 1-2-2000 τετραμελές συνεργείο της αναιρεσίβλητης διαπίστωσε εξωτερική διαρροή επί της οδού ...

και ..., λόγω αποκοπής του κρουνού και προέβη στην αποκατάσταση του κρουνού συνενώσεως 5/8, ενώ από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, το οποίο κατά λέξη παραθέτουν, προκύπτει ότι το Τμήμα συντήρησης Δικτύου της αναιρεσίβλητης, απλώς "...ειδοποιήθηκε στις 1-2-2000 και ώρα 10.00 για εξωτερική διαρροή επί της οδού ...

και ... ..., στο .... Αυθημερόν συνεργείο της Γ' Βάρδιας 15.00-23.00 προέβη στην επισκευή της διαρροής (αντικ/ση κρουνού συνενώσεως 5/8". Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες υγρασία και εισροή υδάτων στο ακίνητό τους κατά τα έτη 1994 έως 1-2-2000 προέρχεται από διαρροή αγωγών της αναιρεσίβλητης λόγω παραλείψεως αυτής να προβεί σε ενδεδειγμένο και τακτικό έλεγχο του αγωγού και του δικτύου ύδρευσης, όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό αλλά και στα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι και ειδικότερα και στην κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης.

Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση των: 1)Χ. Α., 2)Γ.-Ε. Α., 3)Ε.-Ν. Α., 4)Ε.-Θ. Α. και 5)Μ. συζ. Δ. Α. για αναίρεση της 2893/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσόν των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ