Legislator Case Law & Legislation
1440/2010 AI generated

1440/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1440/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1440/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1α' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1440/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., 2. Χ2, κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Καλαφάτη, .3. Χ3 συζ. Κ, το γένος Χ1, κατοίκου Κάτω ..., 4. Χ4, κατοίκου ... και 5. Χ5 συζ. Γ, το γένος Χ1, κατοίκου .... Οι υπόλοιποι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2 κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Μπίκα. Ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι εκ παραδρομής το πατρώνυμο του πρώτου αναιρεσιβλήτου-στην αίτηση αναίρεσης-γράφτηκε Ψ1, ενώ το ορθό είναι "Βασιλείου Ντούρου του Κωνσταντίνου".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/1999 μη οριστική, 59/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 186/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 9-3-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις με αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ... και τις ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι πρώτος, τρίτης, τέταρτη και πέμπτη, αντίστοιχα, από τους αναιρεσείοντες, έχουν κλητευθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως για να παραστούν στην εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεώς τους κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 18-3-2009, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Πρέπει συνεπώς να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με το άρθρο 576 §2 εδ. γ' του Κ.Πολ.Δ.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1α' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλομένης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως.

Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική, όμως, ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι δε δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφο της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827 και 1829 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη) κατά το μέρος αυτό είναι άκυρη.

Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα. Η αγωγή του μεριδούχου προς απόδοση της νομίμου μοίρας, είτε εξ4 ολοκλήρου είτε του ελλείποντος, κατά το ποσοστό της οποίας αυτός συντρέχει ως κληρονόμος, είναι η περί κλήρου αγωγή, με την οποία απαιτούνται, κατά το άρθρο 1871 του Α.Κ., αντικείμενα της κληρονομιάς, τα οποία κατακρατεί ο νομέας της κληρονομιάς που αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα.

Για τον υπολογισμό δε της νομίμου μοίρας λαμβάνεται, κατά τα άρθρα 1831 και 1838 του Α.Κ., η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφαιρουμένων των χρεών κ.λ.π. ή προστιθεμένων των αναφερομένων στα άρθρα αυτά στοιχείων. Επομένως ο μεριδούχος, με την περί κλήρου αγωγής πρέπει να ισχυρισθεί και προσδιορίσει το επί της κληρονομιάς ποσοστό, στο οποίο ανέρχεται η νόμιμη μοίρα του, και για τον υπολογισμό αυτού, τα περιουσιακά στοιχεία - ως και την αποτίμηση τους σε χρήμα -, τα οποία αποτελούν την κληρονομιά, και δη το είδος, την έκταση και την αξία καθενός, καθώς και την ιδιότητα αυτών ως κληρονομιαίων.

Εάν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν και άλλα περιουσιακά στοιχεία, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση και ως τέτοιος προτείνεται μεν παραδεκτώς κατ' έφεση αλλά μέχρι πέρατος της πρώτης συζητήσεως της εφέσεως στο ακροατήριο, και δη μόνο υπό τους όρους των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δ., διαφορετικά απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν των απαιτουμένων κατά το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ. στοιχείων, ακόμη δε για τον λόγο ότι αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας των εναγόντων και έτσι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831, και 1834 του Α.Κ., αφού στην αγωγή δεν αναφέρονται τα κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων υπάρχοντα επί πλέον περιουσιακά στοιχεία του κληρονομουμένου, οι δαπάνες κηδείας, τα χρέη της κληρονομιάς και τα έξοδα απογραφής της.

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, η εκτίμηση του περιεχομένου του οποίου, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να κριθεί η συνδρομή λόγου αναιρέσεως εκ των αναφερομένων στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., οι ενάγοντες επικαλέστηκαν τον θάνατο του κληρονομουμένου, την συγγενική σχέση τους προς αυτόν, από την οποία απορρέει το δικαίωμα της νομίμου μοίρας αυτών επί της κληρονομιάς, την κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου κυριότητά του επί των ακινήτων της αγωγής, τα οποία κατακρατούν οι εναγόμενοι ως νομείς της κληρονομιάς, αντιποιούμενοι το κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων, καθώς και την αποτίμηση σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων, ως και την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι προς τους μεριδούχους - ενάγοντες αναφερόμενες στην αγωγή λεπτομερώς παροχές.

Επί τη βάσει δε του ιστορικού αυτού οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί το κληρονομικό τους δικαίωμα επί των κληρονομιαίων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά. Εν όψει τούτων οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ' όσον το δικόγραφο της αγωγής περιέχει, κατά τα προεκτεθέντα, σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για την νομική της θεμελίωση και επομένως ορθώς το Εφετείο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, όπως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την έφεσή τους.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 17.7.2003 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 59/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, προβλήθηκε με αυτή λόγος εφέσεως συνιστάμενος στην αιτίαση ότι η εκκαλουμένη απόφαση παρέβλεψε πλήρως το περιεχόμενο της ...

δημοσίας διαθήκης, που συνέταξε ο σ/φος Ιωαννίνων Παύλος Κίτνης, με την ο οποία ο διαθέτης "... περιορίζει τους αναιρεσιβλήτους στην νόμιμη μοίρα, ο οποία, όπως ο ίδιος ορίζει, έχει υπερκαλυφθεί απ' όσα τους έχω δώσει μέχρι σήμερα....Όσα έδωσα στα παιδιά τους τα έδωσα μετά από δικής τους επιθυμία και παραγγελία...

Αφ' ότου παντρεύτηκε ο Χ1 το έτος 1960, πήρε προίκα από τη γυναίκα του εκατό χιλιάδες δραχμές κι έφτιαξε σπίτι στη μάντρα όπου συγκατοικούσε με μένα και τη μάννα του...Οι άλλοι γιοί μου δεν ενδιαφέρθηκαν για μένα και τη μάννα τους και δεν προσέφεραν τίποτε....κ.λ.π.... ". Ο προβληθείς ως άνω λόγος εφέσεως, μη διατυπούμενος ούτε καν συνοπτικώς ως λόγος εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων, ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση προεχόντως, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποίο συγκεκριμένα στοιχείο της διαθήκης δεν έλαβε υπόψη του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, αν το λάμβανε, θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασης του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος. Κατά συνέπεια ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εφήρμοσε εσφαλμένως τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173, 1871, 1839 και 1840 του Α.Κ., με αποτέλεσμα να απορρίψει τον περί αποκληρώσεως από τον διαθέτη των αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, άλλως ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ότι οι ως άνω πλημμέλειες, οι οποίες δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ), για τον λόγο ότι έκρινε επικουρικώς, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά τον σχηματισμό της κρίσεως του, έλαβε υπόψη την προαναφερομένη διαθήκη, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθ' όσον ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν δημιουργείται, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, όταν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται όχι και στις δύο αυτές αιτιολογίες, συγχρόνως, αλλά μόνο στη μια απ' αυτές, δηλαδή προεχόντως στην κύρια αιτιολογία και επιβοηθητικώς στην επικουρική.

Τέλος η διαλαμβανομένη στον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως αιτίαση εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β του Κ.Πολ.Δ. της παρά τον νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων, για τα οποία δεν είχε διαταχθεί απόδειξη, και δη ως προς το εάν οι προς τους ενάγοντες παροχές του κληρονομουμένου υπερκάλυπταν την νόμιμη μοίρα τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι με την με αριθμό 41/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων είχαν ταχθεί στους διαδίκους τα οικεία θέματα αποδείξεως ως προς την αξία της κληρονομιάς και των γενομένων προς τους ενάγοντες παροχών.

IV. Στο πλαίσιο της καθιερουμένης με το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι αυτοδικαίως άκυρη.

Επομένως, για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1834 του Α.Κ, οσάκις προστίθενται, κατ' ένσταση των εναγομένων, στην πραγματική κληρονομική ομάδα οι παροχές των άρθρων 1831 παρ. 2 και 1833 του Α.Κ., που έγιναν από τον κληρονομούμενο, όσο ζούσε, προς τους μεριδούχους ή τρίτους, δεν επιτρέπεται να καθορισθεί, κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., η αξία αυτών σε ποσά μεγαλύτερα από αυτά που πρότεινε ο εναγόμενος, διότι ναι μεν το δικαστήριο λαμβάνει μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η απόφαση του όμως πρέπει να αντιστοιχεί προς το αίτημα της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως και προς τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και που έχουν προταθεί και αποδειχθεί από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή του η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο απέρριψε ως αλυσιτελείς τους με στοιχ. β', ε', κατά το δεύτερο σκέλος του, και στ' λόγους της εφέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό, ότι η αξία των παροχών του κληρονομουμένου ήταν μεγαλύτερη της αξίας που ίδιοι ανέφεραν στην ένστασή τους, σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και, επομένως, η αποτίμηση της αξίας της κληρονομιάς που έγινε με βάση τα όσα οι ίδιοι είχαν επικαλεσθεί ήταν, λόγω και νομισματικής μεταβολής, εσφαλμένη.

Εν όψει τούτων οι ως άνω λόγοι εφέσεως ήταν αλυσιτελείς και επομένως το Εφετείο ορθώς τους απέρριψε. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ίδιος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για τον λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε, λόγω ελλείψεως συμφέροντος, τον με στοιχ.

ζ' λόγο της εφέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παρεπονούντο για τον λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο προσδιόρισε χαμηλά την αξία της παροχής που έλαβε ο πρώτος αναιρεσείων, διότι ο προσδιορισμός της αξίας των παροχών που έλαβε ο αυτός (πρώτος αναιρεσείων) σε ποσά μεγαλύτερα εκείνων στα οποία υπολογίσθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο θα είχε ως αποτέλεσμα, κατά την ορθή κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την αύξηση του ποσοστού της νομίμου μοίρας των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται για την απόρριψη ως αορίστου του ισχυρισμού αυτών που αφορούσε το ποσό των 3.500.000 δρχ, το οποίο δαπάνησε, κατά τους ισχυρισμούς τους, ο κληρονομούμενος μαζί με τον πρώτο αναιρεσείοντα για τις σπουδές των αναιρεσιβλήτων, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν, που προβλήθηκε με τον με στοιχ.

δ' λόγο της εφέσεως, καθ' όσον οι αναιρεσείοντες δεν ανέφεραν, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και 1833 του Α.Κ., το ακριβές ποσό των παροχών που κατέβαλε ο κληρονομούμενος ατομικώς σε κάθε έναν των αναιρεσιβλήτων, για να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το καταλογιστέο, στην μερίδα καθ' ενός εξ' αυτών, ποσό.

V. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 Κ.Πολ.Δ., οι ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως ως προς αυτές λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων της (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο), αλλιώς αν προταθούν με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι.

Διαφορετικά, όμως, έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων, που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά προς απόρριψη της αγωγής, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως βάσει άλλου λόγου εφέσεως και τη διακράτηση της υποθέσεως από το Εφετείο.

Στην περίπτωση αυτή οι ενστάσεις που γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή ως προς τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., παραδεκτώς προτείνονται το πρώτο από τον εκκαλούντα-εναγόμενο και με μόνες τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε με την εκκαλουμένη απόφασή του, όπως απ' αυτή προκύπτει, ότι:

α) η ένσταση των ήδη αναιρεσιβλήτων και τότε εκκαλούντων-εναγομένων, περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, η οποία είχε προταθεί, σύμφωνα με τα όσα οι αναιρεσείοντες εξέθεταν στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, προς εξαφάνιση της αποφάσεως και όχι προς απόκρουση της αγωγής, ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι η ένσταση αυτή είχε υποβληθεί με τις προτάσεις και όχι με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων και β) ότι η ένσταση των αναιρεσειόντων περί παραιτήσεως των αναιρεσιβλήτων από του δικαιώματος της νομίμου μοίρας αυτών, η οποία είχε προταθεί, επίσης, με τις προτάσεις, προς απόκρουση της αγωγής, ήταν απορριπτέα, αφ' ενός μεν, διότι υποβλήθηκε με τις προτάσεις και όχι με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων, αφ' ετέρου δε διότι οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίσθηκαν και, πολύ περισσότερο, δεν απέδειξαν, ότι συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση κάποια από τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του Κ.Πολ.Δ., σε κάθε δε περίπτωση ότι η περί παραιτήσεως ένσταση ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθ' όσον η μη υποβολή με την περί κλήρου αγωγή, την οποία ασκεί ο μεριδούχος, για την προστασία του δικαιώματός του νομίμου μοίρας, το οποίο είχε προσβληθεί με τη διαθήκη, αιτήματος αναγνωρίσεως, από την αιτία αυτή, της ακυρότητας της διαθήκης, δεν συνιστά παραίτηση.

Επομένως, το Εφετείο ορθώς απέρριψε τις ως άνω ενστάσεις ως απαραδέκτους. Ο περί του αντιθέτου πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ), για τον λόγο ότι έκρινε επικουρικώς ότι η περί παραιτήσεως ως άνω ένσταση ήταν, σε κάθε περίπτωση απορριπτέα ως μη νόμιμη, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελής, καθ' όσον ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως δεν δημιουργείται, όταν το διατακτικό της αποφάσεως στηρίζεται όχι και στις δύο αυτές αιτιολογίες, συγχρόνως, αλλά μόνο στη μια απ' αυτές, δηλαδή προεχόντως στην κύρια αιτιολογία και επιβοηθητικώς στην επικουρική.

VI. Ο έκτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προβάλλεται έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, πλήττει την ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ.1 επί της ουσίας κρίση του Εφετείου και επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

VII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 τταρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματος του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο α) του από 10.11.1986 ιδιογράφου σημειώματος του τρίτου των αναιρεσιβλήτων προς το πατέρα των διαδίκων σχετικά με τη διαχείριση ποσού 1.600.000 δρχ, β) την από 10.2.1970 απόδειξη του κληρονομουμένου, γ) τις από 30.10.1985, 18.3.1986 και 18.4.1986 τρεις εντολές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, δ) το από 18.1.1970 έγγραφο της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Πάρου, ε) την από 25/1993 έκθεση ελέγχου της Β' ΔΟΥ Ιωαννίνων και στ) τα ...

συμβόλαια του Ιωαννίνων Θωμά Λέκου, ήτοι έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η βασιμότητα του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων σχετικά με το ύψος των προς τους αναιρεσιβλήτους γενομένων παροχών - δωρεών του κληρονομουμένου. Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και τα ως άνω έγγραφα, που φέρεται ότι παραμορφώθηκαν, αλλά και από τη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθ' όσον οι αναιρεσείοντες, πέραν των ως άνω εγγράφων των οποίων το περιεχόμενο φέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε, δεν προσδιορίζουν επακριβώς τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά ούτε και επικαλούνται ότι τα από τους αντιδίκους τους προσκομισθέντα έγγραφα κατέστησαν κοινά αποδεικτικά μέσα με την επίκληση τους και από τους ίδιους.

Ο ίδιος λόγος (έβδομος) της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, που μ' αυτό αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, για τον καταλογισμό στην νόμιμη μοίρα των αναιρεσιβλήτων και των παροχών που έγιναν από τον κληρονομούμενο στα τέκνα τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ' όσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, αντιμετώπισε τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.

VIII). Κατά το άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο διάδικος που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο με την έννοια ότι εάν γίνει δεκτή η αίτηση θεωρείται ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη είναι εμπρόθεσμη.

Ως ανωτέρα βία στη διάταξη αυτή νοείται το παρακωλυτικό της τηρήσεως της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.Α.Π.29/92). Εξάλλου, δόλος του αντιδίκου είναι κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών και τείνει στην παραγωγή, την ενίσχυση ή τη διατήρηση της κρίσιμης εσφαλμένης αντίληψης ή εντύπωσης.

Η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση πρέπει να ζητηθεί, κατά το άρθρο 153 του Κ.Πολ.Δ., μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα της άρσης του εμποδίου που συνιστούσε την ανώτερη βία ή της γνώσης του δόλου. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε ότι " ...ότι η εξέταση των μαρτύρων, η οποία είχε διαταχθεί με την παραπάνω 41/1999 απόφαση, του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων άρχισε την 23.6.2000 με την έναρξη της εξετάσεως κατά την ημεροχρονολογία αυτή του μάρτυρα των εφεσίβλητων, χωρίς οι εκκαλούντες να γνωστοποιήσουν μάρτυρες προ της ορκίσεως του εν λόγω μάρτυρα, όπως προκύπτει από την οικεία 126/2001 έκθεση εξετάσεως μαρτύρων, η οποία έχει συνταχθεί σχετικώς.

Η εξέταση του ανωτέρω μάρτυρα, επειδή δεν ολοκληρώθηκε την παραπάνω ημεροχρονολογία, διακόπηκε για την 7.11.2000. Ούτε μέχρι της ημεροχρονολογίας αυτής οι εκκαλούντες καταχώρησαν τους μάρτυρές τους στο σχετικό τμήμα της παραπάνω εκθέσεως εξετάσεως, το οποίο, μετά από συμφωνία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων την 23.6.2000, είχε μείνει κενό γι' αυτόν ακριβώς το σκοπό, έτσι ώστε, με τη μεταγενέστερη καταχώρηση των ονομάτων των εν λόγω μαρτύρων, να φαίνεται ότι αυτοί έχουν γνωστοποιηθεί εμπροθέσμως, ήτοι προ της ορκίσεως του παραπάνω μάρτυρα.

Επίσης, οι εκκαλούντες δεν προέβησαν στην καταχώρηση αυτή ούτε κατά την 7.11.2000, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, συνεχίστηκε η εξέταση του ανωτέρω μάρτυρα, η οποία, επειδή δεν ολοκληρώθηκε και πάλι, διακόπηκε για την 9.1.2001. Ούτε όμως μέχρι της ημεροχρονολογίας αυτής οι εκκαλούντες προέβησαν στη συμπλήρωση του κενού της παραπάνω εκθέσεως εξετάσεως μαρτύρων, η οποία θα τους παρείχε τη δυνατότητα να εμφανίζονται οι μάρτυρες τους, οι οποίοι, στην πραγματικότητα, θα είχαν γνωστοποιηθεί εκπροθέσμως, ότι γνωστοποιήθηκαν εμπροθέσμως, παρά τη σχετική τηλεφωνική προειδοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσίβλητων προς τον εκ των τότε πληρεξουσίων δικηγόρων των ιδίων, ο οποίος επέστησε την προσοχή στην πιθανότητα να πληροφορηθούν ή να έχουν πληροφορηθεί οι εφεσίβλητοι την παραπάνω, ούτως ή άλλως παράνομη συμφωνία των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων και να ματαιώσουν την υλοποίηση της συμφωνίας αυτής.

Ενόψει τούτων, η μη συμπλήρωση του κενού της ανωτέρω εκθέσεως εξετάσεως μαρτύρων με τα ονόματα των μαρτύρων των εκκαλούντων, ότι έχουν γνωστοποιηθεί εμπροθέσμως, δεν οφείλεται σε δολία αθέτηση της σχετικής συμφωνίας εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσίβλητων, πέραν του ότι η εν λόγω μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων συμφωνία συνιστά συγκλίνον πταίσμα των δικηγόρων και των δύο πλευρών, το οποίο αποκλείει, κατά το άρθρο 152 παρ. 2 ΚΠολΔ, τη δυνατότητα των εκκαλούντων να ζητήσουν, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση...

Συνεπώς το Μονομελές Προοτοδικείο Ιωαννίνων, αφού δέχτηκε τα ανωτέρω και απέρριψε με την συνεκκαλούμενη 536/2001 απόφαση του την από 7.3.2001 (αρ. κατ. 365/12.3.2001) αίτηση των εκκαλούντων, να θεωρηθεί, λόγω του κατά τα παραπάνω επικαλουμένου δόλου του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσίβλητων, εμπρόθεσμη η γνωστοποίηση με την αίτηση τους αυτή των μαρτύρων τους, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε.

Γι' αυτό ο πρώτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος....". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε το άρθρο 152 ΚΠολΔ. ως προς την εκ του ουσιαστικού δικαίου νομική έννοια του δόλου και συνεπώς ο όγδοος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, για τον λόγο ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σχετικά με το ότι και οι ίδιοι οι αναιρεσίβλητοι ενήργησαν δολίως, προκειμένου να στερήσουν από τους αναιρεσείοντες την δυνατότητα να γνωστοποιήσουν εγκαίρως τους μάρτυρες ανταποδείξεως, αφού αυτοί (αναιρεσίβλητοι) παρίσταντο κατά την έναρξη της διαδικασίας εξέτασης μαρτύρων και ήταν γνώστες της συμφωνίας του πληρεξουσίου τους δικηγόρου και την αποδέχθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό αυτόν και τον απέρριψε ως απαράδεκτο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-7-2007 αίτηση των Χ1 κ.λ.π., για αναίρεση της 186/2007 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ