Legislator Case Law & Legislation
143/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second-instance dismissal of labor fee dispute, remanding for further trial.

Case Number 143/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a labor fee dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected the claim as legally unfounded despite a prior order requiring the submission of specific tax documents. The court found this argument baseless but agreed that the lower court erred in dismissing the claim entirely, ruling that the claim was legally admissible only for the period after October 20, 2003.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 178, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court's dismissal of a claim is procedurally flawed regarding the scope of admissibility, remanding the case for further examination of the specific disputed period while awarding costs to the losing party.

Keywords

AI generated
labor fee dispute partial appeal allowance remittal for retrial legal admissibility costs allocation second instance dismissal procedural error

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 178 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 143 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 143/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Μούζουλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 6155/2014 μη οριστική και 2317/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/9/2017 αίτησή του και τους από 20/3/2018 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, καθώς και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.9.2017 και με αριθ. κατάθεσης 7239/….2/9.10.2017 αίτηση αναίρεσης και τον από 20.3.2018 και με αριθ. κατάθ. 34/21.3.2018 δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 2317/12.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων αυτών.

Με την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 26.3.2013 και με αριθ. κατάθ. 1510/27.3.2013 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", της οποίας η επωνυμία, πριν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, μεταβλήθηκε από 28.6.2018 σε "..." (αρ.

καταχ. 1412324 στο Γ.Ε.ΜΗ), εξαφάνισε την υπ' αριθ. 13/4.2.2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 29.6. 2011 και με αριθ. κατάθ. 11….0/302/1.7.2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, και στη συνέχεια απέρριψε την ως άνω αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε (ως χωρίς αντικείμενο πλέον) η από 27.3.2013 και με αριθ.

κατάθ. …29/28.3.2013 αντίθετη έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και ο με τις προτάσεις αυτού ασκηθείς πρόσθετος λόγος έφεσης, με τους οποίους αυτός παραπονείτο για τη μερική απόρριψη της αγωγής του ως αβάσιμης κατ' ουσία και ως παραγεγραμμένη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ζητούσε την παραδοχή αυτής στο σύνολό της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Επίσης ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21 Μαρτίου 2018 και επίδοση αυτού στις 22 Μαρτίου 2018 στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, όπως προκύπτει από την με αριθμό 10…./22.3.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Λ., ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24ης Απριλίου 2018 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων στα άνω δικόγραφα λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, ως έκφραση της κατοχυρωμένης και από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας.

Σύμφωνα με την ως άνω αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για την κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε περιεχόμενο επιθυμούν, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο και να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (ΑΠ 1519/2013, ΑΠ 1936/2008, ΑΠ 228/2007).

Επομένως, στο πλαίσιο αυτό οι συμβαλλόμενοι μπορούν να καθορίσουν ως περιεχόμενο της μεταξύ αυτών σύμβασης, ρυθμίσεις από κανονιστικές διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, οι οποίες δεν θα είχαν άλλως εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση (σχετ. ΑΠ 392/1993), οπότε οι ρυθμίσεις αυτές καθίστανται συμβατικοί όροι της μεταξύ των μερών καταρτισθείσας σύμβασης.

Τέτοιες ρυθμίσεις είναι και εκείνες που περιέχονται στην κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 1579/1985 (ΦΕΚ Α 217) εκδοθείσα υπ' αριθ. Υ4ε/6424/2001 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 1184/11.9.2001), που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, με την οποία καθορίσθηκαν με το άρθρο 1 αυτής τα νοσήλια του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και των ιδιωτικών κλινικών για επεμβάσεις ανοικτής καρδίας με ή χωρίς εξωσωματική κυκλοφορία, σε ασφαλισμένους του Δημοσίου, ΙΚΑ, ΟΓΑ και λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών στο ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών (8.804 ευρώ).

Με το άρθρο 3 εδ. β της ιδίας ΚΥΑ ορίσθηκε ότι σε περίπτωση θανάτου του ασθενούς εντός του χειρουργείου καταβάλλονται τ' αναφερόμενα στην εν λόγω διάταξη έξοδα, μεταξύ των οποίων και η αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας που ορίσθηκε στο ποσό των εννιακοσίων χιλιάδων (900.000) δραχμών (2.641 ευρώ). Επομένως ναι μεν με την ως άνω ΚΥΑ καθορίζεται το ύψος των νοσηλίων που υποχρεούται να καταβάλει το Δημόσιο και οι λοιποί ασφαλιστικοί φορείς στις ιδιωτικές κλινικές ή το Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο για τη νοσηλεία και παροχή πάσης φύσεως ιατρικών υπηρεσιών για επεμβάσεις ανοικτής καρδίας που πραγματοποιήθηκαν σε νοσηλευομένους εκεί ασθενείς και δεν αφορά το ύψος της αμοιβής που οφείλουν να καταβάλουν οι ιδιωτικές κλινικές κλπ στους ιατρούς που συνδέονται με αυτές με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή με άλλης μορφής σύμβαση, με συνέπεια να μην είναι υποχρεωμένες αυτές, δυνάμει της ρύθμισης αυτής, να καταβάλουν στους ιατρούς το οριζόμενο στην εν λόγω ΚΥΑ τιμολόγιο αμοιβής των (ΑΠ 118/2009, ΑΠ 1006/2004), πλην όμως ο ιατρός και η κλινική, στο πλαίσιο της συνδέουσας αυτούς συμβατικής σχέσης, είναι καθόλα ελεύθεροι να συμφωνήσουν (άρθ. 361 του ΑΚ) ότι ο ιατρός θα λαμβάνει (επί πλέον) ως αμοιβή από την κλινική το αντίστοιχο ποσό που ορίζεται στην εν λόγω ΚΥΑ στο σύνολο ή κατά ένα μέρος του.

Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 371 του Α.Κ. ορίζεται ότι αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση και ότι αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο.

Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει επίσης από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτο, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.

Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και να υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ' έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ' άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.

Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, ένα ή περισσότερους (ΑΠ 1769/2017, ΑΠ 162/2017, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 403/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή ή μη σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Ο ανωτέρω από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο γεγονότα αναγκαία για τη κατά νόμο θεμελίωση αυτής (ΑΠ 1017/2017, ΑΠ 679/2016, ΑΠ 320/2016, ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 443/2011, ΑΠ 480/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 29.6.2011 και με αριθ.

κατάθ. 119320/302/2011 αγωγή, την οποία ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι τυγχάνει ιατρός, κάτοχος νόμιμης άδειας άσκησης ιατρικού επαγγέλματος, με την ειδικότητα του καρδιοχειρουργού, έχοντας την αναλυτικά αναγραφομένη στην αγωγή προϋπηρεσία.

Ότι από τον Φεβρουάριο του έτους 2003 έως και τον Μάρτιο του έτους 2011, οπότε λύθηκε με καταγγελία από την εναγομένη η μεταξύ τους σύμβαση, παρείχε τις υπηρεσίες του ως ιατρός, με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αόριστης διάρκειας, στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ", που διατηρεί ιδιωτική κλινική στο ... επί της λεωφόρου …. αριθ. …και …., ως επικεφαλής του τότε συσταθέντος καρδιοχειρουργικού τμήματος της εναγομένης. Ότι με βάση τον όρο 5 του μεταξύ των μερών καταρτισθέντος από 20.10.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε ότι, πέραν της αμοιβής που θα κατέβαλε ο ασθενής απευθείας στον ιατρό και την κλινική, το ύψος της οποίας θα καθόριζε κυριαρχικά ο καθένας για λογαριασμό του, χωρίς ανάμειξη του άλλου, η κλινική θα αποδίδει στον ιατρό και την ομάδα που θα μετέχει στις επεμβάσεις και το ποσό για τη συγκεκριμένη χειρουργική επέμβαση που καθορίζεται κάθε φορά από το οικείο ΦΕΚ, εφόσον θα έχει εισπραχθεί το ποσό αυτό είτε από τον ασθενή, είτε από τον ασφαλιστικό του φορέα.

Ότι με βάση τον όρο αυτό συμφωνήθηκε επίσης ότι τα ποσά που κάθε φορά καθορίζονται στο ΦΕΚ θα ισχύουν, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά, ότι τα ποσά αυτά θα αποδίδονται από την κλινική στο τέλος κάθε μήνα στον ιατρό και την ομάδα του με βάση τα προκαθοριζόμενα από τον ιατρό ποσά ή ποσοστά κάθε μέλους, ότι προς τούτο ο ιατρός θα παραδίδει στο λογιστήριο στην αρχή κάθε έτους ή σε κάθε μεταβολή κατάλογο με τα ονοματεπώνυμα των μελών της ομάδας του και τα ποσά ή ποσοστά που θα λαμβάνει έκαστος και ότι με βάση την κατάσταση αυτή το λογιστήριο θα αποδίδει στον καθένα τα ποσά που του αναλογούν.

Ότι κατά το ένδικο διάστημα που διήρκεσε η μεταξύ των μερών συμβατική σχέση ίσχυε η με αριθ. 6424/2001 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β 1184/9.11.2001), με την οποία η τιμή πακέτου νοσηλείας για καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, που ήταν καταβλητέα από το Δημόσιο και τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς είχε διαμορφωθεί σε 8.804 ευρώ, εκ των οποίων 2.641 ευρώ αφορούσαν τη συνολική αμοιβή της εκάστοτε συμμετέχουσας καρδιοχειρουργικής ομάδας.

Ότι ο ίδιος είχε καθορίσει και ανακοινώσει στην εναγομένη ότι από το ποσό της ως άνω συνολικής αμοιβής της καρδιοχειρουργικής ομάδας για κάθε επέμβαση, το ποσό των 1.741 ευρώ θα καταβαλλόταν στον ενάγοντα ως προσωπική του αμοιβή, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 900 ευρώ θα καταβαλλόταν κατά την αναλογία του σε καθένα από τα υπόλοιπα μέλη της καρδιοχειρουργικής ομάδας.

Ότι σε όλες τις περιπτώσεις η κάλυψη του πακέτου των νοσηλίων γινόταν απ' ευθείας από τα ασφαλιστικά ταμεία ή τις ασφαλιστικές εταιρείες των νοσηλευομένων ασθενών, εφόσον υπήρχαν μεταξύ των εν λόγω ασφαλιστικών φορέων και της εναγομένης κλινικής απ' ευθείας συμβάσεις, ή στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν απ' ευθείας συμβάσεις, τα ποσά αυτά καταβάλλονταν στην κλινική απ' ευθείας από τους ασθενείς, οι οποίοι στη συνέχεια εισέπρατταν τα χρήματα από τους ασφαλιστικούς των φορείς.

Ότι καθόλο το διάστημα της συνεργασίας του με την εναγομένη κλινική από τις 11.2.2003 έως τις 28.3.2011, ο ενάγων πραγματοποίησε συνολικά 1.202 καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις ασθενών στην εν λόγω κλινική, όπως αυτές λεπτομερώς διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο, πλην όμως η εναγομένη κατά πάγια πρακτική δεν του κατέβαλε το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής του από 1741 ευρώ (και από 1441 ευρώ σε 16 καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, όπου ως βοηθός του συμμετείχε και δεύτερος ιατρός), αλλά για 1017 συνολικά καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις που πραγματοποίησε κατά το διάστημα από 11.2.2003 έως 10.2.2010 κατέβαλε μέρος αυτής, ενώ για 185 συνολικά καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις που πραγματοποίησε από 28.3.2003 έως 28.3.2011 δεν του κατέβαλλε καμία αμοιβή.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις αμοιβές του αυτές το συνολικό ποσό των 884.542,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, εντός του οποίου τα νοσήλια καταβλήθηκαν στην εναγομένη (είτε από τα ασφαλιστικά ταμεία, είτε από τους ίδιους τους ασθενείς), άλλως από την επίδοση αυτής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων σε πρώτο βαθμό η με αριθ. 13/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τις αξιώσεις του ενάγοντος των ετών 2003, 2004 και 2005, με το σκεπτικό ότι αυτές είχαν υποπέσει στην από το άρθρο 250 αριθ. 10 του ΑΚ προβλεπόμενη πενταετή παραγραφή, κατά παραδοχή σχετικής ένστασης της εναγομένης, κατά τα λοιπά δέχθηκε κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 593.894 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τους διαδίκους αντίθετες εφέσεις και επί πλέον ο ενάγων, ως εκκαλών άσκησε με τις προτάσεις του και πρόσθετο λόγο έφεσης. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 6155/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης κατά το άρθρου 254 του ΚΠολΔ προκειμένου να προσκομισθούν με την επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων επικυρωμένα αντίγραφα από όλες τις ευρισκόμενες στην κατοχή της εναγομένης επίσημες φορολογικές καρτέλες των εγχειρισθέντων ασθενών του ενάγοντος, καθώς και όλες τις ευρισκόμενες στην κατοχή της εναγομένης προσωπικές καρτέλες των ασθενών του ενάγοντος.

Η υπόθεση επαναφέρθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με δύο κλήσεις του ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσίβλητου και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η οποία έκρινε στο πλαίσιο του κατ' άρθρο 522 του ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 26.3.2013 και με αριθ.

κατάθ. 1510/27.3.2013 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και χωρίς ειδικό παράπονο της τελευταίας ότι η ως άνω αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με τέτοιο όμως περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων, ενώ επικαλείται σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών με την εναγομένη, στα πλαίσια της οποίας διενήργησε τις σ' αυτήν αναφερόμενες χειρουργικές επεμβάσεις, ζητεί να του επιδικασθεί η καθοριζομένη από την προαναφερθείσα ΚΥΑ 6424/2001 (ΦΕΚ Β' 1184/11 - 9 - 2001) ως οφειλόμενη αμοιβή, το οποίο όμως δεν θεμελιώνεται στο νόμο, αφού μ' αυτήν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν καθορίσθηκε νόμιμη αμοιβή των καρδιοχειρουργών, χωρίς μάλιστα ο ενάγων να επικαλείται άλλη ειδική συμφωνία περί της αμοιβής του, πράγμα αναγκαίο, εφόσον σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, με την εν λόγω Κοινή Υπουργική Απόφαση καθορίζεται το ύψος των νοσηλίων, που πρέπει να καταβάλει το Δημόσιο ή άλλος ασφαλιστικός οργανισμός στα νοσοκομεία ή κλινικές που είναι συμβεβλημένα μ' αυτόν για όλη τη νοσηλεία και την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών στους ασφαλισμένους ασθενείς τους, δεν καθορίζεται όμως το ύψος της αμοιβής που το νοσοκομείο ή η κλινική υποχρεούται να καταβάλει στους ιατρούς που συνδέονται μ' αυτά με οποιασδήποτε μορφής σχέση (εξαρτημένης εργασίας, ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή με άλλη σύμβαση).

Συνεπώς το νοσοκομείο ή η κλινική δεν υποχρεούται να καταβάλει στους ιατρούς την άνω αμοιβή, αν δεν υπάρχει στη σύμβαση τους ειδική προς τούτο συμφωνία, ώστε αυτή να είναι η συμβατική τους αμοιβή. Τέτοια όμως ως συμβατικώς καθορισμένη αμοιβή, ουδόλως περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής. Κατόπιν αυτών η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις αναφερόμενες σ' αυτήν (απόφαση) διατάξεις και δέχθηκε στη συνέχεια ότι ο ενάγων δικαιούται την προβλεπομένη στην ως άνω ΚΥΑ αμοιβή, ως συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων και επεδίκασε σ' αυτόν το ποσό των 593.894 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων". Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή της ανωτέρω έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να δεχθεί ειδικότερα αφενός μεν ότι οι διατάξεις της υπ' αριθ. Υ4ε/6424/2001 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών - Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ Β 1184/11.9.2001) δεν κατέστησαν περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων συμβατικής σχέσης, αφετέρου δε ότι δεν διαλαμβανόταν στο οικείο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση σχετικής προς τούτο συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και στη συνέχεια να απορρίψει την έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή ως μη νόμιμη, αν και με την αγωγή, με αναφορά μάλιστα στο περιεχόμενο του όρου 5 του από 20.10.2003 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέσθηκε ρητά σχετική συμβατική ρύθμιση μεταξύ των μερών, το μεν εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 361 και 371 του ΑΚ σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της ως άνω ΚΥΑ, στην οποία παρέπεμπε η επικαλουμένη μεταξύ των μερών συμφωνία, το δε παρέβλεψε ότι στο οικείο αγωγικό δικόγραφο διαλαμβανόταν ως στοιχείο του περιεχομένου της αγωγής η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων της σχετικής συμφωνίας.

Ως προς δε το ακριβές ύψος της οφειλομένης κατά την αγωγή στον ίδιο αμοιβής από 1741 ευρώ ή από 1441 ευρώ, όταν χρησιμοποιούνταν δύο βοηθοί καρδιοχειρουργοί στις επεμβάσεις (από το ποσό των 2.641 ευρώ που καθόριζε ως αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας η εν λόγω ΚΥΑ), είχε κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα μεταξύ των μερών, κατ' άρθρο 371 του ΑΚ, συμφωνηθεί ο καθορισμός αυτός να γίνει από τον ενάγοντα, ο οποίος κατά την επικαλουμένη συμφωνία θα προκαθόριζε το ποσό ή ποσοστό αυτής για κάθε μέλος, ενέργεια στην οποία προέβη ο ίδιος καθορίζοντας την αμοιβή των λοιπών μελών της καρδιοχειρουργικής του ομάδας στο ποσό των 900 ευρώ (2.641 - 900 = 1.741 ευρώ).

Κατά το μέρος όμως που με την αγωγή διώκεται η καταβολή των διαφορών από την αμοιβή αυτή για διενεργηθείσες καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις πριν την 20 Οκτωβρίου 2003 (οπότε καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών το υπό την αυτή χρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό), όπως αυτές ειδικότερα διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο υπό στοιχείο πίνακα Α με αριθ. 1 - 113, υπό στοιχείο πίνακα Β με αριθ. 1 - 5 και υπό στοιχείο πίνακα Γ με αριθ. 1 - 6, ορθώς με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κρίθηκε ως μη νόμιμη η αγωγή, καθόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δεν επικαλέσθηκε στην αγωγή ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών να ισχύσει ο όρος αυτός και για επεμβάσεις που ο τελευταίος είχε πραγματοποιήσει στην εν λόγω κλινική πριν την κατάρτιση του ανωτέρω συμφωνητικού ή ότι κατά την έναρξη της μεταξύ των συνεργασίας τον Φεβρουάριο του έτους 2003 είχε μεταξύ των μερών προφορικά συμφωνηθεί η καταβολή της πιο πάνω αμοιβής σε αυτόν εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Επομένως ο περί τούτου από το αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαίως, ως και ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι κατά ένα μέρος βάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 309 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι οι αποφάσεις που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση δεν μπορούν μετά τη δημοσίευσή τους να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε και όσες (αποφάσεις) δεν κρίνουν οριστικά μπορούν είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 12, 321, 322, 324, 325, 522, 525 και 536 παρ.2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας αντικείμενο της δίκης είναι η δικονομική αξίωση που έχει προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας, για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, η οποία επιτυγχάνεται με την έκδοση απόφασης του δικαστηρίου επί του προβαλλομένου αιτήματος.

Η έφεση επομένως δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο δίκης, αλλά αποτελεί, αναλόγως του εάν η πρωτοβάθμια δίκη ήταν δυσμενής ή ευμενής για όποιο ζήτησε δικαστική προστασία ή τον αντίδικό του, μέσο τελικής επίτευξης ή, αντιθέτως, ματαίωσης της δικονομικής ως άνω αξίωσης, με την υποβολή της σε νέα δευτεροβάθμια κρίση.

Επομένως η οριστικότητα της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κρίνεται αναφορικά με τη δικονομική αυτή αξίωση, με συνέπεια η νομική βασιμότητα της αγωγής να μην συνιστά ιδιαίτερο αυτοτελές αντικείμενο δίκης (ανεξάρτητο δηλαδή του ουσιαστικού αντικειμένου της δίκης), δημιουργούσα ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αυτοτελές δεδικασμένο (ΟλΑΠ 12/1989, ΟλΑΠ 4/1996), ΑΠ 621/2012, ΑΠ 1659/2011, ΑΠ 1223/2003, ΑΠ 751/2002), - με την επιφύλαξη βεβαίως της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης ή για έλλειψη κάποιας διαδικαστικής προϋπόθεσης με οριστική απόφαση, που συνιστά διαφορετική περίπτωση - .

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, κατά την οποία η έστω και σιωπηρά κατάφαση της νομικής βασιμότητας της αγωγής από μη οριστική απόφαση δεσμεύει το μετέπειτα επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο αφενός μεν δεν συμβιβάζεται με την κατά τα άνω δυνατότητα ανάκλησης της απόφασης κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση ως προς την περιεχομένη σε αυτή ρητή ή σιωπηρά κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής, αφετέρου δε αντίκειται στις περί δεδικασμένου διατάξεις (σχετ.

ΟλΑΠ 4/1996). Κατά συνέπεια, εφόσον με την απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αναβάλλει για οποιονδήποτε λόγο την έκδοση της οριστικής του απόφασης, όπως όταν διατάσσει κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ την επανάληψη της συζήτησης που έχει κηρυχθεί περαιωμένη για τη συμπλήρωση ή επεξήγηση κενών ή αμφίβολων σημείων που ανέκυψαν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, τα οποία μπορεί ν' ανάγονται και στο κατ' ουσία βάσιμο των ισχυρισμών που προβλήθηκαν, οπότε μπορεί να διαταχθεί η στο πλαίσιο νέας επαναληπτικής συζήτησης συμπλήρωση των αποδείξεων, η απόφαση αυτή, ως μη οριστική, μπορεί ν' ανακληθεί, χωρίς να δημιουργείται ενδοδιαδικαστική δέσμευση για το μετέπειτα επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο, ως προς τη νομική βασιμότητα του υποβληθέντος αιτήματος δικαστικής προστασίας.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απαραδέκτως απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ως άνω αγωγή, παρόλο που με την προηγουμένη υπ' αριθ. 6155/2014 παρεμπίπτουσα απόφαση του ιδίου δικαστηρίου διατάχθηκε κατά το άρθρο 254 του ΚΠολΔ η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια του επιμέλεστερου των διαδίκων τα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα και στοιχεία (και συγκεκριμένα αντίγραφα από όλες τις ευρισκόμενες στη κατοχή της εναγομένης επίσημες φορολογικές καρτέλες των εγχειρισθέντων ασθενών του ενάγοντος και προσωπικές οικονομικές καρτέλες των ασθενών του ενάγοντος) και κατά συνέπεια με την ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση κρίθηκε σιωπηρώς ότι συνέτρεχε, πέραν των λοιπών διαδικαστικών προϋποθέσεων, και η νομική βασιμότητα της αγωγής, αφού η τελευταία προηγείται της έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατά τα ήδη προεκτεθέντα και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά μερική παραδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγου του κυρίως δικογράφου και του μοναδικού πρόσθετου λόγου, ως βάσιμων κατ' ουσία, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα κατά το μέρος που αφορά τις ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος για το χρονικό διάστημα μετά την 20η Οκτωβρίου 2003 (ημερομηνία κατάρτισης της μεταξύ των μερών σύμβασης), απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη εταιρεία στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας της (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 2317/12.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και απορρίπτει την από 20.9.2017 αίτηση αναίρεσης και τον δι' ιδίου δικογράφου ασκηθέντα από 20.3.2018 πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρεία στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ