Legislator Case Law & Legislation
1440/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against mutual fund management fraud verdict due to lack of substantive law violation.

Case Number 1440/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Eurobank Ergasias against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a mutual fund management fraud case. The appellant argued that the lower court failed to consider specific facts and violated substantive laws governing mutual fund management. The court rejected these claims, ruling that the appellant's arguments constituted a denial of the claim rather than a violation of substantive law or a failure to apply the correct legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds constitute a denial of the claim or are based on factual assertions that do not amount to a violation of substantive law or a misapplication of legal rules.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation mutual fund management fraud liability denial of claim legal error standard civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 914 of the Civil Code
Art. 922 of the Civil Code
Law 1961/1991

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που φέρει την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΤΡΑΣΤ Ανώνυμος Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων", λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης από την πρώτη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πιστικό, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Δ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καλλίγερο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιουνίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7591/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3701/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Ιανουαρίου 2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 31 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Η νομική δε αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διαφορετικά από αυτά (Ολ.

ΑΠ 18/1998). Η τυχόν παραπέρα, κατά παραβίαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, μη απόρριψη της αγωγής λόγω ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της, που ανάγεται στην παράθεση στο δικόγραφο της των περιστατικών, που συγκεκριμενοποιούν την ασκούμενη αξίωση και το προβαλλόμενο αίτημα, ώστε αυτό να είναι ως λογικό επακόλουθο αυτών σαφές, ελέγχεται αντίστοιχα ως παράβαση με βάση τους από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 λόγους αναίρεσης, εφόσον προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τη διάταξη του αρθ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γιατί δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα, ούτε αφορά την δημόσια τάξη (ΑΠ 571/2004).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε κάποια υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία, την οποία ο υπηρέτης ή ο προστηθείς στην υπηρεσία αυτού προξένησε παράνομα σε τρίτον, συνάγεται ότι η ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από αδικοπραξία του προστηθέντος προϋποθέτει, 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που να καλύπτει τους όρους του άρθρου 914 του ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, η επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.

Τέτοια σχέση πρόστησης υπάρχει και μεταξύ αφενός της εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας και αφετέρου του συνεργάτη της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορα), εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτών.

Αυτό συμβαίνει παρά το ότι το άρθρο 20 παρ. 4 του Ν.1969/1991, όπως ίσχυσε μετά το Π.Δ 433/1993, επιτρέπει στην εταιρεία διαχείρισης, η οποία καταρχήν διαθέτει τα μερίδια των αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειρίζεται στο κοινό, να προβαίνει στη διάθεση τούτων και μέσω αντιπροσώπων της και παράλληλα ορίζει ότι ως αντιπρόσωποι της εταιρείας διαχείρισης για τη διάθεση μεριδίων μπορούν να ενεργούν μόνο τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες ή επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Και τούτο διότι από τη διατύπωση της διάταξης αυτής, δεν προκύπτει ότι η διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου είναι δυνατή μόνο μέσω αυτών των προσώπων (ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1224/2008). Τέλος κατά το άρθρο216 του ΚΠολΔ η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναφερομένων στη διάταξη αυτή στοιχείων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή.

Τέτοια έκθεση των απαραίτητων κατά το νόμο γεγονότων θεωρείται ότι υπάρχει και όταν ιστορικά αναφέρεται στην αγωγή η χαρακτηριστικά περιγραφόμενη με αυτά ορισμένη έννοια, που αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι το περιεχόμενό της είναι αναμφίβολα γνωστό, αφού τα προκαθορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία μιας τέτοιας έννοιας υπονοούνται με τη χρησιμοποίηση της λέξεως με την οποία αυτή δηλώνεται.

Έτσι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά η αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή (αγωγή) τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα, μεταξύ των οποίων και η διατήρηση από τον προστήσαντα του δικαιώματος να .δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του (ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1224/2008, ΑΠ 1507/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 28.6.2004 επίμαχη αγωγή, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει: Ότι ο πρώτος εναγόμενος Α. Φ. ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας INTERAMERICAN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ και διατηρούσε ιδιαίτερο γραφείο στο υποκατάστημά της στο Χαλάνδρι, ότι εισέπραττε για λογαριασμό αυτής χρήματα, αφού αυτό ήταν μέσα στις αρμοδιότητες που του είχαν αναθέσει η πιο πάνω ασφαλιστική εταιρία και η τρίτη εναγομένη εταιρία (διάδοχος αυτής είναι η αναιρεσείουσα), ότι προκειμένου αυτός να ασκεί τη δραστηριότητά του ως διακεκριμένος συνεργάτης της δεύτερης εναγομένης, του είχε παραχωρήσει εκείνη το πιο πάνω γραφείο στο προαναφερόμενο υποκατάστημα της, όπου μπορούσε να χρησιμοποιεί όλο το προσωπικό της για τις ανάγκες της εργασίας του, του γινόταν δε διαφημιστική προβολή μέσω των περιοδικών της, ότι τον Ιούλιο του 1999 αυτός άρχισε να παροτρύνει τον ενάγοντα να τοποθετήσει τις οικονομίες του στα αμοιβαία μετοχικά κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης με εγγυημένες αποδόσεις 18%-25% μηνιαίως, τα οποία διαχειρίζεται η τρίτη εναγομένη, θυγατρική της δεύτερης, ότι στις 26.6.1999 ο ενάγων κατέβαλε στον πρώτο εναγόμενο για λογαριασμό της δεύτερης και της τρίτης από τους εναγομένους, δηλαδή των προστησασών εταιριών, το ποσό των 4.000.000 δρχ. (11.740,53 ευρώ), προκειμένου να τα τοποθετήσει σε αμοιβαία μετοχικά κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, των οποίων τη διαχείριση είχε η τρίτη εναγομένη, ότι στη συνέχεια για τον ίδιο σκοπό κατέβαλε στις 15.7.1999 το ποσό των 10.000.000 δρχ. (29.347,03 ευρώ) και στις 6.9.1999 το ποσό των 20.000.000 δρχ. (58.694,06 ευρώ), ότι ο πρώτος εναγόμενος έκτοτε τον διαβεβαίωνε ότι η επένδυση που είχε κάνει μέσω αυτού πήγαινε πολύ καλά και κάθε τόσο του ανακοίνωνε τα ποσοστά των κερδών των αμοιβαίων κεφαλαίων που στο χρόνο επάνω είχαν φτάσει στο ύψος του 150% περίπου και ότι στο τέλος Σεπτεμβρίου 1999 θα του παρέδιδε τους τίτλους, ότι στο τέλος Σεπτεμβρίου που τον αναζήτησε δεν τον βρήκε και τον Οκτώβριο του 1999 πληροφορήθηκε ότι είχε εξαφανιστεί, ότι οι σχετικές αποδείξεις για την αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης που του είχε χορηγήσει ήταν άκυρες, ότι τα χρήματα δεν είχαν αποδοθεί στην εταιρία, αλλά ο πρώτος εναγόμενος τα είχε υπεξαιρέσει και ότι στις 12.10.1999 είχε καταγγελθεί η σύμβαση συνεργασίας με αυτόν, ότι η δεύτερη και η τρίτη από τους εναγομένους ευθύνονται για την υπεξαίρεση που διέπραξε ο πρώτος μέσα στον κύκλο των επαγγελματικών ενασχολήσεων που του είχαν ανατεθεί από τις δύο τελευταίες εναγόμενες εταιρίες, ότι ο πρώτος εναγόμενος, προστηθείς των δύο εναγόμενων εταιριών, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, παρακράτησε και υπεξαίρεσε τα πιο πάνω χρηματικά ποσά, τα οποία του παρέδωσε ο ενάγων για να τα επενδύσει στα αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης και ότι από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του βοηθού εκπλήρωσης των δύο εναγομένων εταιριών έχουν υποχρέωση όλοι οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 99.781,62 ευρώ (34.000.000 δρχ.), το οποίο αυτός ζημιώθηκε.

Με τέτοιο περιεχόμενο η αγωγή αυτή από αδικοπραξία είναι ορισμένη και νόμιμη (914, 922, 926, 297 και 298 ΑΚ), εφόσον εκτίθενται σ' αυτή, α) η μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της δεύτερης, αλλά και της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας σχέση πρόστησης, για την οποία μάλιστα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, θεωρείται με τη ρητή αναφορά στην αγωγή της αναμφίβολα γνωστής έννοιας της πρόστησης, ότι προβάλλονται όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία αυτής, μεταξύ των οποίων είναι η διατήρηση και από την προστήσασα τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία του δικαιώματος να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, β) η πιο πάνω παράνομη και υπαίτια ενέργεια του προστηθέντος, που καλύπτει με πληρότητα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 του ΑΚ και γ) ότι η παραπάνω ενέργεια του προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, της ανεύρεσης, δηλαδή, υποψήφιων επενδυτών για να εγγραφούν ως δικαιούχοι στα αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, που διαχειριζόταν η τρίτη εναγομένη θυγατρική της εταιρία.

Περαιτέρω εξειδίκευση του τύπου του αμοιβαίου κεφαλαίου, στο οποίο ήθελε να πραγματοποιήσει επένδυση ο αναιρεσίβλητος δεν ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της προκειμένης αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων. Το Εφετείο, το οποίο έκρινε σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και μάλιστα ότι υφίσταται σχέση πρόστησης και μεταξύ της τρίτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας, διαχειρίστριας των αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης, ασφαλιστικής εταιρίας, και του πρώτου εναγομένου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 926, 297 και 298 ΑΚ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το λόγο έφεσης της τρίτης εναγομένης, με τον οποίο επενέφερε τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της για αοριστία της αγωγής ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή και ερεύνησε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης με την έννοια του "πράγματος" και τον απέρριψε με ειδική σκέψη, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τα υπόλοιπα σκέλη του πρώτου λόγου αναίρεσης.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 1217/2008).

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειας, αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές (ΟλΑΠ 24/1992).

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2068/2007, ΑΠ 1852/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά τα τρία πρώτα μέρη του, λόγους αναίρεσης, τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, α) ότι το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα ένστασή της ότι η εναντίον της αξίωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου από την επίμαχη αδικοπραξία υπέκυψε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937ΑΚ, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ιδίως ως προς το χρόνο έναρξης της εν λόγω παραγραφής (δεύτερος λόγος), β) ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδέουσα την ίδια και τον πρώτο εναγόμενο σχέση πρόστησης και ειδικότερα ως προς το ζήτημα, αν οι πράξεις του τελευταίου έλαβαν χώρα στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ως μεσολαβούντος για την προώθηση των πωλήσεων των αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης και αν η προκληθείσα με τις ενέργειες του πρώτου εναγομένου στον ενάγοντα ζημία συνδέεται αιτιωδώς με την ιδιότητα του πρώτου, ως προστηθέντος (τρίτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του), γ) ότι το Εφετείο δέχθηκε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες και παρερμηνεύοντας τα σχετικά έγγραφα, ότι ο ενάγων επιθυμούσε την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης, μέσω του πρώτου εναγομένου, στον οποίο κατέβαλε τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά, ενώ αυτός πράγματι ενδιαφερόταν για γρήγορες και υψηλής τοκοφορίας εγγυημένες αποδόσεις και επιθυμούσε να συναλλαγεί προσωπικά με τον πρώτο εναγόμενο και την εταιρία επενδύσεών του, ΕΤΡΕΞ ΕΛΛΑΣ ΑΕ (τρίτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του), δ) ότι το Εφετείο απέρριψε την ένστασή της από το άρθρο 300 ΑΚ, ότι στη ζημία του συντέλεσε με δικό του πταίσμα και ίδιος ο ενάγων, με ανεπαρκείς αιτιολογίες (τρίτος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του).

Από τους προαναφερόμενους λόγος αναίρεσης ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι με το λόγο αυτό πλήσσεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τα υπόλοιπα από τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, δέχθηκε τα εξής: " Η εταιρία με την επωνυμία INTER ΤRASΤ ΑΕ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ, η οποία ήδη απορροφήθηκε από την εκκαλούσα Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias, ήταν ανώνυμη εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και ανήκε στον όμιλο εταιριών ΙΝΤΕΡΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ ΑΕ, από την οποία είχε ιδρυθεί ειδικά για το σκοπό αυτό.

Η πιο πάνω εταιρία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991, κατά την οποία μπορεί να προβαίνει σε διάθεση των μεριδίων της μέσω αντιπροσώπων της, ως αντιπρόσωποι δε μπορούν να οριστούν ασφαλιστικές εταιρίες κλπ., ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, μέσω του δικτύου των φυσικών προσώπων, τα οποία η τελευταία χρησιμοποιούσε για τη εξυπηρέτηση του δικού της λειτουργικού σκοπού.

Έτσι η ως άνω ασφαλιστική εταιρία είχε συνάψει, στα πλαίσια της αντιπροσώπευσης της εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, συμβάσεις παραγωγικής συνεργασίας με διάφορους ασφαλιστικούς συμβούλους του ασφαλιστικού δικτύου της για την πώληση στους ενδιαφερομένους τρίτους των μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που διαχειριζόταν η τρίτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) και τους προμήθευε με έντυπο ενημερωτικό υλικό και με αιτήσεις συμμετοχής και απόκτησης μεριδίων.

Ο πρώτος εναγόμενος Α. Φ., είχε ενταχθεί στο δίκτυο των προσώπων τα οποία απασχολούσε η δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία για την προώθηση των προϊόντων της με την ιδιότητα του ασφαλιστικού/συμβούλου, ειδικά δε είχε ανατεθεί σ' αυτόν η διάθεση των τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων της θυγατρικής εταιρίας ΙΝΤΕΡ ΤΡΑΣΤ ΑΕ, με εξουσιοδότηση προς τούτο από την τελευταία.

Υπό την ιδιότητά του αυτή απασχολείτο στο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας στο Χαλάνδρι Αττικής και είχε εφοδιαστεί από αυτή και με σχετικά έντυπα πώλησης τίτλων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία είχε παράσχει στη δεύτερη εναγομένη η τρίτη εναγομένη ... Το καλοκαίρι του 1999 ο Α. Φ.

προέτρεψε τον ενάγοντα να επενδύσει οικονομίες του σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, τη διαχείριση των οποίων είχε η τρίτη. Ο ενάγων μετέβη στα ως άνω γραφεία της δεύτερης εναγομένης στο Xαλάνδρι Αττικής, στα οποία διαπίστωσε ότι ο Α. Φ. διέθετε γραφείο και διακεκριμένη θέση στελέχους αυτής, ανήκων μάλιστα στη "Λέσχη Προέδρου" αυτής, είχε δε βραβευτεί από την τελευταία σε δημόσια πανηγυρική τελετή, στο Μέγαρο Μουσικής, ως ένα από τα πλέον επιτυχημένα στελέχη αυτής.

Ο ενάγων πεισθείς από τον Α. Φ. ότι αυτός ενεργούσε υπό την ιδιότητα του στελέχους της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και εντός της αρμοδιότητάς του και ότι ήταν επωφελής η τοποθέτηση χρημάτων του σε τίτλους αμοιβαίων κεφαλαίων κατέβαλε σ' αυτόν στις 26.6.1999 το ποσό των 4.000.0000 δρχ. (11.740,53 ευρώ) για τη αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και ο τελευταίος εξέδωσε στο όνομα του ενάγοντος ισόποση απόδειξη είσπραξης, η οποία έφερε τα στοιχεία του Α.

Φ.υ, ως ασφαλιστικού συμβούλου και ημερομηνία λήξης 26.9.1999, ενώ δίπλα στην ημερομηνία λήξης ανέγραφε 18%, που ήταν η υποσχεθείσα απόδοσή του υπό αγορά αμοιβαίου κεφαλαίου. Επίσης ο ενάγων στις 15.7.1999 και στις 6.9.1999 μετέβη και πάλι στα ως άνω γραφεία και κατέβαλε στον Α. Φ. για τον ίδιο ως άνω λόγο (αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων) το ποσό των 10.000.000 δρχ. (29.347,03 ευρώ) και το ποσό των 20.000.000 δρχ. (58.694,06 ευρώ) αντίστοιχα, για τα οποία ο Α.

Φ. εξέδωσε στο όvoμα του ενάγοντος ισόποσες αποδείξεις είσπραξης, που έφεραν ημερομηνία λήξης 15.10.1999 με απόδοση 18% και 6.12.1999 με απόδοση 25% αντίστοιχα. Ο Α. Φ. υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι τα συμβόλαια με όλα τα επίσημα έγγραφα θα του τα παρέδιδε μέσα σε δύο ή τρεις μήνες...Τα ποσά που ο Α. Φ. εισέπραξε από τον ενάγοντα δεν τα κατέθεσε στο όνομα της εταιρίας διαχείρισης ούτε αγόρασε για λογαριασμό του ενάγοντος αμοιβαία κεφάλαια, αλλά τα παρακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί ισόποση ζημία...

Στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για παροχή αορίστως υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου (εκ μέρους του Α. Φ.υ), αφού είχε δοθεί σ' αυτόν η ειδική εντολή να διαμεσολαβεί στην πώληση αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειριζόταν η τρίτη εναγομένη. Σε σχέση πάντοτε με την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων είχε διαπλαστεί ένα πλέγμα δεσμευτικών καθηκόντων από τα οποία αυτός δεν μπορούσε να αποκλίνει.

Έτσι ειδικότερα δεν μπορούσε να δεσμεύεται απέναντι στον επενδυτή για την τιμή κτήσης του μεριδίου του αμοιβαίου κεφαλαίου και τις μελλοντικές αποδόσεις του, κατάρτιζε δε συμβάσεις πώλησης αμοιβαίων κεφαλαίων με βάση τα σχετικά έντυπα, με τα οποία τον είχε εφοδιάσει η εναγομένη που περιείχαν τη ρήτρα ότι α) η αίτηση του επενδυτή για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων έπρεπε να γίνει με τον ανωτέρω τύπο, β) το τίμημα για την αγορά δεν μπορούσε να καταβληθεί στα χέρια του, αλλά στον τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της εταιρίας διαχείρισης και γ) όφειλε υποχρεωτικά να χρησιμοποιεί το έντυπο της αίτησης όπου αναφέρονταν τα ανωτέρω.

Συνεπώς ο Α. Φ. είχε δικαίωμα να ενεργεί ελεύθερα κατά την κρίση του ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο ανεύρεσης επενδυτών, πλην όμως για την υλοποίηση απόφασης αυτών (επενδυτών) να αγοράσουν αμοιβαία κεφάλαια όφειλε να κινηθεί μέσα στα ανωτέρω πλαίσια. Κατά κατάχρηση δε της υπηρεσίας του και του ανατεθέντος καθήκοντος πώλησης αμοιβαίων κεφαλαίων, δεν κατέθεσε το χρηματικό ποσό που του κατέβαλε ο ενάγων σε τραπεζικό λογαριασμό της τρίτης εναγομένης εταιρίας. Παράλληλα η υπηρεσία του ως ασφαλιστικού συμβούλου της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και η υπηρεσιακή του εγκατάσταση στα γραφεία της τελευταίας αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης σε βάρος του ενάγοντος, γιατί ήταν τα στοιχεία εκείνα, στα οποία εκείνος στηρίχθηκε και πείστηκε στις υποσχέσεις του προκειμένου να καταβάλει τα τελικώς υπεξαιρεθέντα ποσά, τα οποία άλλως δεν θα κατέβαλλε, εάν ο Α. Φ. εμφανιζόταν ως απλός ασφαλιστικός σύμβουλος, χωρίς την προβολή και τη σύνδεση του με τη δεύτερη εναγομένη.

Συνεπώς υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπηρεσίας αυτού και της ζημιογόνου πράξης, η οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρώτη. Με τα δεδομένα αυτά υπάρχει πρόστηση μεταξύ του Α. Φ.υ και της δεύτερης εναγομένης, αλλά και της τρίτης εναγομένης εταιρίας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, αφού αυτή είχε αναθέσει την πώληση των αμοιβαίων κεφαλαίων στη μητρική δεύτερη εναγομένη, εφόσον αυτές διατηρούσαν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα Α.

Φ. σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού κατά τα προαναφερθέντα... Οι εναγόμενες εταιρίες επαναφέρουν τον απορριφθέντα ισχυρισμό τους ότι ο ενάγων γνώριζε ότι ο Α. Φ. κατά την είσπραξη των χρημάτων του ενήργησε κατά κατάχρηση της εξουσίας που του είχε ανατεθεί και συνεπώς ευθύνεται και ο ίδιος για την επελθούσα ζημία του κατά ποσοστό 95%, αφού δεν υπέγραψε έντυπο αγοράς τίτλων, κατέβαλε τα χρήματά του στα χέρια του Α.

Φ.υ και όχι σε τραπεζικό λογαριασμό ή με έκδοση επιταγής σε διαταγή της εταιρίας διαχείρισης, γνώριζε ότι ο Α. Φ. δεν είχε δικαίωμα είσπραξης, έλαβε απόδειξη είσπραξης στην οποία δεν αναφέρεται η νόμιμη αιτία (αγορά μεριδίων) και ότι τα αμοιβαία κεφάλαια δεν έχουν εγγυημένη απόδοση. Όμως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδέχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε την τυπική διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, ούτε αποδείχθηκε ότι ο Α.

Φ. έθεσε στη διάθεσή του το σχετικό έντυπο αγοράς αμοιβαίων κεφαλαίων ώστε αυτός να λάβει γνώση του περιεχομένου του και να πληροφορηθεί ότι δεν ήταν επιτρεπτή η καταβολή χρημάτων στα χέρια του Α. Φ.υ. Ο ενάγων, επιθυμώντας κατά τα ανωτέρω να επενδύσει τις οικονομίες του σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, κατέβαλε στον Α.

Φ. τα χρήματά του με την πεποίθηση ότι αυτά θα διετίθεντο για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων και μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου θα του παραδίνονταν οι σχετικοί τίτλοι... Η τρίτη εναγομένη εταιρία προέβαλε πρωτοδίκως και με τον τρίτο λόγο έφεσης επαναφέρει τον απορριφθέντα ισχυρισμό της ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφού ο τελευταίος πληροφορήθηκε ότι δεν έγινε η αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων πριν από την 26.6.1999 και η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε την 8.7.2004.

Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ενάγων που κατέβαλε στον Α. Φ. τα ως άνω χρηματικά ποσά στις 26.6.1999, στις 17.7.1999 και στις 6.9.1999, κατά τα προαναφερθέντα, τον Οκτώβριο του 1999 αναζήτησε τον Α. Φ., προκειμένου να λάβει τους τίτλους και επειδή ήταν αδύνατο να τον βρει απευθύνθηκε την 27.10.1999 στη δεύτερη εναγομένη, η οποία τον πληροφόρησε ότι από 12.10.1999 είχε καταγγείλει τη σύμβαση συνεργασίας με τον Α.

Φ. και ότι οι σχετικές αποδείξεις για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων ήταν άκυρες. Επομένως η αξίωση του ενάγοντος δεν υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, αφού αυτός έλαβε γνώση της ζημίας την οποία υπέστη στις 27.10.1999 και η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε δηλαδή πριν από την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας...".

Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, α) της προβληθείσας εκ μέρους της αναιρεσείουσας ένστασης παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσιβλήτου από αδικοπραξία, για την οποία τοποθετεί με απόλυτη σαφήνεια την έναρξη της παραγραφής αυτής, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 937 ΑΚ, στο χρόνο κατά τον οποίο ο τελευταίος έλαβε γνώση της προκληθείσας ζημίας, β) της συνδέουσας κατά το άρθρο 922 ΑΚ τον ασφαλιστικό σύμβουλο Α.

Φ., ως προστηθέντα, και την αναιρεσείουσα, ως προστήσασα, σχέση πρόστησης και γ) της προβληθείσας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, κατά το άρθρο 300 ΑΚ ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος αναιρεσιβλήτου, αιτιολογώντας με σαφήνεια και επάρκεια την έλλειψη τέτοιου πταίσματος. Επομένως είναι αβάσιμοι οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (αρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (αρθρ. 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με αγωγή με αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008), δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1998).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμοί ως και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2176/2009, ΑΠ 1299/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό της ότι οι επίμαχες συναλλαγές δεν έλαβαν χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του Α.

Φ., ως παραγωγού ασφαλίσεων, μεσολαβούντος για την προώθηση των πωλήσεων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, που διαχειριζόταν η εταιρία ΙΝΤΕΡ ΤΡΑΣΤ ΑΕ, αλλά αποτελούσαν ιδιωτικές συναλλαγές μεταξύ του τελευταίου και του αναιρεσιβλήτου. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα πιο πάνω ιστορούμενα αποτελούν, στο πλαίσιο της στηριζόμενης στα άρθρα 914 και 922 ΑΚ ευθύνης της αναιρεσίβλητης από αδικοπραξία, αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ν.1961/1991, που επιτρέπουν τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων μονό σε εταιρίες διαχείρισης, με το να δεχθεί ότι ο παραγωγός ασφαλίσεων Α. Φ. διέπραξε την επίμαχη αδικοπραξία στα πλαίσια της διαχείρισης των προϊόντων της ΙΝΤΕΡ ΤΡΑΣΤ ΑΕ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ανεξάρτητα από την αοριστία του, ενόψει της μη συγκεκριμενοποίησης του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και της μη αναφοράς της επίδρασης που το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα είχε στο διατακτικό της απόφασης, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο προστηθείς Α. Φ. ενεργούσε διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων και στα πλαίσια αυτά διέπραξε την επίμαχη αδικοπραξία, η οποία όμως προϋπόθεση δεν έχει γίνει δεκτή από το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί ,η. ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7.1.2013 αίτηση της Τράπεζας EFG Eurobank Ergasias A.E. για αναίρεση της απόφασης 3701/2012 του Εφετείου Αθηνών

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 22η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ