Supreme Court annuls appealable judgment for failure to apply lawyer fee regulations and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment regarding lawyer fees and remanded the case for retrial. The appellant argued that the court violated mandatory fee regulations by awarding amounts based on invoices rather than statutory limits. The court found that the lower court failed to apply specific articles of the Lawyers Code and the relevant municipal law, resulting in an arbitrary award without proper justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3, 57, 58, 63, 68, 84 of Law 4194/2013; Articles 648, 713 of the Civil Code; Article 176 of the Code of Civil Procedure: When a court of second instance fails to apply mandatory provisions regarding lawyer fees and awards amounts inconsistent with statutory limits, the judgment is annulled and the case remanded for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 143 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 143/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Πηνελόπης Ζωντανού, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Πελαγία Ακάσογλου και Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Β., κατοίκου Φ. Θ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κανέλλια, o oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΦΙΛΙΑΤΩΝ", που εδρεύει στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Νάτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/7/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηγουμενίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/7/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 20 Ιουλίου 2019 και με αριθ. κατάθ. 3/28.8.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 96/6.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 4.5.2016 και με αριθ.
κατάθ. 10/4.5.2016 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Φιλιατών, εξαφανίσθηκε η εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 3/3.2.2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της ως κατ' ουσία βάσιμη η από 15.7.2014 και με αριθ. κατάθ. 165/18.7.2014 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δικηγόρου Θεσπρωτίας, και είχε επιδικασθεί σε αυτόν το συνολικό ποσό των 19.981,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ως δικηγορική αμοιβή αυτού με βάση τα κατά τον Κώδικα Δικηγόρων όρια αμοιβών για τις διενεργηθείσες από αυτόν επί μέρους δικαστικές ενέργειες (16 τον αριθμό) και για την κάλυψη δαπανών, και, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα για την αυτή αιτία το συνολικό ποσό των 3.427,41 ευρώ με βάση τα εκδοθέντα από τον ενάγοντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε τιμολόγιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4, 5, 34, 36, 37, 38, 57, 58, 63 επόμ. και 84 του κατά την επίδικη περίοδο [ως εκ του επικαλούμενου χρόνου διενεργείας των επί μέρους εργασιών του αναιρεσείοντος δικηγόρου] ισχύοντος από 27 Σεπτεμβρίου 2013 Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013 ΦΕΚ Α 208/27.9.2013) - κατ' άρθρο 166 παρ. 3 αυτού - σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ.
και 713 επόμ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία που διενήργησε (σχετ.
ΑΠ 574/2018, ΑΠ 321/2017, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007 υπό τις διατάξεις του προηγουμένου ν.δ/τος 3026/1954). Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με έγγραφη συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική έγγραφη συμφωνία ως προς την αμοιβή, το ύψος αυτής καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στον Κώδικα όρια.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του άνω ν. 4194/2013 ορίζεται ότι (ο δικηγόρος) για τις υπηρεσίες του αμείβεται από τον εντολέα του είτε ανά υπόθεση, είτε με πάγια αντιμισθία ή με μισθό, με τη διάταξη του άρθρου 57 παρ.1 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε και με τη διάταξη του άρθρου 58 παρ. 1, 2 και 3 αυτού ορίζεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του (παρ. 1), ότι η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες (παρ. 2) και ότι σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού (παρ. 3).
Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα διενεργείται η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 84, εφόσον δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία για την αμοιβή κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού και η αμοιβή δεν υπολογίζεται επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης κατά το άρθρο 63 του Κώδικα, οπότε στις περιπτώσεις αυτές ισχύουν όσα ορίζονται ειδικότερα στις σχετικές διατάξεις (εδ.α), προσδιορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου κατά την παροχή νομικής βοήθειας κλπ (εδ.
β) και υπολογίζονται οι εισφορές - κρατήσεις, τις οποίες υποχρεούνται να προκαταβάλλουν οι δικηγόροι στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παράστασή τους ενώπιον των δικαστηρίων ή δικαστικών συμβουλίων, κάθε είδους αρχών (ανακριτικών, εισαγγελικών, διοικητικών κλπ) σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 61 παρ. 1 του Κώδικα (εδ.
γ). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. α του νόμου αυτού ορίζεται ότι τα δικαστήρια κατά την εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών, που διενεργείται σε περίπτωση έλλειψης γραπτής συμφωνίας για την αμοιβή του δικηγόρου ή του αντιπροσώπου του, εφαρμόζουν τις διατάξεις για τις αμοιβές του Κώδικα, εκτός αν ειδικές διατάξεις προβλέπουν διαφορετικά.
Με τις διατάξεις αυτές [αλλά και τις αντίστοιχες του προγενεστέρου ν.δ/τος 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" - καταργηθέντος μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4194/2013 κατ' άρθ. 166 παρ. 1 αυτού - μετά την κατάργηση των εκεί προβλεπομένων ελαχίστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων, ως υποχρεωτικών, με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α 32) που αντικατέστησε την περί τούτου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 92 του ως άνω Κώδικα] θεσπίσθηκε καθεστώς συμβατικής ελευθερίας μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής, οι δε οριζόμενες υπό το πριν το ν. 3919/2011 νομοθετικό καθεστώς ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών με βάση διατάξεις αναγκαστικού δικαίου έπαψαν να ισχύουν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτού.
Επομένως, η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, χωρίς να είναι υποχρεωτικό πλέον η αμοιβή αυτή να μην υπολείπεται των ελαχίστων ορίων αμοιβών, οι οποίες ορίζονταν στο παρελθόν με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ως υποχρεωτικές. Ωστόσο με τις διατάξεις αυτές δεν επήλθε και κατάργηση εν γένει των σχετικών με τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής ρυθμίσεων, δεδομένου ότι ορίσθηκε ρητά ότι σε περίπτωση που δεν προκύπτει η ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί του ύψους της αμοιβής για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών ισχύουν οι οριζόμενες στις ως άνω διατάξεις αμοιβές, οι οποίες υπολογίζονται αναλόγως, είτε με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης (άρθ. 63 επόμ.
ν. 4194/2013), είτε με βάση τα (σταθερά) ποσά που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα για τη διενέργεια των εκεί διαλαμβανομένων εργασιών (σχετ. ΑΠ 85/2019, ΑΠ 961/2017). Δεν αποκλείεται βεβαίως να συμφωνηθεί εγγράφως (άρθ. 361 του ΑΚ) μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου ότι το ύψος της οφειλομένης από τον πρώτο αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών από το δεύτερο θα ανέρχεται στα οριζόμενα από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων όρια.
Για τον υπολογισμό της οφειλομένης κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβής, στην περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, κρίσιμος χρόνος είναι εκείνος της παροχής της αντίστοιχης υπηρεσίας από το δικηγόρο, καθόσον τότε γεννάται η σχετική αξίωση αυτού (ΑΠ 677/2020). Σημειώνεται ότι οι ειδικές ρυθμίσεις που καθορίζουν το ύψος των υποχρεωτικά προκαταβαλλομένων στο δικηγορικό σύλλογο ποσών κατά το άρθρο 61 παρ. 1, 2 και 4 του Κώδικα Δικηγόρων (γραμμάτια προείσπραξης) δεν διαφοροποιούν τις διατάξεις του Κώδικα για τον καθορισμό της οφειλομένης στο δικηγόρο κατά τα άνω δικηγορικής αμοιβής για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες αυτού (σχετ.
ΑΠ 733/2018, ΑΠ 1112/2017, ΑΠ 390/2015 στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 7 παρ.2 του ν. 2753/2007, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 5 παρ. 15 του ν. 3919/2011). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63 παρ. 1 περ. ii στοιχ. (α) και 68 παρ 1 του ν. 4194/2013 προκύπτει ότι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, όταν αυτή ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000 ευρώ, ενώ στον Πίνακα Ι - Πίνακας Αμοιβών δικηγόρων για παραστάσεις σε Δικαστήρια - Β.
Πολιτικές Υποθέσεις - προβλέπονται συγκεκριμένα ποσά ως αμοιβή των δικηγόρων για τη διενέργεια από αυτούς των εκεί προβλεπομένων δικαστικών πράξεων, όπως λ.χ. για την άσκηση έφεσης κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου ή Μονομελούς Πρωτοδικείου, για την υποβολή αίτησης έκδοσης διαταγής απόδοσης του μισθίου και καταβολής οφειλομένων μισθωμάτων ενώπιον του αρμοδίου Δικαστή κλπ.
Επί της οφειλομένης από τον εντολέα δικηγορικής αμοιβής, είτε με βάση τη μεταξύ των μερών έγγραφη συμφωνία, είτε σε περίπτωση έλλειψης αυτής με βάση τα διαλαμβανόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων όρια, οφείλεται κατά τις οικείες διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας (ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας", όπως τροποποιηθείς ισχύει) ο αναλογούν ΦΠΑ, ο οποίος βαρύνει τον λήπτη της υπηρεσίας εντολέα και εισπράττεται από τον δικηγόρο.
Ειδικότερα, στην περίπτωση που κατά το χρόνο εκδίκασης της διαφοράς δεν είχε εκδοθεί από το δικηγόρο το οικείο παραστατικό (απόδειξη παροχής υπηρεσιών ή τιμολόγιο) με συνέπεια ο φόρος αυτός να καταστεί απαιτητός ύστερα από επιταγή δημόσιας αρχής (όπως είναι και η δικαστική απόφαση), ο ΦΠΑ καταβάλλεται από τον εντολέα στο δικηγόρο με την έκδοση από το δικηγόρο, κατά το χρόνο πληρωμής σε αυτόν της επιδικασθείσας με τη δικαστική απόφαση αμοιβής, του κατά τη φορολογική νομοθεσία οικείου φορολογικού στοιχείου (ΑΠ 1113/2017, ΑΠ 80/1999).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 περ. ιε του ν. 3852/2010 "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α 87) ορίζεται ότι η Οικονομική Επιτροπή του οικείου Δήμου έχει, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα ν' αποφασίζει για την πρόσληψη δικηγόρου ή την ανάκληση της πληρεξουσιότητας, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 1 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΦΕΚ Α 114) ορίζεται ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που διορίζονται από Δήμο ή Κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, που ισχύουν κάθε φορά.
Η αμοιβή τους μπορεί να ελαττωθεί με απόφαση του δικαστηρίου που δικάζει πίνακα αμοιβών έως το 50% των κατωτάτων ορίων που ορίζονται στον Κώδικα, ύστερα από εκτίμηση της οικονομικής κατάστασης του Δήμου ή της Κοινότητας που έχει διορίσει το δικηγόρο. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι υπό το καθεστώς του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", οι δήμοι και οι κοινότητες μπορούν, με απόφαση της δημαρχιακής (ήδη οικονομικής) επιτροπής να αναθέσουν σε δικηγόρο τη διεξαγωγή ορισμένης υπόθεσής τους (δικαστικής ή εξώδικης), έναντι της κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων οριζόμενης αμοιβής, όπως ισχύουν κάθε φορά και ότι παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο που δικάζει διαφορά με αντικείμενο την επιδίκαση της κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων αμοιβής του διορισθέντος από Δήμο δικηγόρου, για τις επ' ονόματι και για λογαριασμό εκείνου πραγματοποιηθείσες από αυτόν δικαστικές και εξώδικες εργασίες, να ελαττώσει την αξιουμένη με την αγωγή αμοιβή του δικηγόρου έως το 50% των oριζομένων από τον Κώδικα ορίων, μετά από εκτίμηση, κατόπιν σχετικής αίτησης του υπόχρεου της αμοιβής Δήμου, της περιουσιακής κατάστασης αυτού (ΑΠ 1112/2017).
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 80 του ν. 2362/ 1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν.3463/2006) (ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 284/2011), όπως ο νόμος αυτός ίσχυε πριν την κατάργησή του με το ν. 4270/2014 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση ως εκ του επικαλούμενου χρόνου παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών εκ μέρους του αναιρεσείοντος (όμοια πάντως ρύθμιση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 130 του από 1.1.2015 ισχύοντος ν. 4270/2014), ορίζεται ότι για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ (όπως το ποσό αυτό από 1ης Ιανουαρίου 2002 αναπροσαρμόσθηκε σε 2.500 ευρώ από 400.000 δραχμές που ήταν προηγουμένως, με την ΥΑ 2/59649/0026/2001, ΦΕΚ Β` 1427/22-10-2001) ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτιση αυτής να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι, στη σύμβαση αυτή, η αποδοχή της πρότασης δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η δε υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την από την έλλειψη του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της σύμβασης.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως Δήμου ή Κοινότητας ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι` αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, η οποία συνακόλουθα θεωρείται κατά το αρθρ. 180 του ΑΚ ως μη γενομένη.
Όμως η ως άνω ακυρότητα αίρεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟΛΑΠ 862/1984, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 137/2019, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1161/2009).
Τοιαύτη περίπτωση άρσης της ακυρότητας συνιστά η κατόπιν σχετικής (έγγραφης) απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου ανάθεση σε δικηγόρο της διεξαγωγής ορισμένης υπόθεσής (δικαστικής ή εξώδικης) του οικείου Δήμου, έναντι της κατά τις διατάξεις του κώδικα περί δικηγόρων οριζόμενης αμοιβής (υπερβαίνουσας στη συγκεκριμένη περίπτωση το ποσό των 2.500 ευρώ), και η στη συνέχεια εκπλήρωση εκ μέρους του δικηγόρου της ανατεθείσας σε αυτόν εργασίας, έστω και εάν προηγουμένως δεν έλαβε χώρα έγγραφη αποδοχή της ανάθεσης της εργασίας από το δικηγόρο.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης με αριθ. 96/2017 απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την ασκηθείσα ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας από 15.7.2014 και με αριθ. κατάθ. 165/18.7.2014 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει δικηγόρος, διορισμένος στο Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, και ότι δυνάμει δεκαέξι (16) συνολικά αποφάσεων της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου Δήμου Φιλιατών του δόθηκε η εντολή, την οποία αυτός αποδέχθηκε, να εκπροσωπήσει το Δήμο ενώπιον των Δικαστηρίων σε διενέξεις του με τρίτους προς υποστήριξη των συμφερόντων του τελευταίου, αντί της προβλεπομένης από τον Κώδικα Δικηγόρων ελαχίστης αμοιβής.
Ότι ειδικότερα: 1) με την με αριθ. 14/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 28.11.2013 για την αντίκρουση της από 1.4.2012 και με αριθ. κατάθ. 100/2012 αγωγής του Ν. Κ. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 153.866,57 ευρώ, 2) με την με αριθ. 15/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 28.11.2013 για την αντίκρουση της από 1.4.2012 και με αριθ.
κατάθ. 101/2012 αγωγής του Ν. Κ. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 26.800 ευρώ, 3) με την με αριθ. 13/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 28.11.2013 για την αντίκρουση της από 1.4.2012 και με αριθ.
κατάθ. 99/2012 αγωγής του Ν. Κ. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 151.546,21 ευρώ, 4) με την με αριθ. 210/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθ. 107/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, 5) με την με αριθ. 211/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθ. 108/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, 6) με την με αριθ. 17/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 23.1.2014 για την αντίκρουση της από 1.4.2012 και με αριθ.
κατάθ. 103/2012 αγωγής του Θ. Ν. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 134.750,09 ευρώ, 7) με την με αριθ. 16/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 23.1.2014 για την αντίκρουση της από 1.4.2012 και με αριθ.
κατάθ. 102/2012 αγωγής του Γ. Σ. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 153.863,15 ευρώ, 8) με την με αριθ. 31/2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθ. 2/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, 9) με την με αριθ. 32/2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθ. 3/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, 10) με την με αριθ. 33/2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθ. 4/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, 11) με την με αριθ. 201/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να προβεί στις αναγκαίες δικαστικές ενέργειες σε βάρος του Σ.
Π., μισθωτή ενός αναψυκτηρίου στην παραλία "Κεραμίδι" Σαγιάδας Φιλιατών για την έξωση του από το μίσθιο και καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, 12) με την με αριθ. 162/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 28.3.2014 για την αντίκρουση της από 3.4.2013 και με αριθ.
κατάθ. 92/2013 αγωγής του Σ. Α. και Ν. Ε. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν την αναγνώριση της κυριότητας αυτών επί ενός ακινήτου, αξίας 40.000 ευρώ, 13) με την με αριθ. 97/2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να ασκήσει έφεση κατά της με αριθ. 51/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, 14) με την με αριθ. 207/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 8.5.2014 για την αντίκρουση της από 26.10.2012 και με αριθ.
κατάθ. 273 /2012 αγωγής της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "topomet - ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία η τελευταία ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 49.980 ευρώ, 15) με την με αριθ. 134/2014 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί ενώπιον του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας κατά τη συζήτηση της από 12.5.2014 αίτησης του Ε.
Κ. για χορήγηση προσωρινής διαταγής αναστολής εκτέλεσης πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής σε βάρος του και 16) με την με αριθ. 217/2013 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του εναγομένου, του δόθηκε η εντολή να παραστεί κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 12.6.2014 για την αντίκρουση της από 1.4.2012 και με αριθ. κατάθ. 32/2013 αγωγής του Θ.
Μ. κατά του Δήμου Φιλιατών, με την οποία ο τελευταίος ζητούσε για τους εκεί λόγους την έντοκη καταβολή ποσού 80.427,30 ευρώ. Ότι σε εκτέλεση των ως άνω εντολών, αυτός παρέστη στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση των εν λόγω αγωγών, προέβη σε κατάθεση προτάσεων και εξέτασε μάρτυρες (στις ανωτέρω υπό στοιχεία 1, 2, 3, 6, 7, 12, 14 και 16 περιπτώσεις), άσκησε εμπρόθεσμα και νομότυπα εφέσεις κατά των εν λόγω αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αντίστοιχα (στις ανωτέρω υπό στοιχεία 4, 5, 8, 9, 10 και 13 περιπτώσεις), υπέβαλε ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης του μισθίου και καταβολής μισθωμάτων που έγινε δεκτή και εκδόθηκε η με αριθ. 2/2014 διαταγή του εν λόγω δικαστή (στην υπό στοιχείο 11 περίπτωση) και παρέστη κατά την εκδίκαση στις 4.6.2014 της αίτησης χορήγησης της προσωρινής διαταγής (στην υπό στοιχείο 15 περίπτωση).
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε την καταβολή των οφειλομένων σε αυτόν δικηγορικών αμοιβών για τις παρασχεθείσες από αυτόν εν λόγω δικαστικές εργασίες με βάση τα προβλεπόμενα από το ν. 4194/2013 όρια και το συνημμένο σε αυτόν Παράρτημα Ι, την οποία υπολόγισε χωριστά για κάθε δικαστική εργασία αυτού σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης στις υπό στοιχεία 1, 2, 3, 6, 7, 12, 14 και 16 περιπτώσεις (αντίκρουση αγωγών με την παράσταση αυτού στο δικαστήριο κατά τη συζήτηση και την κατάθεση προτάσεων) και στα εκεί αναφερόμενα σταθερά ποσά σύμφωνα με τις επί μέρους ρυθμίσεις του Παραρτήματος Ι στις λοιπές περιπτώσεις, το ύψος των οποίων (αμοιβών) ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 15.875,08 ευρώ, πλέον οφειλομένου ΦΠΑ με συντελεστή 23% συνολικού ύψους 3.651,27 ευρώ, καθώς και στις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την εκτέλεση των εντολών που του ανατέθηκαν, συνολικού ύψους 455 ευρώ και συνολικά ζήτησε το ποσό των 19.981,35 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας η με αριθ. 3/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, η οποία αφού έκρινε αυτήν νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις του ν. 4194/2013, 72 παρ. 1 εδ. ιε ν. 3872/2010 και 281 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία.
Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος Φιλιατών άσκησε την από 4.5.2016 και με αριθ. κατάθ. 10/4.5.2016 έφεση, αιτούμενος την απόρριψη της αγωγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλαμβανόμενο της έφεσης, αφού με συνοπτική αιτιολογία απέρριψε τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της έφεσης που αφορούσαν αντίστοιχα καταχρηστική άσκηση της αξίωσης του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος, παραβίαση εκ μέρους του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου του άρθρου 17 του ν. 2145/2003 και αοριστίας της αγωγής, διέλαβε επί της ουσίας της διαφοράς τις ακόλουθες κρίσιμες παραδοχές: "Τέλος και ως προς τους εναπομείναντες λόγους (3ο, 5ο, 6ο ) Έφεσης:
Οι δικηγορικές υπηρεσίες στον ενάγοντα [ήδη αναιρεσείοντα] ανατέθηκαν από την οικονομική επιτροπή του εναγομένου [ήδη αναιρεσίβλητου] πριν την ημερομηνία έναρξης του Ν. 4194/27.9.2013 (νέος Κώδικας περί Δικηγόρων), αλλά υπό το κράτος της ισχύος του προηγούμενου Κώδικα, ο οποίος όριζε τις ελάχιστες αμοιβές στο Παράρτημα αυτού για τις οποίες εκδόθηκαν και τα επικαλούμενα τιμολόγια.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 3 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 7 ν. 3801/2009, ΦΕΚ Α 163/4.9.2009 "Για την εξώδικη ή δικαστική αντιμετώπιση νομικών ζητημάτων, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία ή σπουδαιότητα και απαιτούν εξειδικευμένη νομική γνώση ή εμπειρία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με απόφαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου κατά παρέκκλιση των προηγουμένων παραγράφων, Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών".
Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 72 παρ 1 ιε του ν. 3852/2010 "η Οικονομική Επιτροπή είναι όργανο παρακολούθησης και ελέγχου της οικονομικής λειτουργίας του δήμου. Ειδικότερα έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες ... ιε) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου και για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας του, σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν το δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια.
Μπορεί επίσης να αναθέτει την παροχή γνωμοδοτήσεων, μόνο εφόσον δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αντιμισθία. Με απόφασή της είναι δυνατή, κατ' εξαίρεση, η ανάθεση σε δικηγόρο εξώδικου ή δικαστικού χειρισμού ανά υπόθεση, ζητημάτων τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα του δήμου και απαιτούν εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία.
Στις περιπτώσεις αυτές η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 281 του Κ.Δ.Κ." Εν προκειμένω δεν συμφωνήθηκαν μεγαλύτερες από τις ελάχιστες αμοιβές και δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία ανάθεσης, που προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις. Επομένως και σε εφαρμογή των ελαχίστων αμοιβών, που περιέχονται και στα επικαλούμενα τιμολόγια, θα πρέπει να επιδικασθούν στον ενάγοντα τα κάτωθι ποσά:
Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 13/3-12-13 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 15/3-12-13 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 14/3-12-13 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 16/16-12-13 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 159,90 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 17/16-12-13 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 159,90 ευρώ.
Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 18/28-12-13 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 19/28-1-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 23/4-3-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 170,97 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 24/4-3-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 170,97 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 25/4-3-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 170,97 ευρώ.
Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 26/28-3-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 170,97 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 27/1-4-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 29/25-4-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 170,97 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 32/13-5-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 33/6-6-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 97,17 ευρώ.
Σύμφωνα με το υπ' αριθ. 34/13-6-14 Τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών ποσό 269,37 ευρώ. Συνολικά το επιδικαστέο ποσό ανέρχεται στα 3.427,14 ευρώ. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη επιδικάζοντας όλο το αιτούμενο ποσό. Για το λόγο αυτό πρέπει κατά παραδοχή της κρινόμενης Έφεσης να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί και δικασθεί η ως άνω αγωγή του ενάγοντος - εφεσίβλητου, να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 3.427,41 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη που κάθε τιμολόγιο κατέστη απαιτητό, μέχρι εξοφλήσεως".
Στη συνέχεια το δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. 3/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας που είχε δεχθεί στο σύνολό της ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.427,41 ευρώ με βάση τα εκδοθέντα από τον ενάγοντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε τιμολόγιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση.
Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.2, 57 παρ. 1, 58 παρ. 1, 2, 3, 4 εδ. α, 63 παρ. 1 υποπ. i στοιχ. α, 68 παρ.1 και 84 παρ.1 εδ. α του ν. 4194/2013 σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Παραρτήματος Ι αυτού, 72 παρ. 1 εδ. ιε ν. 3852/2010, 281 παρ.1 ν. 3463/2006 και των άρθρων 648 επ. και 713 επ.
του ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση και παράλληλα στέρησε αυτήν νομίμου βάσεως, αφού παρόλο που δέχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούτο των κατά τον Κώδικα Δικηγόρων "ελαχίστων" αμοιβών, στη συνέχεια προέβη στην επιδίκαση κατ' ουσία των ποσών που αντιστοιχούσαν σε μέρος της δικηγορικής αμοιβής που προκαταβάλλεται υποχρεωτικά στον οικείο δικηγορικό σύλλογο (γραμμάτια προείσπραξης) με βάση τα εκδοθέντα από τον ενάγοντα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και παράλληλα ουδεμία διέλαβε αιτιολογία στην ελάσσονα πρόταση σχετικά με το αντικείμενο των επί μέρους εντολών που ανατέθηκαν στον ενάγοντα με αποφάσεις της Οικονομικής Επιτροπής του Δήμου, των επί μέρους ενεργειών στις οποίες προέβη (ή δεν προέβη) ο ενάγων προς υπεράσπιση των συμφερόντων του Δήμου σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων της Οικονομικής Επιτροπής (παράσταση σε δικαστήρια κατά την εκδίκαση αγωγών, κατάθεση προτάσεων για λογαριασμό του εναγομένου Δήμου, άσκηση ενδίκων μέσων κλπ) και του ύψους της αμοιβής που δικαιούτο ο ενάγων για καθεμία από τις παρασχεθείσες από αυτόν δικαστικές εργασίες, αναλόγως είτε με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, είτε σε σταθερό ποσό σύμφωνα με τις επί μέρους αντίστοιχες ρυθμίσεις του συνημμένου στο ν. 4194/2013 Παραρτήματος Ι.
Επομένως η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Συνακόλουθα, κατά παραδοχή των περί τούτου πρώτου και τρίτου λόγων αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος Δήμος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας αυτού (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 96/6.9.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, δικάσαντος ως Εφετείου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο Δήμο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ