Supreme Court allows appeal against loan contract interest calculation using 360-day year, ruling it violates consumer transparency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court judgment regarding a loan contract dispute. The appellants argued that the defendant's use of a 360-day year for interest calculation was abusive and violated consumer protection principles. The court found the calculation method opaque and disproportionate, ruling that the appeal was admissible only to the extent it concerned this specific clause.
Legislator headnote
AI generatedArt. 62 KPolD; Art. 73 KPolD; Art. 559(1) KPolD; Art. 2251/1994; Art. 495(3) KPolD: The use of a 360-day year for interest calculation in a consumer loan contract is deemed abusive and violates the principle of transparency if it creates significant imbalance and is not the subject of prior negotiation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 143 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 143/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. - Κ. Σ. του Α., 2) Α. Σ. του Κ., 3) Ζ., συζύγου Α. Σ., το γένος Α. Κ., κατοίκων Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρμαρινό και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης ... με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης ... με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2012 ανακοπή και τους από 13/11/2015 πρόσθετους λόγους των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13495/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1635/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/2/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ ένωση προσώπων μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να καταστεί νομικό πρόσωπο, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος. Ειδικότερα, προκειμένου περί ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 7β του Ν. 2190/1920, η εταιρία αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώρηση στο οικείο μητρώο ανωνύμων εταιριών της διοικητικής απόφασης για τη σύσταση της εταιρίας και την έγκριση του καταστατικού της, παύει δε να υπάρχει με την καθ` οιονδήποτε νόμιμο τρόπο λύση της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 προϋπόθεση, ενόψει και του άρθρου 313 παρ.1 στ. δ` του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο δύναται να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που διεξήχθη κατ' ανυπάρκτου προσώπου.
Κατά δε το άρθρο 558 εδ. α' του ίδιου κώδικα, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι είναι απαράδεκτη η αναίρεση που απευθύνεται εναντίον νομικού προσώπου, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο.
Η απευθυνόμενη αναίρεση κατά του νομικού προσώπου, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε πλέον, μετά την τελευταία συζήτηση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αυτοδικαίως εκ του νόμου άλλο νομικό πρόσωπο, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει την επελθούσα μεταβολή του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τον καθολικό διάδοχο του νομικού προσώπου, που καλείται προς τούτο ή εμφανίζεται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1124/2019).
Στην περίπτωση αυτή η αναίρεση είναι παραδεκτή και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση προκειμένου να κληθεί το νέο νομικό πρόσωπο, εκτός αν αυτό εμφανισθεί στη δίκη και δηλώσει ότι διαδέχθηκε τον αρχικό διάδικο και συνεχίζει στη θέση εκείνου τη δίκη. Η ακυρότητα, για τις παραπάνω αιτίες, επειδή ανάγεται στην έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος (άρθρο 62 ΚΠολΔ), εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 73, 558 εδ.α, 573 ΚΠολΔ), εφόσον από τα στοιχεία που προσκομίζονται από τους διαδίκους προκύπτουν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήτοι να προηγήθηκε της άσκησης της αναίρεσης η νομική μεταβολή του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου και ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της αναίρεσης, να γνώριζε το γεγονός τούτο.
Εάν δε η αναίρεση απευθυνθεί, όχι κατά της νέας εταιρίας, αλλά κατά της πρώτης, η νομική προσωπικότητα της οποίας έπαυσε, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εκτός αν ο αναιρεσείων αγνοούσε την επελθούσα αυτή μεταβολή (ΑΠ 1276/2021, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 622/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα : Την 20.3.2020 η αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... ... ... Α.Ε" διασπάστηκε με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας, με τη σύσταση νέου πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ...
Ανώνυμη Εταιρεία" ("Επωφελούμενη") κατ' εφαρμογήν του άρθρου 16 ν. 2515/1997 και των άρθρων 57 παρ. 3 και 59-74 του ν. 4601/2019. Η διάσπαση και η σύσταση του νέου πιστωτικού ιδρύματος συντελέστηκε δυνάμει των υπ' αριθμ. 31907/20.3.2020 και 31909/20.3.2020 Ανακοινώσεων του Προϊσταμένου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή/Γενική Δ/νση Αγοράς/Διεύθυνση Εταιρειών/Τμήμα Ασφαλιστικών Ανωνύμων Εταιρειών και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, με την καταχώριση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.) κατά τα άρθρα 68, 69 παρ. 2 και 70 παρ. 1 ν. 4601/2019 των απαιτούμενων στοιχείων του νόμου.
Όλα τα ανωτέρω προκύπτουν από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ... Ανώνυμη Εταιρεία", που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ως καθολική διάδοχος στη θέση της αρχικά καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης ... με την επωνυμία "... ... ... Α.Ε", επικαλούμενη με τις προτάσεις της, που κατέθεσε κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ στις 9.8.2023, ήτοι είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την παρούσα δικάσιμο, ότι απαραδέκτως η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά της τελευταίας εταιρείας.
Τούτο διότι αυτή, με βάση τις προαναφερόμενες πράξεις, έχει παύσει ήδη από 20.3.2020 να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, λόγω της διάσπασης με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής της δραστηριότητας και της σύστασης του νέου πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ... Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία έκτοτε υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της αρχικά καθ' ης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ...
Α.Ε". Η εν λόγω διάσπαση και σύσταση της άνω εταιρείας έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση την 31.1.2020 της έφεσης των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν τη δημοσίευση την 28.8.2020 της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου. Ισχυρίζεται επίσης η ως άνω καθολική διάδοχος της αρχικής καθ' ης και ήδη αναιρεσίβλητης ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, κατά το χρόνο άσκησης την 15.2.2022 της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, μπορούσαν να λάβουν γνώση και να πληροφορηθούν ευχερώς την επελθούσα μεταβολή από την ηλεκτρονική σελίδα του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) και από την επίσημη ιστοσελίδα της ...ς, όπως μπορούσε να λάβει γνώση και κάθε καλόπιστος συναλλασσόμενος τρίτος.
Ωστόσο, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες γνώριζαν, κατά τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, τη γενόμενη μεταβολή, καθώς δεν προκύπτει γνωστοποίηση αυτής (μεταβολής) από την αναιρεσίβλητη στους αναιρεσείοντες. Γνώση της μεταβολής δεν μπορεί να συναχθεί από τη δυνατότητα και μόνο των αναιρεσειόντων να πληροφορηθούν τη μεταβολή με έρευνα στην ηλεκτρονική σελίδα του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (Γ.Ε.ΜΗ.) και στην επίσημη ιστοσελίδα της ...ς.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ενόψει του ότι η ως άνω επελθούσα μεταβολή δεν προκύπτει ότι ήταν γνωστή στους αναιρεσείοντες κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η δε εταιρεία με την επωνυμία "... ... Ανώνυμη Εταιρεία" παρέστη κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δήλωσε ότι είναι καθολική διάδοχος της άνω αρχικά καθ' ης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ...
Α.Ε", δεν ανακύπτει ζήτημα να θεωρηθεί απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως στρεφομένη κατά ανυπάρκτου νομικού προσώπου, όπως αβάσιμα διατείνεται η παρισταμένη καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "... ... Ανώνυμη Εταιρεία". Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1635/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την ανακοπή, δέχθηκε τον όγδοο πρόσθετο λόγο αυτής και ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 12.077,42 ευρώ.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ` αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης.
Από τη γραμματική διατύπωση όμως της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.
Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξης αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.
Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανωτάτου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.
Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.
Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ` άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ. 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1010/2020, ΑΠ 45/2016). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 22/2020, ΑΠ 1392/2017, ΑΠ 701/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους, τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο με τον έβδομο λόγο της έφεσής τους, ζήτησαν την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενοι ότι η εισφορά του Ν. 128/1975, που νομίμως μετακυλίστηκε σ' αυτούς, δυνάμει συμβατικού όρου, παρανόμως ανατοκίστηκε και κεφαλαιοποιήθηκε, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με τα αναφερόμενα στον ως άνω λόγο ποσά.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 αριθ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως προς τον ως άνω λόγο τα ακόλουθα : "...Ο πρόσθετος αυτός λόγος ανακοπής (4ος), αληθής εκλαμβανόμενος στα περιεχόμενα σ' αυτόν πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω μείζονα σκέψη, η εισφορά αυτή (του Ν. 128/1975) αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος βασικού επιτοκίου και, επομένως, νόμιμα ανατοκιζόταν, λαμβανομένου υπόψη ότι στην ένδικη σύμβαση δανείου γίνεται ειδική μνεία, με τον διατυπωμένο κατά τρόπο σαφή και κατανοητό όρο 4.1 της σύμβασης, για επιβάρυνση του δανειολήπτη με την ως άνω εισφορά, με ενσωμάτωσή της στο επιτόκιο του δανείου, με συνέπεια να έχουν ικανοποιηθεί και οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσής του περί της αντίστοιχης, αναλαμβανόμενης δια της εν λόγω σύμβασης, υποχρέωσής του".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 128/1975, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελούσε μέρος του συμφωνηθέντος βασικού επιτοκίου και συνεπώς νομίμως ανατοκιζόταν και κεφαλαιοποιείτο μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, αφού αποτελούσε μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου.
Ο σχετικός δε όρος της επίδικης σύμβασης δανείου, ελεγχόμενος μόνον από άποψη διαφάνειας, κρίνεται έγκυρος και διαφανής, ενόψει του ότι στη σύμβαση, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, έγινε ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν. 128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, με συνέπεια οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης να έχουν ικανοποιηθεί.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 Ν. 128/1975, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε νόμιμο τον ανατοκισμό της εισφοράς του Ν. 128/1975 και απέρριψε τον σχετικό πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους ως μη νόμιμο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν τον ως άνω λόγο της ανακοπής, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Με το άρθρο 1 ν. 1266/1982 καταργήθηκε η Νομισματική Επιτροπή, η οποία με βάση την εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί από το άρθρο 2 παρ. 3 του ν.δ. 588/1948 "περί ελέγχου πίστεως", καθόριζε με απόφασή της (ΝΕ) τα "τραπεζικά επιτόκια" και παράλληλα ορίσθηκε ότι οι αρμοδιότητές της μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στην ...
της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της. Έκτοτε με πράξεις του Διοικητή της ...ς της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) καθορίζονταν τα "τραπεζικά επιτόκια", τα επιτόκια, δηλαδή, που συνομολογούνται ή προέρχονται από τραπεζικές συμβάσεις ή συναλλαγές. Ο Διοικητής ειδικότερα καθόριζε το ελάχιστο και το ανώτατο όριο των τραπεζικών επιτοκίων και οι τράπεζες ήταν υποχρεωμένες να προσδιορίζουν τα επιτόκια των διαφόρων μορφών χορηγήσεων ή καταθέσεων μέχρι του ύψους αυτού.
Τα οριζόμενα με βάση τις παραπάνω διατάξεις τραπεζικά επιτόκια μπορεί να ήταν, και πολλές φορές συνέβαινε αυτό, ανώτερα των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων, δηλαδή των επιτοκίων των λοιπών, πλην των τραπεζικών συναλλαγών, αφού ο Διοικητής της ...ς της Ελλάδος μπορεί να λειτουργεί, σύμφωνα με την παραπάνω νομοθετική εξουσιοδότηση, και "κατά παρέκκλιση από πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως περί του ύψους του τόκου...".
Μέχρι τον Ιανουάριο 1987 τα τραπεζικά επιτόκια τόσο ως προς το ανώτατο όσο και ως προς το κατώτερο όριο υπάγονταν σε αυστηρό διοικητικό προσδιορισμό από το Διοικητή της ...ς της Ελλάδος και οι τράπεζες δεν είχαν το δικαίωμα να ορίζουν μικρότερα ή μεγαλύτερα επιτόκια, αλλά σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 6 του ν.δ. 548/1948, τα οριζόμενα αυτά επιτόκια ήταν υποχρεωτικά και για τις τράπεζες και για τους δανειζόμενους.
Με την υπ` αριθ. 1087/1987 ΠΔ/ΤΕ, με στόχο την, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω, αλλά και προς εναρμονισμό με τα ισχύοντα αντίστοιχα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρχισε η μερική απελευθέρωση του τρόπου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων στις βραχυπρόθεσμες αρχικά χορηγήσεις και καθορίσθηκε για πρώτη φορά με την άνω πράξη μόνο το ελάχιστο όριο των επιτοκίων αυτών.
Η πράξη αυτή τροποποιήθηκε με διάφορες άλλες, που καθόρισαν το ελάχιστο τραπεζικό επιτόκιο σε διάφορες μορφές χορηγήσεων. Με την υπ` αριθμό 2286/28-1-1994 ΠΔ/ΤΕ σχετικά με την καταναλωτική πίστη, τη χορήγηση δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την κάλυψη προσωπικών αναγκών καθώς και για τις αγορές μέσω πιστωτικών καρτών κ.τ.λ., πλην των άλλων, ως προς το ύψος των επιτοκίων ορίζονται τα εξής: "...
Με την προϋπόθεση της τήρησης του ενώπιον συνολικού κατ` άτομο ορίου των δρχ. οκτώ εκατομμυρίων και των ειδικότερων ορίων των παρ. β. και γ., το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια ... με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν".
Η εν λόγω πράξη του Διοικητή κάνει λόγο για επιφύλαξη "επιτοκίων χορηγήσεων", πράγμα που παραπέμπει σαφώς στις τραπεζικές χορηγήσεις και όχι τις εξωτραπεζικές δικαιοπραξίες, αφού στις τελευταίες δεν τίθεται θέμα "χορηγήσεων" αλλά συμβάσεων, καθόσον η λέξη "χορηγήσεις" υποδηλώνει σαφώς τις κατ` εξοχήν τραπεζικές συναλλαγές.
Στόχος της απελευθέρωσης αυτής ήταν η, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των τραπεζών, συμπίεση των επιτοκίων προς τα κάτω. Ο ανταγωνισμός λειτούργησε προς αυτή την κατεύθυνση και λόγω και των οικονομικών συνθηκών άρχισε από το έτος 1994 η μείωσή τους. Εξαίρεση αποτελούν τα επιτόκια που ισχύουν στις χορηγήσεις της καταναλωτικής πίστης (κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, κτλ), τα οποία λόγω της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν αυτά τα δάνεια (χορήγηση χωρίς πρόσθετες εξασφαλίσεις, μεγάλες επισφάλειες, απασχόληση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων κλπ), διαμορφώθηκαν από όλες τις τράπεζες σε ύψος μεγαλύτερο από τα εξωτραπεζικά (δικαιοπρακτικά) επιτόκια.
Κατά συνέπεια, με σειρά πράξεων του Διοικητή της ...ς της Ελλάδος επήλθε ουσιαστικά απελευθέρωση των τραπεζικών επιτοκίων, οπότε η επέμβαση του νομοθέτη ως προς τον καθορισμό ανώτατου ορίου περιορίζεται στη ρύθμιση των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) μόνο επιτοκίων, σύμφωνα με τα άρθρα 293 - 295 ΑΚ. Ο προσδιορισμός των επιτοκίων αυτών γινόταν αρχικά, κατά τη νομοθετική εξουσιοδότηση που είχε παρασχεθεί με το άρθρο 109 παρ. 1 του ΕισΝΑΚ, με βασιλικό διάταγμα, εκδιδόμενο ύστερα από πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας, και στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 5 του ν. 876/1979, με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ).
Σε εφαρμογή των διατάξεων αυτών με το β.δ. 21/21.8.1946 το ανώτατο από δικαιοπραξία επιτόκιο ορίστηκε σε 10% ετησίως και το νόμιμο και από υπερημερία επιτόκιο ορίστηκε σε 12% ετησίως. Τα ποσοστά αυτά ίσχυσαν μέχρι το έτος 1979 και έκτοτε αναπροσαρμόζονται κάθε φορά, ανάλογα με τις οικονομικές συνθήκες, από τις εκδιδόμενες ΠΥΣ, σε πολλές από τις οποίες ορίζεται ότι η εφαρμογή τους εκτείνεται μόνο στα εξωτραπεζικά επιτόκια.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) και τα τραπεζικά επιτόκια αποτελούσαν ανέκαθεν δύο διακριτά μεταξύ τους και μάλιστα μη συγκρίσιμα μεγέθη, που δεν επικαλύπτονται από άποψη πεδίου εφαρμογής, υποκείμενα σε απολύτως μη επικαλυπτόμενες ρυθμίσεις, αφού καθεμία κατηγορία ρυθμίζεται από διαφορετικά όργανα με διαφορετική νομοθετική εξουσιοδότηση, τα δε τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, τις διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, αλλά και τη στάθμιση των εκτιμώμενων κατά περίπτωση κινδύνων, των εκάστοτε συνθηκών των χρηματοπιστωτικών αγορών, καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων των τραπεζών που απορρέουν από τις διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία τους και χωρίς οι τράπεζες, κατά τον καθορισμό τους, να δεσμεύονται από το ύψος των δικαιοπρακτικών (εξωτραπεζικών) επιτοκίων (ΑΠ 2037/2014).
Ενόψει αυτών, συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, που καταρτίσθηκαν μετά την απελευθέρωσή τους και με τις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν, κατά περίπτωση, υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι εκ μόνου του λόγου αυτού αθέμιτες (ΑΠ 994/2018, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 652/2010, ΑΠ 1219/2001).
Κατά συνέπεια, με βάση την αρχή του απαραβιάστου των συμβάσεων (… ), η σχετική συμφωνία παραμένει για τα συμβαλλόμενα μέρη έγκυρη και δεσμευτική κατά το υπερβάλλον ποσοστό του συμφωνηθέντος τραπεζικού επιτοκίου, ελεγχόμενη, ενδεχομένως, εάν συντρέχουν οι νόμιμες προς τούτο προϋποθέσεις και γίνει σχετική επίκληση αυτών, στο πλαίσιο των γενικών ρητρών του ΑΚ (άρθ. 281, 388), καθώς και του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτή" και όχι διότι αυτό, δηλαδή το συμβατικά καθορισθέν, σταθερό ή κυμαινόμενο, τραπεζικό επιτόκιο, υπερβαίνει απλώς και μόνο τα δικαιοπρακτικά (εξωτραπεζικά) επιτόκια (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 994/2018, ΑΠ 756/2015, 370/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους, τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο με τον όγδοο λόγο της έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι είναι άκυροι και καταχρηστικοί, κατ` άρθρο 2 παρ. 6 και 7 του ν. 2251/1994 2 της 178/2004 αποφάσεως της ΕΤΠΘ/ΤΕ και 281 ΑΚ, οι προδιατυπωμένοι 4.1 και 4.2 γενικοί όροι (ΓΟΣ) της ένδικης σύμβασης, που επιτρέπουν στην αναιρεσίβλητη ...
να μεταβάλλει μονομερώς το επιτόκιο, χωρίς ειδικά καθορισμένα και εύλογα κριτήρια εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή, ακόμη και καθ` υπέρβαση των ανωτάτων ορίων των εξωτραπεζικών επιτοκίων, αφού με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται η θεμελιώδης αρχή της προστασίας του καταναλωτή, που είναι η διαφάνεια, η οποία διέπει το δίκαιο των Γ.Ο.Σ., και ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον, όπως ισχυρίζονται, εξαιτίας της ακυρότητας των ως άνω όρων, η απαίτηση της αναιρεσίβλητης περιλαμβάνει και παράνομους τόκους, αυτούς δηλαδή που ερείδονται στους άκυρους αυτούς όρους, με αποτέλεσμα να μην είναι εκκαθαρισμένη, όπως απαιτείται κατ` άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, με την εξής αιτιολογία: "...Μετά την απελευθέρωση των επιτοκίων, οι συναπτόμενες συμφωνίες τραπεζικών επιτοκίων, στις οποίες συνομολογείται επιτόκιο, που τυχόν υπερβαίνει το εκάστοτε οριζόμενο για τα εξωτραπεζικά επιτόκια ανώτατο όριο, δεν είναι αθέμιτες για τον λόγο αυτό και μόνο, αφού πλέον τα τραπεζικά συμβατικά επιτόκια προσδιορίζονται ελεύθερα, σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς, με ελεύθερο ανταγωνισμό.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ομολογούν οι ανακόπτοντες, συμφωνήθηκαν με την επίδικη σύμβαση δανείου, με τους όρους 4.1 και 4.2, ότι: "4.1. Το χορηγούμενο δάνειο συμφωνείται έντοκο χρεολυτικό με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο ισούται με Euribor 3 μηνών, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα και Εβδομήντα Πέντε εκατοστά (1,75%), πλέον εισφοράς Ν. 128/75 (σήμερα 0,60%)" και "4.2.
Σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστοληπτικής ικανότητας ή/και φερεγγυότητας του Οφειλέτη ή/και οικονομικής επιδείνωσης του κλάδου δραστηριότητάς του, η ... δύναται να αναπροσαρμόζει το ως άνω περιθώριο κατόπιν εγγράφου γνωστοποίησης προς τον Οφειλέτη. Ο Οφειλέτης δικαιούται εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση της αναπροσαρμογής του περιθωρίου να μην την αποδεχθεί και να καταγγείλει εγγράφως την παρούσα σύμβαση ...".
Με τους όρους αυτούς δεν παραβιάσθηκε η θεμελιώδης αρχή της προστασίας των καταναλωτών, που είναι η διαφάνεια, καθόσον οι νομικές συνέπειες των άνω όρων για τον πιστούχο (πρώτο των ανακοπτόντων) και τους εγγυητές (λοιπούς των ανακοπτόντων) είναι σαφείς και κατανοητοί και δεν διαπιστώνεται ασάφεια προς ενίσχυση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της καθ' ης ...ς, ούτε για την προβολή από την πλευρά της φαινομενικών αξιώσεων.
Με τον όρο 4.2 τίθενται συγκεκριμένα κριτήρια για τη μεταβολή του επιτοκίου από την ..., αφού ρητά ορίζεται ότι "Σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστοληπτικής ικανότητας ή και φερεγγυότητας του Οφειλέτη ή και οικονομικής επιδείνωσης του κλάδου δραστηριότητάς του, η ... δύναται να αναπροσαρμόζει το ως άνω περιθώριο κατόπιν εγγράφου γνωστοποίησης προς τον Οφειλέτη" και περαιτέρω παρέχει στον ανακόπτοντα πιστούχο το δικαίωμα να μην αποδεχθεί την εκ μέρους της ...ς "μονομερή" αναπροσαρμογή του επιτοκίου, αφού ρητά ορίζεται στη συνέχεια, με τον ίδιο όρο, ότι "ο Οφειλέτης δικαιούται εντός τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση της αναπροσαρμογής του περιθωρίου να μην την αποδεχθεί και να καταγγείλει εγγράφως την παρούσα σύμβαση".
Τα άνω κριτήρια αξιολογούνται ως εύλογα και δικαιολογούν τη συμβατική αυτή ρύθμιση, ως αναφερόμενα σε σημαντικά οικονομικά στοιχεία, χωρίς να καταλείπονται περιθώρια αξιολόγησής τους ως αόριστων. Επιπλέον, δεν παραβιάστηκε η αρχή της διαφάνειας, καθόσον η διατύπωση του άνω 4.2 όρου και οι οικονομικές συνέπειες αυτού είναι σαφείς και κατανοητοί, το περιεχόμενο αυτών ορισμένο και η εξέλιξή τους προβλέψιμη.
Επίσης, οι όροι αυτοί δεν είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, λαμβανομένων υπόψη της φύσης των αγαθών και υπηρεσιών, τις οποίες αφορά η επίμαχη σύμβαση δανείου, του σκοπού της και του συνόλου των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα αυτές των άρθρων 281 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 ν. 2251/1994 και 2 της 178/2004 απόφασης της ΕΤΠΘ/ΤΕ, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο όρος 4.1 της επίδικης σύμβασης δανείου, με τον οποίο το χορηγηθέν δάνειο συμφωνήθηκε έντοκο χρεολυτικό με κυμαινόμενο επιτόκιο, το οποίο ισούται με Euribor 3 μηνών, προσαυξημένο κατά μία ποσοστιαία μονάδα και 75%, πλέον εισφοράς Ν. 128/75 (0,60%), περιλαμβάνει σαφή και προδιατυπωμένα κριτήρια καθορισμού του επιτοκίου, οι νομικές συνέπειες του όρου για τους αναιρεσείοντες είναι σαφείς και δεν διαπιστώνεται ασάφεια προς ενίσχυση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης, οι οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις από τον όρο περί κυμαινόμενου επιτοκίου είναι ευκρινείς για τους αναιρεσείοντες, με την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές απ' αυτούς ως μέσους καταναλωτές, οι οποίοι δεν διαθέτουν εξειδικευμένες νομικές και οικονομικές γνώσεις, ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου για τους αναιρεσείοντες ήταν σαφώς περιγεγραμμένος και προσδιορισμένος με αντικειμενικά κριτήρια, αφού στη διαμόρφωσή του λαμβανόταν υπόψη ο επιτοκιακός δείκτης Euribor και οι αναιρεσείοντες καταναλωτές μπορούσαν να αντιληφθούν σαφώς την υποχρέωση που αναλάμβαναν ως προς το ύψος του επιτοκίου του δανείου τους.
Επίσης με τον όρο 4.2 της σύμβασης τίθενται συγκεκριμένα κριτήρια για τη μεταβολή του επιτοκίου από την αναιρεσίβλητη, παρέχοντας στον πιστούχο το δικαίωμα να μην αποδεχθεί την εκ μέρους της μονομερή αναπροσαρμογή του επιτοκίου και να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση. Η διατύπωση του ως άνω όρου και οι οικονομικές συνέπειες αυτού είναι σαφείς και κατανοητοί, το περιεχόμενό του ορισμένο και δεν παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας.
Λαμβανομένων δε υπόψη της φύσης των αγαθών και υπηρεσιών, στις οποίες αφορά η επίδικη σύμβαση δανείου, του σκοπού της και των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της, οι ως άνω όροι δεν είναι άκυροι ως καταχρηστικοί. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 2 παρ. 6 και 7 ν. 2251/1994 και 2 της υπ` αριθμ. 178/2004 απόφασης της ΕΤΠΘ/ΤΕ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.
Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά, αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.
στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου".
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του".
Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξη ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Ολ.Α.Π. 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διατάραξης της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ` αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.
α` του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών, με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους, πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α` του ν. 2251/1994, δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007, δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής σύμβασης έναντι της κύριας οφειλής, κατ` άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης - δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.
Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (Ολ.
ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1463/2017). Περαιτέρω, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.
Η δανείστρια ... διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της ...ς, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 633/2023, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).
Τέλος, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).
Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ένστασης) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης ...ς με βάση σύμβαση πίστωσης, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθ' ού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 753/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο της ανακοπής τους, τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο με τον δέκατο λόγο της έφεσής τους, ισχυρίζονται ότι με όρο της ένδικης σύμβασης, που αποτελεί γενικό όρο των συναλλαγών, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος υπολογίζεται τοκαριθμικώς με βάση έτος 360 ημερών και ότι, ενόψει του όρου αυτού, η αναιρεσίβλητη υπολόγισε τους τόκους επί του οφειλόμενου κεφαλαίου με βάση το έτος διάρκειας 360 και όχι 365 ημερών, όπως όφειλε, με συνέπεια την παράνομη αύξηση των τόκων κατά ποσοστό 1,3889% πλέον των νομίμων και, τελικώς, την επιβάρυνσή τους με το αναλυτικά αναφερόμενο για εκάστη χρονική περίοδο επιπλέον ποσό τόκων.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής, δεχόμενο τα ακόλουθα : "...Ο λόγος αυτός ανακοπής, αληθής εκλαμβανόμενος στα περιεχόμενα σ' αυτόν πραγματικά περιστατικά, πρέπει να απορριφθεί κατά ένα μέρος ως μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω μείζονα σκέψη, το έτος των 365 ημερών, ως βάση υπολογισμού των τόκων, αφορά στις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας, που δεν αφορά την προκειμένη περίπτωση, καθόσον εδώ λειτούργησε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου (δανειοδότηση για αγορά επαγγελματικής στέγης).
Επιπλέον, ο επικαλούμενος από τους ανακόπτοντες ισχυρισμός, για παραβίαση της κοινοτικής οδηγίας 98/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β' 255) για την εναρμόνιση με τις διατάξεις της Σύστασης 97/489/ΕΚ της Επιτροπής της ΕΕ της 30-07-1997, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, διότι η ανωτέρω ΚΥΑ ΖΙ-178/13.2.2001 καταργήθηκε, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη, και ισχύει πλέον η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010, που εκδόθηκε προς ενσωμάτωση της νεότερης Οδηγίας 2008/48/ΕΚ, η οποία όμως τελευταία ΚΥΑ αφορά τις συναλλαγές ηλεκτρονικής πληρωμής (αυτές που γίνονται με κάρτα) και δεν πρόκειται εδώ για τέτοια διαφορά, αλλά για διαφορά από σύμβαση δανείου μεταξύ ...ς και επαγγελματία.....
Κατά το μέρος που οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ο προαναφερόμενος υπολογισμός τόκων προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος για τον εξής λόγο: Με το τελευταίο εδάφιο του όρου 5.2 της επίδικης σύμβασης δανείου ρητά συμφωνήθηκε ότι: "Οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, με βάση έτος 360 ημερών και τον πράγματι παρελθόντα χρόνο".
Ο όρος αυτός είναι απλά διατυπωμένος, πλήρως σαφής και κατανοητός και οι οικονομικές συνέπειές του είναι ευκρινείς και προβλέψιμες, υπό την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από τους ανακόπτοντες ως μέσους καταναλωτές και επομένως δεν παραβιάστηκε η αρχή της διαφάνειας". Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν. 2251/1994, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ο όρος της επίδικης σύμβασης δανείου : "Οι τόκοι υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου, με βάση έτος 360 ημερών και τον πράγματι παρελθόντα χρόνο", είναι απλά διατυπωμένος, πλήρως σαφής και κατανοητός και οι οικονομικές συνέπειές του είναι ευκρινείς και προβλέψιμες, υπό την έννοια ότι μπορούν να γίνουν άμεσα κατανοητές από τους ανακόπτοντες ως μέσους καταναλωτές και επομένως δεν παραβιάστηκε η αρχή της διαφάνειας.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ο τρόπος υπολογισμού των τόκων δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων της ιδιότητας του καταναλωτή, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, δεδομένου ότι ο α' αναιρεσείων ήταν ο τελικός αποδέκτης του επιχειρηματικού δανείου και οι β'και γ' εγγυητές υπέρ του πρώτου.
Ο όρος όμως αυτός είναι άκυρος και καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, ενόψει του ότι προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαφάνεια και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών.
Η παράνομη και καταχρηστική αυτή χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, κατ' εφαρμογή του ως άνω άκυρου ΓΟΣ της επίμαχης σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν είναι εκκαθαρισμένη, με αποτέλεσμα να είναι ακυρωτέα η διαταγή πληρωμής μόνον κατά το άκυρο μέρος της.
Επομένως, το Εφετείο, με την προαναφερθείσα κρίση του, παραβίασε τους ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνες με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέοι και υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αναίρεσης. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απορρίφθηκε ο έβδομος πρόσθετος λόγος ανακοπής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ.
Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ'αυτούς παραβόλου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ` αριθ. 1635/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε απ` αυτούς. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ