Appeal dismissed for vague legal ground and failure to cite specific violated law under Article 559 of CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' judgment regarding a foreign currency conversion dispute. The appellant argued the lower court erred in converting 150,000 Australian dollars to drachmas, but the appeal was rejected because it failed to cite the specific legal provision violated and relied on an incorrect premise. Furthermore, the court found the appellant's additional arguments regarding the origin of funds and the wife's share were either already considered by the lower court or insufficiently detailed to constitute a valid ground for review.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a direct violation of substantive law is inadmissible if the specific provision is not identified, and appeals relying on erroneous premises regarding facts found by the lower court are rejected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1440 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1440/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: Χ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νταλαχάνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ1 , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φραγκίσκο Κοτσώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 9-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1004/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3863/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10 Αυγούστου 2005 αίτησή του και τους από 27 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι ορισμένος, αν στο αναιρετήριο προσδιορίζεται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε. Εξάλλου, λόγοι αναιρέσεως απορρίπτονται με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν υποστηρίζεται με αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα περιστατικά, ενώ από την απόφαση αυτή προκύπτει το αντίθετο.
Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, με επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο "παρεβίασε κανόνας δικαίου και δη απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής η οποία περιείχε κανόνας δικαίου" διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ισότιμο σε δραχμές ποσό των 150.000 δολαρίων Αυστραλίας ανερχόταν στο ποσό των 59.383.916 δρχ., ενώ "σε καμία περίπτωση και σε καμία χρονική στιγμή" δεν δίνει το άνω ποσό δραχμών, άλλα αντιστοιχεί πράγματι [υπολογιζόμενο προς 203 δρχ.
το δολάριο] σε 30.450.000 δρχ. Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος διότι δεν αναφέρεται η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη της Νομισματικής Επιτροπής, Στηρίζεται δε άλλωστε και σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε το ανωτέρω περιστατικό, ότι δηλαδή το ποσό των 150.000 δολαρίων Αυστραλίας ήταν ισότιμο σε κάποιο χρονικό σημείο με 59.383.916 δρχ., αλλά ότι το εν λόγω ποσό δολαρίων, το οποίο οι διάδικοι είχαν εισάγει στην Ελλάδα το 1979, και είχαν από τότε κατά ένα μέρος αποταμιεύσει και κατά το υπόλοιπο μέρος του επενδύσει, απέδωσε:
α] το ποσό της κατάθεσης του ........ κοινού λογαριασμού συναλλάγματος που αυτοί τηρούσαν στην Εθνική Τράπεζα και η οποία [κατάθεση] στις 16.10.2000, όταν έκλεισε, ανερχόταν σε 93.800 δολάρια Αυστραλίας που σύμφωνα με τη νομισματική ισοτιμία κατά την άνω ημερομηνία της ανάληψης [203 δρχ. το δολάριο] αντιστοιχούσε σε 19.041.000 δρχ., και β] το ποσό της κατάθεσης του .....
κοινού λογαριασμού ταμιευτηρίου που οι διάδικοι τηρούσαν στην Τράπεζα Εργασίας, και το οποίο στις 10.2.1999, όταν ο λογαριασμός αυτός έκλεισε, ανερχόταν σε 40.342.516 δρχ., προερχόταν δε αυτό από τη δραχμοποίηση τίτλου αμοιβαίων κεφαλαίων που είχε εκδοθεί στο όνομα και των δύο διαδίκων. Περαιτέρω, ως ερειδόμενοι στην ίδια εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέοι και ο δεύτερος από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη το ίδιο ως άνω περιστατικό, ότι δηλαδή το ποσό των 150.000 δολαρίων ήταν ισότιμο με 59.383.516 δρχ., καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει "αντιφατικές διατάξεις" διότι δέχεται ότι το ποσό των 150.000 δολαρίων Αυστραλίας δραχμοποιούμενο αποδίδει 59.383.516 δρχ.
ή 174.272, 68 ευρώ "γεγονός που αντίκειται στο νόμο και στην κοινή λογική".
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη υπόθεση, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του, ως προς το κατ' ουσία αβάσιμο της αγωγής της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της αντίθετης αγωγής του αναιρεσείοντος, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα αναφερόμενα στον τρίτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης έγγραφα ήτοι, 1) το εταιρικό της ομόρρυθμης εταιρείας "...........
Ο.Ε.", 2) το ........ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αμαρουσίου, 3) το ......... δανειστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Δάβαλου - Παϊκοπούλου και 4) τα πρακτικά της 1622/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι αναιρετέα όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά γεγονότα στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Ως ζητήματα, υπό την ως άνω έννοια, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε οι ισχυρισμοί που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση τέτοιων αυτοτελών ισχυρισμών, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται προς ενίσχυση ή αποδυνάμωση των απόψεων των διαδίκων.
Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει αποσπασματικώς αιτιάσεις ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε: α] ότι το ποσό των 150.000 δολαρίων που αυτός και η αναιρεσίβλητη έφεραν από την Αυστραλία κατά την επιστροφή τους στην Ελλάδα προερχόταν από τα χρήματα που αποκόμισαν από την κοινού εργασία τους εκεί, ενώ αφού δεν εργάστηκε στην Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν να εργαστεί στην Αυστραλία όταν τα παιδιά τους ήταν μικρά, 2] ότι αν και αγόρασαν το 1986 κατοικία, το συνάλλαγμα υφίστατο στο ακέραιο, και 3] ότι τα χρήματα ήταν κοινά ως προϊόν της κοινής εργασίας τους, παραβλέπουσα [η απόφαση] το γεγονός ότι οτιδήποτε αυτός αποκτούσε το κατέθετε στο όνομα και των δύο, και ότι εργάστηκε στην Ελλάδα 20 χρόνια ασχολούμενος με την ανέγερση οικοδομών.
Ενόψει του ότι η υπό στοιχ. α΄ αιτίαση συνιστά πραγματικό επιχείρημα, η υπό στοιχ. β΄ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι η απόφαση δεν έχει τέτοια παραδοχή, η δε υπό στοιχ. γ΄ αφορά αποκλειστικά την εκτίμηση των αποδείξεων, το εξαχθέν πόρισμα από τις οποίες, ως προς το ότι τα χρηματικά ποσά και των δύο προαναφερόμενων κοινών λογαριασμών ανήκαν κατ' ισομοιρία και στους δύο διαδίκους διότι προερχόντουσαν από την επωφελή τοποθέτησή ποσού 150.000 δολαρίων Αυστραλίας που είχαν εισάγει στην Ελλάδα το 1979, και ομοίως ανήκε κατ' ίσο μέρος και στους δύο, προερχόμενο από την κοινή εργασία τους στην Αυστραλία, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV.- Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 785 του ΑΚ, δεδομένου ότι τα 150.000 δολάρια όποτε και αν δραχμοποιούντο δεν μπορούσαν να αποδώσουν το ποσό των 60.000.000 δρχ., περαιτέρω δε διότι όπως αυτός είχε ισχυριστεί, για λόγους προνοίας, δηλαδή αιφνίδιου θανάτου είχε ορίσει ως συνδικαιούχο του μεν λογαριασμού συναλλάγματος την σύζυγό του, του δε λογαριασμού της Τράπεζας Εργασίας την τελευταία και την θυγατέρα τους.
Ο λόγος αυτός, όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η παραβίαση των άνω διατάξεων. Άλλωστε, η μεν πρώτη αιτίαση στηρίζεται στην αναφερόμενη και στον πρώτο κύριο λόγο εσφαλμένη προϋπόθεση [βλ. υπό Ι], η δε δεύτερη υπό το πρόσχημα πλημμέλειας από το άνω εδάφιο του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει πράγματι την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
V. - Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν αποτελούν "πράγματα", και συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος, αν πρόκειται για ισχυρισμούς, απαράδεκτους, αόριστους ή μη νόμιμους, γι' αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου να τους εκτιμήσει δεν θεμελιώνει τον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του:
α] ότι τα χρήματα και των δύο κοινών λογαριασμών ήταν αποκλειστικά δικά του προερχόμενα από την εργασία του αρχικά στην Αυστραλία, και στη συνέχεια από το 1979 στην Ελλάδα, β] ότι από το ποσό των 150.000 δολαρίων που αυτός και η αναιρεσίβλητη σύζυγός του εισήγαγαν το 1979 στην Ελλάδα, μέρος του δαπάνησαν για την αντιμετώπιση των εξόδων διαβιώσεώς τους κατά τους πρώτους έξι μήνες της διαμονής τους εδώ, και συνεπώς δεδομένου ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει στις 16.10.2000 από τον κοινό λογαριασμό συναλλάγματος 93.800 δολάρια, είχε λάβει μερίδιο μεγαλύτερο από το μισό των 150.000 δολαρίων, και γ] ότι το ποσό των 150.000 δολαρίων δραχμοποιούμενο δεν απέδιδε 59.383.516 δρχ.
Η υπό στοιχ. α΄ αιτίαση είναι αβάσιμη διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη των άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ρητώς. Τα υπό την αιτίαση β΄ πραγματικά περιστατικά, όπως αναφέρονται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκαν, δεν συνιστούν ουσιώδη ισχυρισμό, αφού δεν προσδιορίζεται ούτε το συγκεκριμένο ποσό που δαπανήθηκε και δεν αποταμιεύτηκε, ούτε το συγκεκριμένο ποσό που εισήγαγαν το 1979 και αποταμίευσαν και εκείνο που αναλογούσε στην αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο που οι λογαριασμοί έκλεισαν.
Τέλος, ομοίως δεν είναι ουσιώδης και ο υπό στοιχ. γ΄ ισχυρισμός, διότι αντικείμενο της αγωγής της αναιρεσίβλητης δεν ήταν η επιδίκαση σε δραχμές του μισού των εισαχθέντων 150.000 δολαρίων, αλλά η επιδίκαση - μετά από συμψηφισμό εκατέρωθεν απαιτήσεων - του οφειλόμενου μέρους της αναλογίας της επί των καταθέσεων των κοινών λογαριασμών, όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που οι λογαριασμοί αυτοί έκλεισαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.8.2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3863/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει στην αναιρεσίβλητη τα δικαστικά έξοδα εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα [1.170] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ