Supreme Court partially allows appeal, remands rent profit claim to lower court for final judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding lost rental profits. The appellants argued for a specific calculation period, while the appellee sought to dismiss the claim entirely. The court rejected the appeal for the 2019 period but accepted it for the 2013-2014 period, ordering the case to be remanded for a final judgment on the rent profits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may join pending appeals to expedite proceedings and partially allow an appeal by remanding the case for a final judgment on specific disputed periods while rejecting other claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 143 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 143/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. - Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Μ. συζ. Μ. - Κ. Σ., 2) Φ. Σ. του Μ. - Κ., 3) Α. Σ. του Μ. - Κ. και 4) Α. Σ. του Μ. - Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου - μητέρας τους Μ. συζ. Μ. - Κ. Σ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην Πάχη Μεγάρων Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Μ. του Θ. και 3) Χ. Μ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Γκολφινοπούλου.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στην Πάχη Μεγάρων Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Γκολφινοπούλου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. - Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Μ. συζ. Μ. - Κ. Σ., το γένος Β. Τ., 2) Φ. Σ. του Μ. - Κ., 3) Α. Σ. του Μ. - Κ. και 4) Α. Σ. του Μ. - Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Μ. συζ. Μ. - Κ. Σ., το γένος Β. Τ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2017 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1263/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4784/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 14-11-2022 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 21-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και την συνεκδίκαση περισσότερων, εκκρεμών ενώπιόν του, δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1060/2024, Α.Π. 334/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, οι υπό κρίσιν: Α) από 14-11-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8931/990/14-11-2022) και Β) από 21-1-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 653/53/23-1-2023) αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4784/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 έως 620 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 22-9-2022), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), συνεκδικαζόμενες, ως στρεφόμενες κατά της ιδίας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 246 του Κ.Πολ.Δ., διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4784/2022, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25-5-2017 (υπ' αριθμ.
καταθέσεως 553744/1521/4-7-2017) αγωγή τους, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι μίσθωσαν από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες και αναιρεσιβλήτους το περιγραφόμενο ακίνητο των τελευταίων, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος και δη, ως παιδότοπο, ενώ η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε δεκαετής, από 1-11-2009 έως 28-2-2019 και ότι το εν λόγω μίσθιο εμφάνισε πραγματικό ελάττωμα, με αποτέλεσμα να μην καταστεί δυνατή η έκδοση αδείας ιδρύσεως και λειτουργίας της επιχειρήσεώς τους, λόγο για τον οποίο με την από 17-3-2014 καταγγελία τους, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 21-3-2014, κατήγγειλαν, χωρίς προθεσμία, την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση μισθώσεως.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησαν, μετά από νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να τους καταβάλλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, για θετική ζημία τους συνολικό ποσό 137.844,77 ευρώ, για διαφυγόν κέρδος από τις 25-11-2013, οπότε αναγκάσθηκαν να σταματήσουν την λειτουργία της επιχειρήσεώς τους, μέχρι τις 31-10-2019, ήτοι μέχρι την λήξη της συμφωνηθείσας διάρκειας της εν λόγω συμβάσεως μισθώσεως, συνολικό ποσό 101.551,19 ευρώ και ποσό 30.000 ευρώ στον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, με τον νόμιμο τόκο από τις 21-3-2014, οπότε επιδόθηκε στους εναγομένους η από 17-3-2014 εξώδικη δήλωση - καταγγελία - πρόσκλησή τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, επικουρικώς δε, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν το συνολικό ποσό 64.419,15 ευρώ, που δαπάνησαν για τις εργασίες αποπερατώσεως του μισθίου, καθώς και για προσθήκες και βελτιώσεις αυτού, ως σωζόμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 1263/2018 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, ως απαραδέκτως ασκηθείσα, ενώ ως προς την πρώτη ενάγουσα εταιρεία, την απέρριψε ως αόριστη, όσον αφορά το κονδύλιο για εργασίες αποπερατώσεως κ.λπ. του μισθίου, ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα αποδόσεως δαπανών αγοράς εξοπλισμού και διακοσμήσεως του μισθίου, επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενώ δέχθηκε ως νόμιμο και εν μέρει βάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής, αναφορικώς με τα διαφυγόντα κέρδη της ενάγουσας μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως μισθώσεως και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι, ο καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του στο μίσθιο ακίνητο, υποχρεούνται να καταβάλουν στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, για την ως άνω αιτία, συνολικό ποσό 101.387,86 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δύο εφέσεις, ήτοι: 1) η από 21-1-2019 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων στην από 14-11-2022 αίτηση αναιρέσεως (με αριθμό καταθέσεως 5473/459/21-1-2019) και 2) η από 7-9-2020 (με αριθμό καταθέσεως 61024/4947/8-9-2020) έφεση των εναγόντων και ήδη της πρώτης εξ αυτών, αναιρεσείουσας στην από 21-1-2023 αίτηση αναιρέσεως, οι οποίες, αφού συνεκδικάσθηκαν, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 4784/2022, τελεσίδικη απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου απορρίφθηκαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1472/2024).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 574, 575, 576 και 577 του Α.Κ. συνάγεται ότι, αν κατά την συνομολόγηση της μισθώσεως λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή αν ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει κατ' εκείνο τον χρόνο πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, που παρακωλύει μερικώς ή ολικώς την συμφωνηθείσα χρήση, αντί της μειώσεως ή της μη καταβολής το μισθώματος, ο μισθωτής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για την μη εκτέλεση της συμβάσεως.
Κατά δε το άρθρο 578 του ίδιου Κώδικα, το αυτό δικαίωμα έχει ο μισθωτής και αν ο εκμισθωτής έχει καταστεί υπερήμερος ως προς την άρση πραγματικού ελαττώματος ή της ελλείψεως της ιδιότητας. Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 305 και 306 του Α.Κ. προκύπτει ότι στον μισθωτή παρέχεται, στις παραπάνω περιπτώσεις, κατ' επιλογήν του, είτε αξίωση για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος, είτε αξίωση προς αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει την ανόρθωση της ζημίας του για την μη εκτέλεση της συμβάσεως. Η επιλογή αυτή μπορεί να γίνει και με αγωγή ή και κατ' ένστασιν σε περίπτωση αγωγής του εκμισθωτή για την καταβολή του μισθώματος ή απόδοση του μισθίου. Αυτές οι αξιώσεις παρέχονται διαζευκτικώς στον μισθωτή και η επιλογή της μίας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, υπό οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, χωρίς να μπορεί να μεταβάλλεται κατά την βούλησή του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 584 του Α.Κ., ο μισθωτής, με επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα, κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίσθηκε η χρήση του μισθίου, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της συμβάσεως ή αποζημίωση.
Ενόψει της τιθέμενης στο τελευταίο αυτό άρθρο επιφυλάξεως των διατάξεων για τα πραγματικά και νομικά ελαττώματα, ο μισθωτής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την εκτέλεση της συμβάσεως ή αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336 και 343 του Α.Κ., αν δεν του παραδόθηκε καθόλου η χρήση του μισθίου ή του παραδόθηκε μεν, αλλά παρεμποδίσθηκε μετά την παράδοσή της, ενώ εάν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου αλλά αυτή είναι ελαττωματική, διότι το μίσθιο παρουσιάζει πραγματικό ή νομικό ελάττωμα, εφαρμόζονται οι παραπάνω ειδικές διατάξεις των άρθρων 576 - 583 του Α.Κ. (Α.Π. 1096/2021, Α.Π. 725/2013).
Για την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου κατά τις ως άνω διατάξεις δεν αρκεί οποιαδήποτε δυσμενής κατάσταση της υλικής υποστάσεώς του, αλλά απαιτείται κατάσταση, που επηρεάζει την πρόσφορη λειτουργική χρήση αυτού. Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσεως του μισθίου, όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγορεύσεως της χρήσεως από Δημόσια Αρχή ή λόγω αδυναμίας χορηγήσεως της απαιτούμενης άδειας Δημόσιας Αρχής (Ολ.
Α.Π. 50/2005, Α.Π. 1178/2021, Α.Π. 1096/2021, Α.Π.896/2020, Α.Π. 509/2020).
Έτσι ως πραγματικό ελάττωμα θεωρείται και η παρεμπόδιση της χρήσεως του μισθίου από μέτρα, που επιβάλλονται από Διοικητική Αρχή ή από περιορισμούς δημοσίου δικαίου, εφόσον, όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση πράγματι εμποδίζεται η συμφωνημένη χρήση του (Α.Π. 1096/2021, Α.Π. 269/2019, Α.Π. 774/2015). Η αξίωση αποζημιώσεως για μη εκτέλεση της μισθωτικής συμβάσεως περιλαμβάνει κάθε ζημία του μισθωτή, που τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το ελάττωμα είτε θετική, είτε αναφερόμενη σε διαφυγόν κέρδος (άρθρα 297 - 298 του Α.Κ.).
Βάσει αυτής της αξιώσεως αποκαθίσταται, επομένως και η ζημία, που υπέστη ο μισθωτής για δαπάνες του στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμπεφωνημένα, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του από την μη χρησιμοποίηση του μισθίου, λόγω του ελαττώματος, μέχρι, όμως, μόνο την άρση του ελαττώματος ή την λύση ή λήξη της μισθώσεως (Α.Π. 1096/2021, Α.Π. 774/2015).
Εκτός των ανωτέρω δικαιωμάτων του, ο μισθωτής, εάν παρακωλύεται εξαιτίας πραγματικού ελαττώματος του μισθίου να κάνει χρήση του, έχει δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση υπό τους όρους του άρθρου 585 του Α.Κ., οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 του Α.Κ., αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση (Α.Π. 1096/2021, Α.Π. 509/2020, Α.Π. 774/2015, Α.Π. 1291/2014, Α.Π. 1469/2013).
Εάν ασκήσει αυτό το δικαίωμά του, δεν γεννώνται, πλέον, αξιώσεις του για διαφυγόντα κέρδη από την παρακώλυση χρήσεως του μισθίου εξαιτίας του ελαττώματος, για το διάστημα μετά την καταγγελία (Α.Π. 1178/2021, Α.Π. 1096/2021, Α.Π. 659/2021, Α.Π. 509/2020, Α.Π. 1638/2018, Α.Π. 774/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο στην από 14-11-2022 αίτηση αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες - εκμισθωτές αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό τους, που είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους, ότι αυτοί οφείλουν να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους - μισθωτές, ως διαφυγόν κέρδος συνολικό ποσό 101.551,19 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 25-11-2013, μέχρι την συμφωνηθείσα λήξη της συμβάσεως μισθώσεως, αν και οι τελευταίοι, με την από 17-3-2014 απρόθεσμη καταγγελία τους, κατήγγειλαν την σύμβαση μισθώσεως αυτή.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία επιτρεπτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του ερευνώμενου μοναδικού αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον 2ο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το αίτημα περί καταβολής διαφυγόντων κερδών ... πρέπει να απορριφθεί και ως μη νόμιμο για το χρονικό διάστημα μετά την καταγγελία - λύση της μεταξύ τους μίσθωσης, διότι μετά την λήξη της μίσθωσης δεν τα δικαιούται η α' ενάγουσα μισθώτρια, αφού την 17.3.2014 κατήγγειλε την μίσθωση με την κοινοποίηση του εξωδίκου της στον α' εναγόμενο και αποδίδεται μόνο το διαφυγόν κέρδος από την μη χρησιμοποίηση του μισθίου, λόγω ελαττώματος μέχρι την άρση του ελαττώματος ή τη λύση ή λήξη της μίσθωσης. Ο λόγος αυτός της κρινόμενης εφέσεως των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί, διότι το συγκεκριμένο αίτημα είναι νόμιμο για τον χρόνο έως την συμφωνημένη συμβατικώς λήξη της μίσθωσης, όπως εν προκειμένω ζητείται, σύμφωνα με την κρινόμενη αγωγή...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον δεύτερο λόγο των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων.
Έτσι που έκρινε, όμως, το Εφετείο, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον μετά την από 17-3-2014 καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως εκ μέρους των εναγόντων, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους στις 21-3-2014, έληξε η σύμβαση μισθώσεως και, ως εκ τούτου, οι ενάγοντες δικαιούνται να ζητήσουν διαφυγόντα κέρδη από την αδυναμία τους να χρησιμοποιήσουν τον μίσθιο μόνο μέχρι την τελευταία ημερομηνία και όχι και μετά από αυτήν.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της από 14-11-2022 αιτήσεως αναιρέσεως.
Από την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, προκύπτει, ότι η μη πλήρης αναφορά των περιστατικών αυτών, καθιστά την αγωγή αόριστη και οδηγεί στην απόρριψή της, ως απαράδεκτης για έλλειψη διαδικαστικής προϋποθέσεως, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση του παραδεκτού της (Ολ. Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 218/2020).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Αναφέρεται, αποκλειστικώς, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό δίκαιο (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 2/2001).
Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία και, κυρίως, τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2019, Α.Π. 8/2017).
Με τον μοναδικό λόγο της από 21-1-2023 αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά τον νόμο, κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από 25-5-2017 αγωγή της αναιρεσείουσας, αναφορικώς με την αιτούμενη θετική ζημία της, αν και, κατά την άποψη αυτής, στο δικόγραφό της περιέχονται τα στοιχεία, τα οποία ήταν απαραίτητα για την θεμελίωση της βάσεως αυτής, ως προς την περιγραφή των προσθηκών και βελτιώσεων του μισθίου, τις οποίες η πρώτη ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα απεκατέστησε με δικές της δαπάνες.
Από τον έλεγχο, παραδεκτώς κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι αναφερόμενες σε αυτήν δαπάνες για αποπεράτωση του μισθίου, προσθήκες και βελτιώσεις αυτού, δεν περιγράφονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, κατά την έκτασή τους και κατά το είδος τους, ούτε εκτίθεται το επιμέρους κόστος, που απαιτήθηκε για την διενέργειά τους.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρεται χωριστά το είδος των επιμέρους εργασιών και η αμοιβή για καθεμία από αυτές, καθώς, επίσης, δεν αναφέρονται τα υλικά κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας, που απαιτήθηκαν, η δαπάνη για την αγορά των απαραίτητων υλικών, καθώς και ο αριθμός των απασχοληθέντων εργατών, το χρονικό διάστημα απασχολήσεώς τους, με αναφορά του αριθμού, των ημερών απασχολήσεως ενός ή περισσότερων εργατών για κάθε εκτελεσθείσα εργασία και το συμφωνηθέν ημερομίσθιο.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να προσδιορίζονται για το ορισμένο του συναφούς κονδυλίου, καθόσον ουδόλως γίνεται επίκληση στην αγωγή περί συμφωνίας καταβολής κατ' αποκοπήν αμοιβής δυνάμει συμβάσεως έργου, ενώ το πρώτον οι ενάγοντες επιχείρησαν απαραδέκτως να μεταβάλουν την ιστορική βάση της αγωγής τους, ισχυριζόμενοι με λόγο εφέσεως, ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση συμβάσεως έργου.
Αντί δε των ανωτέρω απαιτουμένων στοιχείων, οι ενάγοντες περιορίζονται στην επισύναψη, στην αγωγή τους: α) της γενικόλογης, οικονομικής εκθέσεως του λογιστή Π. Κ. σχετικά με την πραγματοποιηθείσα επένδυση, β) ενός πίνακα με τον τίτλο "Προσθήκες - βελτιώσεις", όπου αναφέρονται διάφοροι προμηθευτές, εργασίες και υλικά, παραθέτοντας μόνο την συνολική αξία καθεμίας εργασίας και γ) διαφόρων τιμολογίων, δελτίων αποστολής και προσφορών.
Επίσης, επισυνάπτονται στην αγωγή δύο διπλότυπες αποδείξεις του Ι. Μ., συνολικού ποσού 12.500 ευρώ, χωρίς εξειδίκευση των εργασιών και της αξίας καθεμίας αυτών, ήτοι η από 12-11-2009 απόδειξη, ποσού 4.500 ευρώ, με την αιτιολογία "έναντι λογαριασμού για εγκατάσταση κλιματισμού" και η από 20-11-2009 απόδειξη, ποσού 8.000 ευρώ, με την αιτιολογία "έναντι λογαριασμού για κατασκευή εγκατάσταση κεντρικού κλιματισμού", χωρίς να προσδιορίζεται, αν και κατά ποιο μέρος συμφωνήθηκε η εκτέλεση των αναφερόμενων εργασιών και υλικών στην, επίσης συνημμένη στην αγωγή, προσφορά του Ι.
Μ. για κλιματισμό - εξαερισμό του μισθίου αντί ποσού 19.706 ευρώ. Επίσης, επισυνάπτεται στην αγωγή το υπ' αριθμ. ...-2010 τιμολόγιο του Φ. Μ., ποσού 12.197,50 ευρώ, στο οποίο αναφέρονται οι εργασίες: "γέμισμα, τσιμεντοκονία, μπετά, τοποθέτηση πλακιδίων δαπέδου, σοβατεπιά, τοποθέτηση πλακιδίων τοίχου και τοποθέτηση μαρμαροποδιών", συνολικού εμβαδού 500 τ.μ., χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τις διαστάσεις καθεμίας εργασίας ξεχωριστά, πόση ποσότητα υλικών χρησιμοποιήθηκε, ποια η αξία τους και ποια η καταβληθείσα αμοιβή και η τιμή μονάδας, η οποία διαφέρει για κάθε εργασία.
Ομοίως, στο συνημμένο υπ' αριθμ. ...-2010 τιμολόγιο του Η. Κ. αναφέρεται "κατασκευή + τοποθέτηση γυψοσανίδας μετά υλικών", ποσού 2.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19% και "κατασκευή και τοποθέτηση οροφών με κασέτες γυψοσανίδας επενδυμένες με PVC", ποσού 2.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ως προς τις διαστάσεις των γυψοσανίδων και την τιμή μονάδας για καθεμία από τις εργασίες αυτές.
Τέλος, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους, ότι η πρώτη από αυτούς, μισθώτρια και ήδη αναιρεσείουσα, δαπάνησε το συνολικό ποσό των 82.419,15 ευρώ για εργασίες αποπερατώσεως του μισθίου και για προσθήκες και βελτιώσεις αυτού, χωρίς να διευκρινίζουν στο εισαγωγικό τους δικόγραφο, ποιες είναι οι εργασίες αποπερατώσεως και ποιες οι προσθήκες και βελτιώσεις, κατά ποσότητα, είδος και αξία κατά μονάδα.
Συνεπώς, το δικάσαν Εφετείο, το οποίο έκρινε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το κονδύλιο αυτό με την πληττόμενη απόφασή του, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα της από 21-01-2023 αιτήσεως με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 21-1-2023 αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματος των τελευταίων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.
Α.Π. 42/2005, Ολ. Α.Π. 25/2001, Α.Π. 343/2023, Α.Π. 1305/2021). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως επί της από 21-1-2019 εφέσεως των αναιρεσειόντων της από 14-11-2022 αιτήσεως αναιρέσεως από το δικάσαν Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αυτής δεν πλήττεται το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, ως προς το ποσό που επιδικάσθηκε για την αιτία αυτή, για το χρονικό διάστημα από τις 25-11-2013 έως την λύση της ένδικης συμβάσεως μισθώσεως δυνάμει της από 17-3-2014 εξώδικης καταγγελίας αυτής, που επιδόθηκε από την μισθώτρια στον πρώτο εναγόμενο στις 21-3-2014, με βάση δε τις απρόσβλητες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα διαφυγόντα κέρδη της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά το διάστημα αυτό ανέρχονται:
α) από 25-11-2013 έως 30-11-2013 στο ποσό των 249,78 ευρώ και β) από 1-12-2013 έως 21-3-2014 στο ποσό των 1.424,48 ευρώ μηνιαίως Χ 3 και 21/30 μήνες = 4.273,44 + 997,14 = 5.270,58 ευρώ και συνολικά 249,78 + 5.270,58 = 5.520,36 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την, κατά τα άνω, αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να κρατηθεί, να δικασθεί και να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της από 21-1-2019 εφέσεως των εκκαλούντων - εναγομένων, να εξαφανισθεί η υπ' αριθμ. 1263/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, να απορριφθεί ως μη νόμιμο το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών για το από 22-3-2014 έως 31-10-2019 χρονικό διάστημα, να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς το ίδιο κεφάλαιο για το διάστημα από 25-11-2013 έως 21-3-2014 και να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, ο καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του στο μίσθιο ακίνητο, οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία, ως διαφυγόντα κέρδη, το συνολικό ποσόν των 5.520,36 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής.
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες της από 14-11-2022 αιτήσεως αναιρέσεως και στους εκκαλούντες της από 21-1-2019 εφέσεως (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας καθώς και για την από 14-11-2022 αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ., λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (Ολ.
Α.Π. 1/2024, Ολ. Α.Π. 5/2022), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις: 1) από 14-11-2022 και 2) από 21-1-2023 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 4784/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Α) Απορρίπτει την από 21-01-2023 αίτηση αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα, παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).
Β) Δέχεται την από 14-11-2022 αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4784/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί του δευτέρου λόγου της από 21-1-2019 εφέσεως των εναγομένων.
Δέχεται αυτήν κατ' ουσίαν, ως προς τον ίδιο λόγο εφέσεως.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 4784/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών.
Κρατεί και δικάζει επί της από 25-05-2017 αγωγής, ως προς το ίδιο κεφάλαιο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι, ο καθένας κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του στο μίσθιο ακίνητο, οφείλουν να καταβάλουν στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρεία ως διαφυγόντα κέρδη το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι ευρώ και τριάντα έξι λεπτών του ευρώ (5.520,36€), νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα, για τους πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας καθώς και για την από 14-11-2022 αίτηση αναιρέσεως, μεταξύ των διαδίκων.
Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων της από 14-11-2022 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 21-01-2019 εφέσεως στους αναιρεσείοντες - εκκαλούντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ