Legislator Case Law & Legislation
1440/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to apply interpretation rules when evidence was properly considered.

Case Number 1440/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a parking space dispute. The appellant argued the lower court failed to apply specific interpretation rules to a deed and ignored certain documents, but the court found the First Instance Court had properly evaluated all evidence, including the deed and municipal records, in its free assessment. Consequently, the appeal was rejected because the lower court's reasoning was clear and no legal error regarding the application of interpretation rules was established.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, Art. 173, Art. 200 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to apply interpretation rules is inadmissible if the court of first instance has already considered all relevant evidence and formed a clear finding of fact without ambiguity.

Keywords

AI generated
interpretation rules free assessment of evidence appeal dismissal civil procedure parking space dispute deed validity municipal records

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 173 of the Civil Code
Art. 200 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1440 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1440/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Στασινόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ...... 2. .....,3. .....,4. ....,5. ...... και 6. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Ναυρίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Μαρτίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4665/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 143/2001 οριστική του Εφετείου Πειραιώς και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1131/2003 απόφαση, που αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 650/2004 οριστική απόφαση. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης, ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολίας ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει ωστόσο να προσφύγει στους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος ορισμένης δηλώσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, όχι όμως και όταν η μη προσφυγή στους εν λόγω κανόνες οφείλεται στο ότι, κατά την προκύπτουσα ευθέως ή εμμέσως από την απόφασή του και επίσης μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου κρίση του, δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στην επίδικη δικαιοπραξία.

Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατείνεται ότι το εφετείο, αν και αμφέβαλε ως προς το περιεχόμενο της συστατικής της οροφοκτησίας ..... πράξεως της συμβολαιογράφου Πειραιώς ...... και ειδικότερα ως προς την πραγματική θέση των αναφερόμενων στην εν λόγω πράξη χώρων σταθμεύσεως υπό τα στοιχεία Θ-Ι και Θ-2 εν τούτοις, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν προσέφυγε στον έλεγχο και την εκτίμηση του προσαρτημένου στην πράξη αυτή σχετικού σχεδιαγράμματος του ισογείου, προκειμένου να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, σχετικώς με τη θέση των άνω χώρων σταθμεύσεως.

Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο δεν διεπίστωσε την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς την έννοια του κρίσιμου όρου της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξεως, αλλά δέχθηκε, ως ευθέως προκύπτουσα από αυτή, τη συμφωνία των συμβαλλομένων για τη δημιουργία των ανωτέρω θέσεων σταθμεύσεως στον ελεύθερο ισόγειο χώρο της πιλοτής και όχι στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου.

Δεν ήταν, ως εκ τούτου, υποχρεωμένο το εφετείο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για να διακριβώσει το νόημα των κρίσιμων δηλώσεων βουλήσεως. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

ΙΙ.- Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εφαρμοσθέντος ή μη κανόνα δικαίου.

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στο εφετείο η προβλεπόμενη στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ειδικότερα δε υποστηρίζεται κατ' εκτίμηση ότι αυτό παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 1 του ν. 1221/1981, 7 παρ. Β περ. Ι του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), 361 και 369 ΑΚ, με το να δεχθεί ότι είναι άκυρη η ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη ως προς τη σύσταση διαιρεμένων ιδιοκτησιών επί των αναφερόμενων σ' αυτή θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, οι οποίες ευρίσκονται στον κλειστό και όχι στον ελεύθερο (ανοικτό) χώρο της πιλοτής και έχουν δημιουργηθεί καθυπέρβαση του αριθμού των υποχρεωτικών κατά νόμο θέσεων σταθμεύσεως.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο έκρινε άκυρη την ως άνω συστατική πράξη, δεχθέν ότι με αυτή καταργήθηκε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της πιλοτής και συνεστήθησαν ως διαιρεμένες ιδιοκτησίες οι επίμαχες θέσεις σταθμεύσεως στον ανοικτό και όχι σε περίκλειστο χώρο της πιλοτής.

Η παραδοχή αυτή καταφάσκει την ακυρότητα του κρίσιμου όρου της συστατικής πράξεως, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για υποχρεωτικές ή μη θέσεις σταθμεύσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5, 13 του ν. 3741/1929, 1 παρ. 5 εδ. γ' του ν. 1221/1981, 7 παρ. Β΄, περ. Ι του ν. 1577/1985, 174, 1002 και 1117 ΑΚ (ΑΠ 1051/2003, 818/2003, 1305/2002).

Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος στηρίζεται επί ανακριβούς προϋποθέσεως.

ΙΙΙ.- Λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά γεγονότα εκείνα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού ή στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Εξάλλου, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Με τον τρίτο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προβαλλόμενο, λόγο του αναιρετηρίου καταλογίζεται στο εφετείο ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως και ειδικότερα: α) ότι τα κατωτέρω έγγραφα, για τη μη λήψη υπόψη των οποίων, με τη 1131/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρέθηκε η προηγούμενη 1431/2001 απόφαση του ίδιου εφετείου, ήτοι τα κεκυρωμένα αντίγραφα των εγκεκριμένων από την αρμόδια πολεοδομική αρχή από Μαρτίου 1990 σχεδιαγραμμάτων καλύψεως του οικοπέδου και κατόψεως του ισογείου και η από 10-9-1997 έκθεση (γνωμοδότηση) των μηχανικών .....και .....

με το προσαρτημένο σ' αυτή σχεδιάγραμμα του χώρου του ισογείου της οικοδομής, απλώς μνημονεύονται, χωρίς να αναφέρεται αν προσδιορίζονται ή όχι σ' αυτά οι ακριβείς θέσεις των χώρων σταθμεύσεως και αν προκύπτει από αυτά το πολεοδομικό καθεστώς της πιλοτής, δηλαδή αν προβλέπεται ως ανοικτή στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος, β) ότι δεν αναφέρεται τι προκύπτει από την ....

άδεια της πολεοδομικής υπηρεσίας, αν δηλαδή προβλέπεται από αυτή η κατάληψη ολόκληρου ή μέρους του ισόγειου χώρου από την πιλοτή, γ) ότι αποκλείσθηκε η συνεκτίμηση και αξιολόγηση του σχεδιαγράμματος του ισογείου, με την παραδοχή ότι ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα εσφαλμένος προσδιορισμός, με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη, των υπό στοιχεία Θ1 και Θ2 θέσεων σταθμεύσεως στον χώρο της πιλοτής θα μπορούσε να διορθωθεί μόνο με τροποποιητική συμβολαιογραφική συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, δ) ότι δεν προσδιορίζεται το νομικό πολεοδομικό καθεστώς που διέπει τη συγκεκριμένη πιλοτή, αν δηλαδή αυτή από τα σχέδια και την πολεοδομική άδεια προβλέπεται ως ανοικτή στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος, ούτε αναφέρεται τι συμφωνήθηκε για το ζήτημα αυτό με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη και τα προσαρτημένα σ' αυτή σχέδια, ε) ότι δεν αποσαφηνίζεται από το εφετείο η έννοια που αποδίδει στην επίδικη πιλοτή και στ) ότι δεν αναφέρεται ποιο νομικό καθεστώς διέπει τις συγκεκριμένες θέσεις σταθμεύσεως, οι οποίες έχουν συσταθεί επί πλέον των υποχρεωτικώς κατασκευαστέων.

Ο λόγος αυτός, κατά τις υπό στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση από το εφετείο των αποδεικτικών μέσων. Κατά την υπό στοιχείο δ΄ αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ότι, με τη συστατική της οροφοκτησίας πράξη, συμφωνήθηκε η πιλοτή να αποτελεί ελεύθερο (ανοικτό) κοινόχρηστο χώρο και οι επίμαχες θέσεις σταθμεύσεως να δημιουργηθούν εντός του χώρου τούτου.

Κατά την υπό στοιχείο ε΄ αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ότι η επίδικη πιλοτή ανταποκρίνεται στη σχετική προς τούτο ρύθμιση των άρθρων 1 παρ. 5 εδ. γ' του ν. 1221/1981 και 7 παρ. Β περ. Ι του ν. 1577/1985, δηλαδή ότι αυτή είναι ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος του ισογείου της οικοδομής, η οποία κατασκευάσθηκε επί υποστηλωμάτων, η παραδοχή δε αυτή καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη του προσδιορισμού της έννοιας της επίδικης πιλοτής.

Κατά την υπό στοιχείο στ΄ αιτίαση, είναι αλυσιτελής, διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται πιο πάνω κατά την εξέταση του δεύτερου λόγου, η σύσταση των επίδικων χώρων σταθμεύσεως ως διαιρεμένων (αυτοτελών) ιδιοκτησιών είναι άκυρη, ανεξαρτήτως του αν οι χώροι αυτοί είναι ή όχι υποχρεωτικοί κατά νόμο.

IV.- Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, έγγραφα που παραδεκτώς και νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα έγγραφα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφασή του να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός αν, παρά την άνω βεβαίωση, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες της καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι βάσιμος ο κρίσιμος λόγος.

Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, ήτοι προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του, αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο τούτο, κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικώς με πράγματα έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, από την – έστω και εσφαλμένη – εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε σε πόρισμα αντίθετο εκείνου που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, καθώς και αν το επίμαχο έγγραφο συνεκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαρθεί ιδιαιτέρως η σημασία του.

Εν προκειμένω, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το εφετείο βεβαιώνει ότι την αποδεικτική του κρίση για τη θέση των επίμαχων χώρων σταθμεύσεως σχημάτισε, πλην άλλων, και από το σύνολο των εγγράφων, που οι διάδικοι νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, μεταξύ δε αυτών μνημονεύει ειδικώς τα τρία έγγραφα που αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του τρίτου λόγου.

Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι συνεκτιμήθηκαν τόσο τα ως άνω ειδικώς μνημονευόμενα τρία έγγραφα, όσο και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, ήτοι: α) η ..... συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, η οποία, κατ' εξοχήν αξιολογηθείσα ειδικώς από το εφετείο, ήταν και το αντικείμενο του οριζόμενου ζητήματος της εγκυρότητας ή μη του διαλαμβανόμενου σ' αυτή όρου για τη σύσταση των θέσεων σταθμεύσεως, β) τα έξι (6) έγγραφα της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου Πειραιώς, δηλαδή τα με αριθμούς πρωτοκόλλου ..., ...., ....., ...., .....

και ..... έγγραφα και γ) το σχέδιο προσόψεως του κτηρίου. Η έλλειψη δε ειδικής μνείας και χωριστής αξιολογήσεως των επτά (7) τελευταίων εγγράφων δεν δημιουργεί αμφιβολία για τη συνεκτίμησή τους από το εφετείο, το οποίο, μετά από ελεύθερη εκτίμηση των εν λόγω εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί του ότι, από τις ως άνω θέσεις σταθμεύσεως, οι τρεις συμφωνήθηκε να δημιουργηθούν στο κλειστό τμήμα της πιλοτής και οι υπόλοιπες δύο στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου.

Η σαφήνεια της διατυπώσεως του αποδεικτικού αυτού πορίσματος δεν αφήνει κανένα περιθώριο, που να δικαιολογεί οποιαδήποτε αμφιβολία για τη λήψη υπόψη από το εφετείο και των ως άνω εγγράφων. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το άνω αποδεικτικό πόρισμα του εφετείου διαμορφώθηκε κυρίως από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και πρωτίστως από τη συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη, την οποία, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενό της, το εφετείο ανέγνωσε ορθώς, ενώ τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα υπόλοιπα έγγραφα τα έλαβε υπόψη, χωρίς να εξάρει ιδιαιτέρως τη σημασία τους.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 και 20 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο κυρίως ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά έγγραφα και επικουρικώς ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις.

Κατ΄ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης σε βάρος του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Οκτωβρίου 2004, αίτηση αναιρέσεως του ..... κατά της 650/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ