Legislator Case Law & Legislation
1440/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim, citing lack of bad faith and procedural inadmissibility.

Case Number 1440/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding a property division dispute. The appellant argued the lower court failed to apply the abuse of right doctrine and ignored an objection, but the court found the claim unfounded. The court ruled that the appellant's conduct did not demonstrate bad faith or abuse of rights and that the procedural objections were inadmissible because they did not meet statutory requirements.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Abuse of right is established only when conduct clearly exceeds limits of good faith or social purpose, and procedural appeals regarding objections are inadmissible if the objection was not properly substantiated.

Keywords

AI generated
abuse of right doctrine good faith requirement civil procedure appeal property division dispute inadmissible appeal bad faith conduct civil code article 281

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559, paragraphs 1 and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 9, sub-paragraph gamma of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8, sub-paragraph beta of the Code of Civil Procedure
Article 325 and following of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 17/1995
Supreme Court of Greece, Case 7/2002

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη , Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική-Σπυριδούλα Λιώση.

Του αναιρεσίβλητου: Ζ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πιπερίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/1999 μη οριστική, 162/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 312/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 18-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ ''η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 17/1995 Ολ. ΑΠ 7/2002.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1987 συμβολαίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, η Α. χήρα Ζ. Ρ., Γ. Ρ. και Σ. συζ. Ι. Κ. μεταβίβασαν λόγω δωρεάς στους διαδίκους κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα μεταξύ άλλων και ένα οικόπεδο, εκτάσεως 4.091,21 τ.μ.

που βρίσκεται στην θέση "..." της Κοινότητας ..., εκτός ρυμοτομικού σχεδίου, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α στο επισυναπτόμενο στην υπ' αριθμ. .../1987 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς των άνω δικαιοπαρόχων των διαδίκων ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βόλου Δήμητρας Ζαχογιώργου, από Ιούλιο 1984 τοπογραφικό διάγραμμα της Τεχνολόγου- Πολιτικού Μηχανικού Α.

Ρ. και συνορεύει επί τεθλασμένης πλευράς υπό στοιχεία (Α-Β-Γ-Δ-Ε) μήκους της πλευράς Α-Β 21 μέτρων, της πλευράς Β-Γ μήκους 16 μέτρων, της πλευράς Γ-Δ μήκους 22 μέτρων και της πλευράς Δ-Ε μήκους 16,50 μέτρων με κοινοτικό δρόμο, νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευράς Ε-Ζ-Η μήκους της πλευράς Ε-Ζ 28,40 μέτρων, της πλευράς Ζ-Η μήκους 59 μέτρων με κοινοτική έκταση και βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Ι-Κ-Λ-Α μήκους της πλευράς Ι-Κ 11,80 μέτρων, της πλευράς Κ-Λ μήκους 34,40 μέτρων και της πλευράς Λ-Α μήκους 7,20 μέτρων με κοινοτική έκταση.

Στους άνω δικαιοπάροχους των διαδίκων το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει με κληρονομική διαδοχή από τον σύζυγο της πρώτης και πατέρα των λοιπών (δωρητών) Ζ. Ρ., που απεβίωσε χωρίς ν' αφήσει διαθήκη το έτος 1948 και κληρονομήθηκε απ' αυτούς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, κατά τα περιελθόντα σε καθέναν απ' αυτούς ποσοστά εξ αδιαιρέτου, από 2/8,3/8 και 3/8 αντίστοιχα δυνάμει της υπ' αριθμ. .../17-2-1987 δηλώσεως τους ενώπιον της Συμβολαιογράφου Βόλου Δήμητρας συζ.

Σπ. Ζαχογιώργου την οποία και μετέγραψαν νόμιμα. Έτσι συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατέστησαν ο ενάγων και η εναγόμενη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στο παραπάνω ακίνητο είχε ήδη ανεγερθεί από τις αρχές του έτους 1984 με δαπάνες, που έγιναν, από κοινές οικονομίες τόσο των διαδίκων όσο και του πατέρα τους, αλλά κυρίως με την καταβολή προσωπικής εργασίας του πατέρα τους ως οικοδόμου εξ επαγγέλματος, μια οικοδομή (οικία) αποτελούμενη από ισόγειο όροφο επιφάνειας 60 τ.μ.

περίπου και ειδικότερα από ένα υπνοδωμάτιο, καθιστικό κουζίνα, χωλ, διάδρομο, λουτρό και ημιυπόγειο χώρο επιφάνειας 10τ.μ. περίπου, που έχει διαμορφωθεί ήδη σε δωμάτιο. Η οικοδομή αυτή κατά το χρόνο σύστασης της ως άνω συμβάσεως δωρεάς είχε ήδη ανεγερθεί και έφερε σκεπή από κεράμους, καθώς και τα εσωτερικά χωρίσματα.

Επίσης είχαν τοποθετηθεί τα πατώματα, τα κουφώματα (πόρτες, παράθυρα κλπ.), ο: νεροχύτες, τα ντουλάπια κουζίνας, τα ταβάνια και τα είδη υγιεινής. Δεν είχαν γίνει όμως τα απαραίτητα σοβατίσματα ούτε η ηλεκτροδότηση και η παροχή ύδρευσης κλπ. Είναι γεγονός ότι η οικοδομική άδεια για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής εκδόθηκε εξ αρχής στο όνομα της εναγομένης, με την οποία ο ενάγων αποτελούσε μια οικογένεια.

Αυτή ήταν Τεχνολόγος-Πολιτικός Μηχανικός. Αυτή λόγω του επαγγέλματος της είχε επιφορτισθεί με την εκτέλεση και για λογαριασμό του αδελφού της των οικοδομικών εργασιών, της εξεύρεσης εργατοτεχνικού προσωπικού, της κάλυψης των ασφαλιστικών εισφορών και γενικά κάθε θέματος, που είχε σχέση με την ανέγερση και ολοκλήρωση της οικοδομής.

Παράλληλα πριν από την σύσταση της ως άνω συμβάσεως δωρεάς και συγκεκριμένα από το έτος 1986 στο πιο πάνω οικόπεδο και σε μικρή απόσταση (5-6 μέτρων) από την άνω οικοδομή ο πατέρας των διαδίκων με κοινή συμβολή όλων είχε κατασκευάσει και μια μικρή αποθήκη, εμβαδού 20 περίπου τετρ. μέτρων αποτελούμενη από ισόγειο και υπόγειο σε χαμηλότερο (επικλινές) επίπεδο από την παρακείμενη ως άνω οικία προκειμένου να τοποθετούνται εκεί ξύλα, εργαλεία κλπ.

Η κατασκευή της αποθήκης αυτής έγινε με μπετόν (μονομπλόκ). Έφερε δε ένα -μοναδικό- μικρό παράθυρο και στην είσοδο της σιδερένια πόρτα. Πάνω από την αποθήκη αυτή οι διάδικοι σκόπευαν αργότερα να κατασκευάσουν μια γκαρσονιέρα προκειμένου να φιλοξενήσουν σ' αυτή διάφορους φίλους και συγγενείς τους ή και να την χρησιμοποιήσουν για την διαμονή του πατέρα τους.

Το κτίσμα αυτό ανεγέρθηκε χωρίς οικοδομική άδεια ενώ και τα δύο ως άνω κτίσματα (οικία και αποθήκη) δεν περιελήφθηκαν στην συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης του ακινήτου στους διαδίκους για φορολογικούς λόγους. Στα κτίσματα αυτά το ποσοστό συνιδιοκτησίας των διαδίκων δεν μπορεί να είναι διαφορετικό από το ποσοστό συγκυριότητας τους στο ως άνω επίκοινο ακίνητο, αφού δεν έχει συσταθεί οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία στο ακίνητο αυτό και ισχύει ο κανόνας ότι "τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις" που εισάγει ο Αστικός Κώδικας" "Τέλος, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής, η εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση εκ:

μέρους του εκκαλούντος-ενάγοντος της αγωγής διεκδικητικής της κυριότητας του ως άνω ακίνητου είναι καταχρηστική ως αντιβαίνουσα στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. καθότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και του πατέρα της αφενός και του ενάγοντος αδελφού της αφετέρου να αποπερατωθεί η οικία των 60 τ.μ. με δαπάνες της ίδιας (εναγομένης) και ακολούθως να μεταβιβασθεί κατά κυριότητα σ' αυτήν καθώς και ότι προέβη σε σημαντικές δαπάνες για την αποπεράτωση αυτής, ώστε η ανατροπή της διαμορφωθείσας πραγματικής κατάστασης θα έχει επαχθείς συνέπειες γι' αυτήν.

Σε σχέση με την ένσταση αυτή από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύονται πέραν των όσων προεκτέθησαν και τα ακόλουθα: Η κατασκευή της οικίας των 60 τ,μ, διήρκησε μέχρι το έτος 1995. Η δαπάνη για την κατασκευή της μέχρι την σύναψη της δωρεάς ύψους 3.711.101 δρχ. έγινε όχι μόνο από την εναγομένη. όπως αυτή αβάσιμα διατείνεται, αλλά και από τον πατέρα τους και τον ενάγοντα ο οποίος βοηθούσε τον πατέρα του στην ανέγερση των άνω κτισμάτων και εργαζόταν ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση και έτσι συμμετείχε ενεργώς τόσο στην χρηματοδότηση όσο και στην εκτέλεση της κατασκευής της οικίας.

Εξάλλου από κανένα στοιχείο προκύπτει ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ της εναγομένης και του πατέρα της αφενός και του ενάγοντος αδελφού της αφετέρου να αποπερατωθεί η άνω οικία των 60 τ.μ. με αποκλειστικές δαπάνες της εναγομένης και ακολούθως να μεταβιβασθεί αυτή κατά κυριότητα σ' αυτήν, οι οποίες δε δαπάνες της εναγομένης, μετά την σύναψη της δωρεάς για την διαμόρφωση του εξωτερικού χώρου, για σύνδεση της οικίας με τη Δ.Ε.Η., Ο.Τ.Ε.

και το δίκτυο ύδρευσης της Κοινότητας γινόταν εν γνώσει του συνιδιοκτήτη ενάγοντος αδελφού της και στα πλαίσια της αναγκαιότητας για την διαβίωση και διαμονή τους σ'αυτήν. Άλλωστε η επίπλωση, αφορά κινητά πράγματα ανεξάρτητα του επιδίκου, τα οποία μπορούν να αποχωρισθούν από αυτήν άνευ βλάβης της. Εκτός τούτων για τις ανωτέρω δαπάνες στις οποίες προέβη, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις διατηρεί αυτοτελή αξίωση κατά του συγκυρίου του ακινήτου, την οποία μπορεί να ασκήσει.

Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος και ιδίως του μάρτυρα Σ. Κ., που έχει άμεση αντίληψη των όσων καταθέτει. Τα ανωτέρω γεγονότα δεν αναιρούνται κατά τρόπο που να μπορεί να στηρίξει διαφορετική δικαστική κρίση από τις καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης ούτε από άλλο αποδεικτικό μέσο, που αυτή επικαλείται και προσάγει, τα οποία κρίνονται λιγότερα πειστικά από εκείνα του ενάγοντος που ήδη προαναφέρθηκαν.

Ειδικά για τις αποδείξεις και τα τιμολόγια που αυτή, επικαλείται και προσκομίζει σημειώνεται ότι, αυτά είναι στο όνομα της εναγομένης απλώς και μόνον επειδή η ίδια, όπως ήδη έχει αναφερθεί πιο πάνω, ως Τεχνολόγος-Πολιτικός Μηχανικός είχε επιφορτισθεί και λογαριασμό του αδελφού της των οικοδομικών εργασιών, της εξεύρεσης εργατοτεχνικού προσωπικού και γενικά κάθε θέματος που είχε σχέση με την ολοκλήρωση της οικίας των 60 τ.

μ. Εξάλλου για τις δηλώσεις ακινήτων στοιχείων προς την Δ. Ο. Υ. Ιωαννίνων του έτους 1995 στις οποίες φέρεται οι διάδικοι να δηλώνουν και συγκεκριμένα η μεν ενάγουσα ότι η επίδικη οικία των 60 τ. μ., ο δε ενάγων ότι το ημιτελές κτίσμα των 31,62 τ. μ. ανήκουν σ' αυτούς αντίστοιχα, πρέπει να σημειωθεί ότι, οι δηλώσεις αυτές έγιναν ενόψει του ότι οι διάδικοι και ο πατέρας τους είχαν διαπραγματεύσεις σχετικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία, που δεν ευωδόθηκαν με συνέπεια να διαρραγούν οι αγαθές σχέσεις που είχαν μέχρι τότε μεταξύ τους.

Ήδη από το έτος 1996 ξεκίνησε μεταξύ τους έντονος δικαστικός αγώνας με αφορμή και αλλά περιουσιακά τους στοιχεία. Μάλιστα η εναγομένη κατά το έτος αυτό άλλαξε την κλειδαριά της οικίας των 60τ.μ. και την κατέλαβε αποβάλλοντας έτσι τον ενάγοντα από την πιο πάνω οικία. Ενόψει των ανωτέρω η διεκδίκηση της επίδικης οικίας των 60τ.μ.

από τον ενάγοντα κατά το ανήκον σ' αυτόν ως άνω ιδανικό μερίδιο (1/2) εξ αδιαιρέτου δεν κρίνεται καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 Α. Κ., εφόσον δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος του. Επομένως η ως άνω ένσταση της εναγομένης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσία και κατά το αίτημα της για απόδοση στον ενάγοντα της αποπερατωμένης οικίας των 60 τ.

μ. κατά το ανήκον σ' αυτόν ιδανικό μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου" Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του αναιρεσίβλητου εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχτηκε εξ ολοκλήρου ως ουσιαστικά βάσιμη, την ένδικη αγωγή, αναγνώρίσε ....τον-ενάγοντα-συγκύριο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου μετά των επ' αυτού κτισμάτων, και υποχέωσε την εναγομένη να αποδώσει στον τελευταίο το ως άνω μερίδιο του.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα ό,τι η ένδικη αγωγή δεν ασκείται καταχρηστικά, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠλοΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9, περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικάστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη απόφασης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα", υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αφετέρου δε κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την ένσταση επισχέσεως, που επικουρικά είχε προτείνει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανέφερε στο Εφετείο, με τις προτάσεις της που υπέβαλε κατά τη συζήτηση της έφεσης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού "αίτηση" κατά την προεκτεθείσα έννοια δεν/αποτελούν οι ενστάσεις.0 ίδιος λόγος, εκτιμώμενος ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αμέσως πιο πάνω ένσταση είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται σ' αυτόν ότι η προσβαλλόμενη στο Εφετείο επίμαχη ένσταση υπήρξε ορισμένη και νόμιμη, είχε, δηλαδή, όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρο 325 επ. Α.Κ) στοιχεία για την πληρότητά της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.2.2010 αίτηση της Α. Ρ. για αναίρεση της 312/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ