Supreme Court dismisses appeal against bank loan restructuring ruling under Law 3259/2004 Article 39.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Piraeus's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to restructure loans for Aithrio A.E. and N. Ch. The court upheld the lower court's finding that the debt did not exceed the €2.2 million threshold for automatic restructuring under Article 39 of Law 3259/2004. Consequently, the bank was ordered to accept the restructuring request and pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39 of Law 3259/2004; Article 8 of Law 3723/2008: The court must apply the automatic loan restructuring mechanism when the total debt falls below the specified monetary limit, regardless of whether the debtor submitted a specific request for extrajudicial settlement prior to litigation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 143 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 143/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." (ΕΤΒΑbank), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΙΘΡΙΟ Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στην Σκιάθο Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα,
2) Ν. Χ. του Λ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μπουγιούκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-05-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4957/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 7266/2009 μη οριστική και 2250/2015 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/5/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Με την υπό κρίση 5027/437/29-5-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 2250/27-5-2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί της από 04-05-2006 αγωγής των αναιρεσίβλητων κατά της αναιρεσείουσας, μετά την εξαφάνιση με την 7266/2009 απόφαση του ίδιου Εφετείου, κατά παραδοχή της από 15-12-2008 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της 4957/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την αγωγή και τη διαταγή στη συνέχεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Το ανωτέρω Δικαστήριο, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ανυπαρξία οφειλής της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, από τις σ' αυτήν αναφερόμενες δύο (2) δανειακές- συμβάσεις, βάσει του επανακαθορισμού της κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3Β εδαφ.δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, όπως ίσχυε, πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
[Β] Με το άρθρο 30 του ν. 2789/2000 "Προσαρμογή του ελληνικού δικαίου προς την οδηγία αριθ. 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19.5.1998 και λοιπές διατάξεις", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 47 του ν. 2873/2000 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 και 3 του ν. 2912/2001 ορίζεται ότι:
"§1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31-12-2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού.
§2 Όλες οι καταβολές που έχουν γίνει οποτεδήποτε ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, μετά τη λήψη του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, υπό των οφειλετών ή τρίτων χάριν αυτών, αφαιρούνται από η συνολική οφειλή, όπως αυτή θα προσδιορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος. Το αυτό ισχύει και για εισπραχθέντα από τα πιστωτικά ιδρύματα ποσά από διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, τηρουμένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του ΚΠολΔ. Καταβληθέντα οποτεδήποτε ποσά, ανεξαρτήτως ύψους από τους οφειλέτες ή τρίτους είτε εκουσίως, είτε κατόπιν συμφωνίας ή οποιασδήποτε ρύθμισης, είτε συνεπεία διαδικασιών ατομικής ή συλλογικής εκτέλεσης, δεν αναζητούνται σε καμία περίπτωση και για καμία αιτία.
[...]
§6. Τα πιστωτικά ιδρύματα με τους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 5 του παρόντος δύνανται να συμφωνούν με τους οφειλέτες τους όρους και τρόπο εξόφλησης των οφειλών που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 2.
[...]
§12. Δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου: α)..., β)..., γ)... δ) απαιτήσεις εκ δανείων ή πιστώσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα επτακόσια πενήντα εκατομμύρια (750.000.000) δραχμές, όπως οι απαιτήσεις αυτές έχουν διαμορφωθεί την 31.12.1999 με υπολογισμό της οφειλής σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 2601/1998 κατά τράπεζα, δηλαδή αφαιρουμένων των τόκων εξ ανατοκισμών".
Ακολούθησε ο ν. 3259/2004, που ισχύει από 04-08-2004, με το άρθρο 39 του οποίου ορίζονται τα εξής:
"§1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου.
§2. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
§3. Παρέλευση της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου άπρακτης ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω [...].
§4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. Μη εμπρόθεσμη υποβολή αίτησης κατά τα προαναφερθέντα ή καθυστέρηση στην εξόφληση δόσης που έχει συμφωνηθεί με τη ρύθμιση πέραν των ενενήντα (90) ημερών παρέχει το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να αρχίσει ή να συνεχίσει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της ανεξόφλητης οφειλής [...].
§6. Οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου πρέπει να συνομολογούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα εντός της προθεσμίας των ενενήντα (90) ημερών από την εμπρόθεσμη καταβολή της αίτησης [...].
§12. Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 παρ. 1 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ.1 του ν. 2912/2001. Συγκεκριμένα, με τις ως άνω διατάξεις του νεότερου νόμου (3259/2004) περιορίστηκε το οριζόμενο ως ανώτατο όριο του τετραπλασίου των απαιτήσεων, που οριζόταν με τις διατάξεις του προηγούμενου (ήτοι του άρθρου 30 του 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001) στο τριπλάσιο αυτών, χωρίς όμως να καταργηθούν οι λοιπές με το νόμο αυτό διαβαθμίσεις των απαιτήσεων, ως προς το πολλαπλάσιο αυτών, ανάλογα με το χρόνο σύναψης των πιστωτικών συμβάσεων ή το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, αφού οι σχετικές διατάξεις των άρθρων 30 παρ.1 του ν. 2789/2000 και 42 του ν. 2912/2001 δεν έχουν χρονικά περιθώρια εφαρμογής ούτε βέβαια αποκλείστηκαν από τη ρύθμιση οι οφειλές που δεν υπερβαίνουν το τριπλάσιο της πίστωσης (ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 1280/2017, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 345/2013). Έτσι, τα διαφορετικά πολλαπλάσια των απαιτήσεων εξακολουθούν να ισχύουν, με όριο το τριπλάσιο αυτών και να εφαρμόζονται παραλλήλως και μετά το ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παράγραφο 12 του άρθρου 39 του νόμου αυτού.
Συνεπώς, ως πολλαπλάσιο ισχύει και το διπλάσιο της οφειλής, όταν οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν από 01-01-1991 μέχρι 31-12-2000. Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων όσον και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου ως άνω νόμου, στη βελτίωση των μέχρι τότε ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβαρύνσεως των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη, σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρυθμίσεως ως προς το συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, ανάλογα με το χρόνο συνάψεως των σχετικών συμβάσεων δανεισμού ή οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 763/2019, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 345/2013, ΑΠ 842/2012).
Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί, υπό τη ρητή επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του ίδιου άρθρου. Στην πρώτη απ' αυτές (παρ. 4), ορίζεται σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων, το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31η-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τα 400.000 ευρώ.
Η διάταξη αυτή θέτει δύο (2) αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή, της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείστηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους, κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου, οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή, εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ.
Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των "μεγαλοοφειλετών", είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' του ν. 2789/2000, για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δρχ. ή 2.201.000 ευρώ. Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ.
α της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Η αντίθετη άποψη, ότι, δηλαδή, η εισαγόμενη με την παρ. 4 εξαίρεση είναι θετικά διατυπωμένη και σημαίνει ότι, για την εφαρμογή της παρ. 1, αρκεί να πληρούται η μία από τις δύο θετικά διατυπωμένες ως άνω προϋποθέσεις, δεν βρίσκει έρεισμα στο σαφές γράμμα της παρ. 4, αλλά και στο σκοπό του νομοθέτη. (ΑΠ 424/2020, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 1549/2013, ΑΠ 782/2009).
Από το πλέγμα των ως άνω διατάξεων καταδεικνύεται ότι ο νομοθέτης, με την ψήφιση των ως άνω νόμων, είχε ως σκοπό την επίλυση του έντονου κοινωνικού και οικονομικού προβλήματος μεγάλου αριθμού δανειοληπτών, οι οποίοι βρίσκονταν σε αδυναμία να ανταποκριθούν στην υπέρμετρη αύξηση των δανειακών τους υποχρεώσεων στα πιστωτικά ιδρύματα, εξαιτίας του σχεδόν ελεύθερου εκτοκισμού τόκων και των υψηλών επιτοκίων (συμβατικών ή υπερημερίας).
Ο νόμος 2789/2000 αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα νομοθετικής αντιμετώπισης του ανωτέρω προβλήματος. Με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ως άνω νόμου, όπως ισχύει, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και του άρθρου 39 του νεότερου νόμου 3259/2004, ο νομοθέτης καθιέρωσε ένα σύστημα αυτόματου ex lege υποχρεωτικού για τις δανείστριες τράπεζες περιορισμού των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών προς αυτές οφειλών, οι οποίες προέρχονταν από συνομολογημένα δάνεια και πιστώσεις, υπό τη συνδρομή συγκεκριμένων προϋποθέσεων και με τη λήψη ορισμένων σταθερών συντελεστών.
Εγκαθιδρύθηκε, δηλαδή, υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των οφειλών προς αυτά, των προερχόμενων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων και αλληλόχρεων λογαριασμών, που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου, ήτοι την 4η-08-2004, ώστε η εκάστοτε οφειλή να μην υπερβαίνει τα οριζόμενα στο νόμο αυτό όρια.
Η ρύθμιση, δηλαδή, των οφειλών χωρεί αυτοδικαίως από το νόμο, με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται συμφωνία των μερών ή παρεμβολή του δικαστηρίου για τον προσδιορισμό του ύψους της οφειλής, εφόσον συντρέχουν οι υπό των ως άνω διατάξεων τεθείσες προϋποθέσεις (ΟλΑΠ 2/2016). Από τη γραμματική διατύπωση της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, με την οποία καθορίζονται οι δύο αρνητικές προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων αποκλείει τον εκ της διατάξεως της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου επανακαθορισμό των οφειλών, συνάγεται ότι στην περίπτωση περισσότερων δανειακών συμβάσεων ή πιστώσεων το όριο των 400.000 ευρώ πρέπει να υπολογιστεί αυτοτελώς, δηλαδή, με βάση το "αρχικό κεφάλαιο" εκάστου ληφθέντος δανείου και όχι από την άθροιση των κεφαλαίων όλων των ληφθέντων δανείων ή πιστώσεων, που ο δανειολήπτης έλαβε από το ίδιο πιστωτικό ίδρυμα.
Η διατύπωση αυτή σαφώς αντιδιαστέλλεται από αυτήν της ίδιας διάταξης, που αφορά στην πρώτη αρνητική προϋπόθεση, ήτοι στο σύνολο των "απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων", όπως είχαν συνομολογηθεί κατά την ισχύ του ν. 2789/2000 και είχαν διαμορφωθεί στις 31-12-1999, κατά το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό ή λοιπά έξοδα), οι οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν, κατά την ως άνω ημερομηνία το ποσό των 2.201.000 ευρώ (ΑΠ 117/2005).
Εξάλλου, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 77 του Συντάγματος, ορίζεται ότι "η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία", ενώ με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευση του", αποκλείοντας έτσι την αναδρομικότητα του "ψευδοερμηνευτικού" νόμου.
Το δικαίωμα που παρέχεται με την ως άνω συνταγματική διάταξη στη νομοθετική εξουσία για έκδοση ερμηνευτικών νόμων, υφίσταται μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία ο ερμηνευόμενος νόμος είναι ασαφής και, λόγω της ασάφειάς του, προέκυψαν ή μπορούσαν να προκύψουν διαφωνίες στη νομική επιστήμη ή στα δικαστήρια για την αληθή έννοιά του.
Την ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής, δηλαδή, της ανάγκης ερμηνείας, οπότε η ισχύς του ερμηνευτικού νόμου ανατρέχει στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος του ερμηνευόμενου νόμου, δικαιούνται να ελέγξουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 1, 2/2014, ΟλΑΠ 22/1997, ΟλΑΠ 10/1990). Έτσι, κατ' εφαρμογή της ως άνω συνταγματικής διατάξεως, ενόψει των ερμηνευτικών προβλημάτων και των διακυμάνσεων που είχαν ανακύψει στη νομολογία, στη νομική επιστήμη, αλλά και στην πράξη, μεταξύ δανειοληπτών και δανειστριών τραπεζικών εταιρειών, με τον αποκλεισμό οφειλετών από τις ευεργετικές ρυθμίσεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2006, ο νομοθέτης πρόσθεσε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3723/2008, στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, ορίζοντας ότι: "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31-10-1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".
Ο χαρακτήρας της διάταξης αυτής, ήτοι της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008, ως γνήσιας ερμηνευτικής (και όχι "ψευδοερμηνευτικής") προκύπτει από το ότι με αυτή δεν αντικαθίσταται η προηγούμενη διάταξη, αλλά, όπως ρητώς αναφέρεται στο κείμενο της, αποδίδεται με αυτήν "η αληθής έννοια" της προγενέστερης διάταξης, ενώ δεν μεταβλήθηκαν ούτε τα υποκείμενα, που μπορούσαν να ζητήσουν την υπαγωγή τους στη ρύθμιση της ερμηνευόμενης διάταξης ούτε κάποια από τις λοιπές προϋποθέσεις αυτής και, συνεπώς, ανατρέχει αναδρομικά στο χρονικό σημείο έναρξης της ισχύος της ερμηνευόμενης διάταξης, ήτοι στις 04-08-2004 και καλύπτει εξυπαρχής το περιεχόμενο της.
Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι με τη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "οι οφειλέτες ή εγγυητές που αποκλείστηκαν από την υπαγωγή τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, λόγω διαφορετικής ερμηνείας της διάταξης του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 39, διατηρούν το δικαίωμα να ζητήσουν την υπαγωγή των οφειλών τους στις ρυθμίσεις του ν. 3259/2004, υπό τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου αυτού, με αίτησή τους, την οποία θα πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".
Και τούτο διότι, με τη διάταξη αυτή, ο νομοθέτης αποβλέπει στην ταχεία διεκπεραίωση των εκκρεμουσών σχετικών υποθέσεων, προς όφελος αμφοτέρων των μερών, εφόσον, βεβαίως, οποιοδήποτε εξ αυτών δεν είχε προσφύγει δικαστικώς προς επίλυση της διαφοράς, πριν από την έκδοση του ως άνω ερμηνευτικού νόμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το δικαστήριο, στην απόφασή του, χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο ερμηνευτικό εργαλείο, για την απόδοση της ορθής ερμηνείας του ως άνω ερμηνευόμενου νόμου, στον οποίο πρέπει να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως.
Ο από το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΟλΑΠ 36/1988). Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως, σε συνδυασμό με την υπαγωγή τους καθιστούν προφανή την παραβίαση.
[Γ] Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή, αφού εκτίμησε το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα:
"Η πρώτη ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΙΘΡΙΟ ΑΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ" συστήθηκε το έτος 1987, με έδρα το Δήμο … του νομού Μαγνησίας και αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση τουριστικών και ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της και με σκοπό την ανέγερση και στη συνέχεια επέκταση ξενοδοχειακής μονάδας στη Σκιάθο, η ενάγουσα κατήρτισε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΕ (ΕΤΒΑ ΑΕ)" καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", (1) την από 27-07-1987 (κωδ. 4578/25) ιδιωτική δανειακή σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, σε συνδυασμό με τη με αριθμό .../28.7.1987 πράξη παροχής υποθήκης του συμβολαιογράφου Βόλου Γ.
Καλομέρα, ύψους 116.970.000 δραχμών (ή 343.272,19 ευρώ) με σκοπό τη μερική κάλυψη των δαπανών ανέγερσης ξενοδοχειακής μονάδας [...] , (2) την από 23-03-1989 (κωδ. .../24) ιδιωτική δανειακή σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου, σε συνδυασμό με τη με αριθμό .../27.3.1989 πράξη παροχής υποθήκης του ως άνω συμβολαιογράφου, ύψους 44.130.000 δραχμών (ή 129.508,44 ευρώ) με σκοπό τη μερική κάλυψη των δαπανών υπερβάσεων προσθέτων έργων της ανεγειρόμενης ξενοδοχειακής μονάδας.
Τα παραπάνω τοκοχρεωλυτικά δάνεια που εκταμιεύτηκαν από την εναγομένη έως τις 30-06-1989 και 30-11-1989, αντίστοιχα, ασφαλίστηκαν με τις εμπράγματες ασφάλειες που αναφέρονται στα σχετικά με την παροχή τους έγγραφα, την πλήρη δε εκπλήρωση αυτών εγγυήθηκε ατομικά ο δεύτερος ενάγων. Ενόψει του ότι τα παραπάνω δύο δάνεια δεν εξυπηρετήθηκαν κανονικά, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων τα από 31-04-1995 και 23-12-1997 ιδιωτικά συμφωνητικά ρύθμισης οφειλών, με τα οποία συμφωνήθηκε η ρύθμιση των παραπάνω δανείων για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών.
Ακολούθως, οι ως άνω οφειλές υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001 και μετά τον επαναπροσδιορισμό τους ανήλθαν (με valeur της 09-05-2001) στο συνολικό ποσό των 342.881.971 δραχμών (ή 1.006.256,17 ευρώ), δηλαδή, για μεν το πρώτο δάνειο (κωδ. 4578/25) ποσό 762.531,79 ευρώ, για δε το δεύτερο δάνειο (κωδ. .../24) ποσό 243.724,39 ευρώ.
Αποδείχθηκε συνεπώς, δεδομένης της υπαγωγής εκ μέρους της εναγομένης των οφειλών από τα ένδικα δάνεια στις αμέσως παραπάνω διατάξεις ότι η ενάγουσα πιστούχος εταιρεία διέθετε τις προς τούτο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα ότι οι απαιτήσεις της εναγομένης, όπως είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.1999, δεν υπερέβαιναν το ποσό των 750.000.000 δραχμών (ή 2.201.027,15 ευρώ και κατά στρογγυλοποίηση 2.201.000 ευρώ).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τα παραπάνω δάνεια, παρά τον άνω, κατ' άρθρο 30 ν. 2789/2000, επαναπροσδιορισμό τους, δεν εξυπηρετήθηκαν κανονικά, λόγος για τον οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, η από 23-09-2003 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με την οποία συμφωνήθηκε η ρύθμιση αυτών προς διευκόλυνση της πρώτης ενάγουσας για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων και άληκτων οφειλών.
Στην παράγραφο 10 της ως άνω από 23-09-2003 σύμβασης ρύθμισης οφειλών, ορίστηκε ρητά ότι κατά δήλωση των συμβαλλομένων μερών, η σύμβαση δεν αποτελεί ανανέωση χρέους ούτε ενοποίηση δανείων σε ενιαίο σύνολο, αλλά διευκόλυνση εξυπηρετήσεως περισσότερων δανείων, καθένα από τα οποία διατηρεί την αυτοτέλειά του και ρυθμίζει απλώς, τον τρόπο εξοφλήσεως των πιο πάνω δανείων.
Στις 01-09-2004, η ενάγουσα επικαλούμενη ολοσχερή εξόφληση των απαιτήσεων από τα ένδικα δάνεια, ζήτησε με σχετική επιστολή της προς την εναγομένη, την υπαγωγή των οφειλών της στο ν. 3259/2004 και τον επαναπροσδιορισμό τους με βάση το άρθρο 39 του νόμου αυτού. Δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη από τις ένδικες δανειακές συμβάσεις τα αρχικά κεφάλαια, δηλαδή τα χρηματικά ποσά που έλαβε η πιστούχος ενάγουσα κατά τη σύναψη υπογραφή των δανείων και τα οποία ανεξαρτήτως του ύψους ή του πλήθους των χορηγήσεων στο πλαίσιο πρόσθετων δανειακών πράξεων παραμένουν, κατά τους ορισμούς της οικονομικής επιστήμης, πλήρως ανεπηρέαστα, υπερέβαιναν το ποσό των 400.000 ευρώ, που ορίστηκε με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ως ανώτατο όριο του αρχικού κεφαλαίου, δεν συνέτρεχε καμία από τις διαζευκτικά διατυπωμένες αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων (αφού αρχικό κεφάλαιο εκάστου δανείου κάτω των 400.000 ευρώ και απαίτηση όχι μεγαλύτερη από 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικού τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα) ώστε η εναγομένη, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των υπόψη δεδομένων, αρνήθηκε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου 250/25.11.2004 επιστολή της Δ/νσης Ειδικών Πιστώσεων, να υπαγάγει την πιστούχο ενάγουσα στις άνω διατάξεις, ισχυρισθείσα ότι το αρχικώς δανεισθέν κεφάλαιο της, όπως αυτό προέκυπτε από άθροισμα των ανωτέρω κεφαλαίων, υπερέβαιναν το ποσό των 400.000 ευρώ και προσδιόρισε την οφειλή της πιστούχου στο ποσό των 317.685,79 ευρώ.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι την 04-08-2004, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε εφαρμογή ο ν. 3259/2004 και λαμβανομένου υπόψη του αθροίσματος των αρχικών κεφαλαίων των δύο δανείων το οποίο ανέρχεται (άθροισμα) σε 472.780,63 ευρώ Χ 3 (το τριπλάσιο του αθροίσματος των ληφθέντων δανείων)= 1.418.341,89 ευρώ - 1.992.056,28 ευρώ (καταβολές της ενάγουσας οφειλέτιδος έως 4.8.2004) = -573.714,39 ευρώ (πιστωτικό υπόλοιπο), η ενάγουσα κατέβαλε πλέον των οφειλομένων, το χρηματικό ποσό των 573.714,39 ευρώ, πλέον δε τούτου και εξ αιτίας της αρνήσεως της εναγομένης να την υπαγάγει μετά τις 04-08-2004 σε τέσσερις επί πλέον αχρεώστητες καταβολές, ύψους 378.391,05 ευρώ.
Αποδείχθηκε, συνεπώς ότι οι ένδικες οφειλές της ενάγουσας ήταν ανακαθοριστέες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004 και ότι, με βάση τον παραπάνω ανακαθορισμό, δεν απέμεινε υπόλοιπο οφειλής της προς την εναγομένη".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ως προς το πρώτο αίτημα αυτής, ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε την ανυπαρξία οφειλής προς την εναγομένη από τις ανωτέρω δύο συμβάσεις. Έτσι, που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Εξάλλου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέδωσε το αληθές περιεχόμενο της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, όπως αυτό καθορίστηκε, προς άρση κάθε αμφισβήτησης, με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008, η οποία, ως γνήσια ερμηνευτική, έχει αναδρομική ισχύ και ανατρέχει στο χρόνο έναρξης της ισχύος της ερμηνευόμενης διάταξης της παρ. 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.
Η μη υποβολή εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων σχετικής αίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008, δεν ασκεί έννομη συνέπεια, καθόσον αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς, τέθηκε δε σε ισχύ, ως εκ του χρόνου ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού, μετά την άσκηση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.
Περαιτέρω, το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις στην επίδικη περίπτωση, καθόσον διαπίστωσε, με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τη μη συνδρομή αμφότερων των αρνητικών περιπτώσεων της διατάξεως της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004 και συγκεκριμένα, αφενός μεν ότι το σύνολο των απαιτήσεων της αναιρεσείουσας κατά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, την καταβολή των οποίων είχε εγγυηθεί ο δεύτερος εξ αυτών, όπως είχαν διαμορφωθεί, στις 31-12-1999, κατά κεφάλαιο και συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, δεν υπερέβαιναν το ποσοτικό όριο των 2.201.000 ευρώ, αφετέρου ότι το αρχικό κεφάλαιο εκάστου δανείου, αυτοτελώς, δεν υπερέβαινε τις 400.000 ευρώ και συνεπώς η αναιρεσίβλητη όφειλε να δεχθεί την από 01-09-2004 αίτηση των αναιρεσιβλήτων - δανειοληπτών και να προβεί άμεσα στον επανακαθορισμό των απαιτήσεών της κατ' αυτών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 3259/2004.
Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το ποσοτικό όριο των 400.000 ευρώ αφορά στο άθροισμα του αρχικού κεφαλαίου και των δύο δανειακών συμβάσεων, που είχε συνάψει με την πρώτη των αναιρεσιβλήτων καθώς και ότι η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 3723/2008 δεν είναι πράγματι ερμηνευτική, σε κάθε περίπτωση δε ότι αυτή δεν πρέπει να εφαρμοστεί, λόγω μη υποβολής σχετικής αιτήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, είναι αβάσιμες.
Πρέπει, εντεύθεν, ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι αναιρετικοί λόγοι, που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Κατόπιν αυτών, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Γ του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 5027/437/29-5-2018 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ETAIPEIA ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της 2250/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ