Supreme Court dismisses investors' appeal but allows guarantor's appeal due to appellate court's failure to consider full payment defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the investors' appeal while accepting the guarantor's request to overturn the appellate court's decision. The investors argued they had already received full compensation from the original debtor, a defense the appellate court ignored. The court ruled that this omission constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating the annulment of the lower judgment and remittal for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 8 and 573 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the appellate court's failure to examine a defense of full satisfaction constitutes a valid ground for annulment requiring remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1440 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Χρηματιστήριο. «Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών». Σκοπός «Συνεγγυητικού». Καταβολή αποζημιώσεων σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους κατά ΕΠΕΥ, σύμφωνα με τον ν. 2533/97. ‘Όχι αντισυνταγματική η διάταξη (μεταβατική) του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 2648/98 για την εφαρμογή του ν. 2533/97 στις εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του υποθέσεις. Συνεκδίκαση συναφών (αντιθέτων) αιτήσεων αναιρέσεως. Λόγοι αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 και 11 του ΚΠολΔ, αβάσιμοι. Πότε ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου. Αναιρεί την Εφ.Αθ. 4801/2008.
Αριθμός 1440/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Τ., κατοίκου ..., και 2. Ε. Μ., συζ. Γ. Τ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο.
Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφαλίσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3910/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4801/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν α)οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες με την από 28-12-2008 αίτησή τους, και β)το αναιρεσείον-εναγόμενο με την από 24-12- 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 1-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε 1) να απορριφθεί η αίτηση των εναγόντων Γ. Τ. και Ε. Μ. και 2) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχήν του πρώτου λόγου της αιτήσεως του εναγομένου ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφαλίσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών".
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν ο καθένας την παραδοχή της αιτήσεώς τους και την απόρριψη της αιτήσεως του αντιδίκου του μέρους, καθώς και την καταδίκη του (αντίδικου μέρους) στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I.- Οι υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4801/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 246 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
II.- Με τις διατάξεις των άρθρων 61 έως 78 του ν.2533/1997 "Χρηματιστηριακή αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις", που ισχύουν από την δημοσίευση (11-11-1997) του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 122 του ίδιου νόμου), αναδιαρθώθηκε το υφιστάμενο "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" το οποίο είχε συσταθεί με το ν.δ 3078/1954, και μετονομάστηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό", με σκοπό την καλύτερη ανταπόκρισή του στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή τής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 97/9/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3-3-1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημιώσεως των επενδυτών.
Σύμφωνα με το άρθρο 63 του ως άνω νόμου 2537/97, σκοπός, ειδικότερα, του "Συνεγγυητικού", που αποτελεί ν.π.ι.δ. με χαρακτήρα εξασφαλιστικό, είναι η καταβολή αποζημιώσεως σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας της Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και η υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και της αξιοπιστίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 65 του ίδιου νόμου 2533/97, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 13 του ν.2691/98, περίπτωση αποζημιώσεως από το "Συνεγγυητικό" συντρέχει και όταν ανακληθεί η άδεια συστάσεως ΕΠΕΥ και τεθεί αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 49 του ν.1806/88, οπότε το "Συνεγγυητικό" καταβάλλει, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, αποζημιώσεις σε επενδυτές για χρηματικές απαιτήσεις τους κατά της ΕΠΕΥ, η αποζημίωση δε αυτή του εντολέα για το σύνολο των απαιτήσεών του κατά ΕΠΕΥ δεν μπορεί, κατά το άρθρο 66 του ίδιου νόμου, να είναι ανώτερη από το ποσό των 30.000 ευρώ ανά επενδυτή, όπως τούτο ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 14082/Β.809/4.4.2000 ΥΑ ΥΠΕΘΟ (ΦΕΚ Β'467).
Περαιτέρω από το άρθρο 2 του ΑΚ, που ορίζει ότι " ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά", προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στην περίπτωση όπου ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του αλλά πηγάζουν από προϋφιστάμενες έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, οπότε δεν πρόκειται πράγματι περί αναδρομής (μη γνήσια αναδρομή), το άρθρο δε 77 του Συντάγματος αποκλείει την αναδρομικότητα του ψευδοερμηνευτικού νόμου, όχι όμως και τον αναδρομικό νόμο εφόσον με αυτόν δεν θίγονται συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα.
Έτσι δεν είναι αντισυνταγματικός και ο ν. 2648/98, άρθρο 41 παρ.1, με τον οποίο ορίστηκε ότι οι διατάξεις του ν. 2533/97 που αφορούν τις διαδικασίες αποζημιώσεως των επενδυτών εφαρμόζονται και επί υποθέσεων εκκρεμών κατά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου, εφόσον η διαδικασία που προβλεπόταν μέχρι την εισαγωγή του ν. 2533/97 (δηλ.
των άρθρων 9-21 του προϊσχύσαντος ν.δ. 3078/54 και 27 του ν. 3632/1928) δεν είχε προαχθεί μέχρι του σταδίου των προσκλήσεων και δημοσιεύσεων. Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7-8/2006).
Αν καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν συντρέχει, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, προτεινόμενος, είναι αβάσιμος. Ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν δεν ιδρύεται (είναι αβάσιμος) όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα (αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
III.- Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε α) απέρριψε ως μη νόμιμο το (κύριο) αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων Γ. Τ. και Ε. Μ. για καταβολή αποζημιώσεως ύψους 112.181,49 ευρώ από το αναιρεσίβλητο- αναιρεσείον ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφαλίσεως Επενδυτικών Υπηρεσιών" σύμφωνα με το άρθρο 17 του προϊσχύσαντος ν.δ 3078/1954, για τις αναφερόμενες επενδύσεις των χρημάτων τους σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού δημοσίου που είχαν παραδώσει προς διαχείριση αρχικά στον χρηματιστή Α.
Γ. και εν συνεχεία στην "ΑΧΕ Α. Γ.", καθολική διάδοχο της προσωπικής επιχείρησης του πρώτου, της οποίας ΑΧΕ ανακλήθηκε η άδεια και η οποία τέθηκε υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 49 του ν. 1806/1988, β) δέχθηκε ως νόμιμο και βάσιμο κατ' ουσίαν το επικουρικό αίτημα της αγωγής και επιδίκασε στους ενάγοντες για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 30.000 €, ως ανώτατο, κατά τις προρρηθείσες διατάξεις (ιδίως άρθρ. 66 ν. 2533/1997, 41 παρ. 1 ν. 2648/1998) οφειλόμενο ποσό αποζημιώσεως από το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο, ενόψει του ότι, όπως δέχεται το Εφετείο, ναι μεν η "ΑΧΕ Α.
Γ." τέθηκε υπό εκκαθάριση την 26-8-1997, προ δηλαδή της ισχύος του ν. 2533/97 (11-11-1997), οι ενάγοντες όμως αναγγέλθηκαν στην εκκαθάριση την 13-4-1999, ήτοι μετά την ισχύ του ν. 2533, και κατά συνέπειαν ουδεμίαν αξίωση είχαν γεννημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη κατά του εναγομένου κατά τον ανωτέρω χρόνο ( έναρξη ισχύος ν. 2533/97) ώστε να προσβάλλεται το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους (ένδικες ενοχικές απαιτήσεις) με την εφαρμογή του νέου ως άνω νόμου, και, τέλος, γ) το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο (αναπόδεικτο) το αίτημα του ενάγοντος για αποζημίωση ύψους 22.049 € για τις αναφερόμενες μετοχές που εφέρετο ότι αγόρασε και κατείχε για λογαριασμό του η προαναφερθείσα "ΑΧΕ Α.
Γ.", αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, δεν αποδείχθηκε τέτοια αγορά και κατοχή (φύλαξη), ούτε, εξάλλου, ο ενάγων αναγγέλθηκε σχετικώς στην εκκαθάριση της ως άνω ΑΧΕ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ως προς την παραδοχή της αγωγής ως νόμιμης μόνο ως προς την επικουρική της βάση και το συναφές αίτημα για αποζημίωση ύψους 30.000 ευρώ κατά τις διατάξεις του ν. 2533/1997, οι οποίες και ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω κατά την μη αντισυνταγματική, ως ανωτέρω, και μη αντικείμενη επίσης στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ για την προστασία της ιδιοκτησίας διάταξη του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 2648/1998, όχι δε ως προς την κύρια βάση της και το κύριο αίτημά της για αποζημίωση ύψους 112.181,45 ευρώ κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.δ. 3078/1954, τις οποίες ορθώς έκρινε μη εφαρμοστέες, και τα αντίθετα που οι ενάγοντες- αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ, λόγο της αιτήσεώς τους είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Από την ίδια, προσβαλλόμενη, απόφαση και δη από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (και τα έγγραφα), τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι και το όλο περιεχόμενό της προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί νομίμως οι διάδικοι, και ο δεύτερος (και τελευταίος), από το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως των εναγόντων, με τον οποίο και σχετικώς με το απορριφθέν κατ' ουσίαν ως άνω αίτημα του πρώτου ενάγοντος υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο πρώτος ενάγων, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
IV.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως " πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζουν επομένως το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.ΑΠ 3/1997).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος "Συνεγγυητικού", ως εφεσιβλήτου- εναγομένου, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την προτεραία (13-2-2008) της συζητήσεως(14-2-2008) της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου- ενάγοντος, το αναιρεσείον είχε προβάλει νομίμως (άρθρ. 269 παρ. 1α' και 2 περ.
β', 524 παρ. 1, 527 του ΚΠολΔ) κατά της αγωγής ένσταση ολοσχερούς εξοφλήσεως των ένδικων αξιώσεων των εναγόντων, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- εφεσιβλήτου, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 3915/2006(μεταγενέστερης της 3910/2006, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τους επιδικάστηκαν για την ίδια αιτία τα ποσά των 136.535 ευρώ, διαιρετώς και ισομερώς και στους δύο, και 9.109 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα, μετά των νομίμων τόκων, και την υπ' αριθμ. 21589/1997 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί συντηρητικής κατασχέσεως οι ενάγοντες ικανοποιήθηκαν πλήρως, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, για τις ένδικες αξιώσεις τους από την αρχική οφειλέτρια "ΑΧΕ Α.
Γ.", με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον υποχρέωση του αναιρεσείοντος "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων. Και βάσει της ενστάσεως αυτής, προβληθείσης υπό την μορφή (επίκληση) ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων για την άσκηση της εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή τους, ζήτησαν την απόρριψη της έφεσης των τελευταίων.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, δεν έλαβε υπόψη και δεν απήντησε στον κατά τα ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ο οποίος είχε νομίμως, κατά τα προεκτεθέντα, προταθεί, και υπέπεσε έτσι στην προαναφερθείσα αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα το αναιρεσείον υποστηρίζει με τον πρώτο, από τη διάταξη αυτή, λόγο του αναιρετηρίου του.
V.-Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως των εναγόντων, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του εναγομένου, κατά παραδοχήν του ως άνω βάσιμου πρώτου λόγου του αναιρετηρίου του, μετά την οποία παρέλκει η έρευνα του δευτέρου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ. 3 του ΚΠολΔ), και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες- αναιρεσίβλητοι ενάγοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος εναγομένου, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2008 αίτηση των Γ. Τ. και Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4801/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την από 24-12-2008 αίτηση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" για αναίρεση της ίδιας ως άνω αποφάσεως .
Αναιρεί την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4801/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες- αναιρεσιβλήτους Γ. Τ. και Ε. Μ. στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου- αναιρεσείοντος "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ", την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων (3.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουλίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ