Legislator Case Law & Legislation
143/2016 AI generated

143/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 143/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

143/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αν αφορά ακίνητο, μη υποκείμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ και αναιτιώδης, γι αυτό επιφέρει το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι υποκείμενη αιτία και αν αυτή είναι ή όχι έγκυρη.

Keywords

AI generated
registration of construction lien role of leader or instigator inducement to breach of contract pledge holder limited partner bribery in enforcement proceedings
AI generated
952/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1640/2008
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως περί απόλυτης ακυρότητας, λόγω αιτιολόγησης απόρριψης της αιτήσεως αναιρεσειόντων να εμφανιστούν ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών που επελήφθη της υποθέσεώς τους προς παροχή διευκρινήσεων, αφού, εν αντιθέσει προς τον σχετικό ισχυρισμό αυτών, τέτοια αίτηση δεν περιέχεται στις εκθέσεις των εφέσεών τους. Στοιχεία κακουργηματικής απάτης από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή των αναιρεσειόντων για κακουργηματική απάτη από κοινού κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ ή 73.000 ευρώ.
1750/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
696/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
1915/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 143 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 143/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Α. Κ., 2)Ε. Γ. Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Κωστόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Χ. Γ. Κ. συζ. Ι. Κ., 2)Ι. Χ. Κ., κατοίκων ..., ο οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλίκης Μπόκια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4521/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4809/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2014 αίτησή τους και τους από 15-9-2015 προσθέτους επ’ αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 23-10-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Διονυσίας Μπιτζούνη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της, της από 25-7-2014 αίτησης αναίρεσης καθώς και των από 15-9-2015 προσθέτων λόγων επ’ αυτής, της υπ’ αριθμ. 4809/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ’ αυτής, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 977 ΑΚ συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της νομής παραγώγως με ειδική διαδοχή, που συντελείται με απλή παράδοση της νομής είναι: 1) η ύπαρξη της ιδιότητας του νομέα κατά το χρόνο παράδοσης της νομής σ’ αυτόν που μεταβιβάζει τη νομή 2) η κτήση της φυσικής εξουσίας του πράγματος από τον αποκτώντα και 3) η μετάθεση της φυσικής εξουσίας από τον μέχρι τώρα νομέα στον αποκτώντα να γίνεται με την θέληση και των δύο δηλαδή και αυτού που μεταβιβάζει τη νομή.

Η σύμβαση για τη μεταβίβαση της νομής είναι άτυπη και αν αφορά ακίνητο, μη υποκείμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου του άρθρου 369 ΑΚ ούτε και σε μεταγραφή κατά τα άρθρα 1033 και 1198 ΑΚ και αναιτιώδης, γι αυτό επιφέρει το μεταβιβαστικό της νομής αποτέλεσμα ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι υποκείμενη αιτία και αν αυτή είναι ή όχι έγκυρη.

Επομένως με τη σωματική παράδοση του πράγματος, ο αποκτών γίνεται νομέας έστω και αν υποκείμενη σύμβαση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό .../14-4-1994 συμβολαίου της συμβολαιογράφου .., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι ενάγοντες απέκτησαν με αγορά από τον αληθή κύριο αυτού Σ.

Κ. και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου ... Αττικής της περιφέρειας Δήμου ... Αττικής ... Η συγκυριότητα αυτή των εναγόντων και κατά το αναφερθέν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για τον κάθε ένα επί του επιδίκου δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους.

Στην συνέχεια οι ενάγοντες ανήγειραν με δικά τους έξοδα επί του παραπάνω οικοπέδου τους τριώροφη οικοδομή με υπόγειο, πυλωτή και πισίνα. Περί τον Μάιο 1998 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες κατασκευής της οικοδομής, που είναι ενιαία, καθόσον δεν έχει συσταθεί επ’ αυτής οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελείται όμως από δύο ανεξάρτητους χώρους και συγκεκριμένα από μία μεζονέτα στο δεύτερο και τρίτο όροφο, η οποία σχεδιάστηκε ως κατοικία των εναγόντων και στην οποία αυτοί μετά την αποπεράτωση των εργασιών διαμένουν και μια κατοικία στον πρώτο όροφο αποτελούμενη από το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφανείας 211 τ.μ.

ένα χώρο ΡLΑΥRΟΟΜ που καταλαμβάνει μέρος της πυλωτής επιφανείας 110 τ.μ. και ένα υπόγειο επιφανείας 30 τ.μ. όπου και οι θέσεις στάθμευσης δύο αυτοκινήτων και μια αποθήκη 15 τ.μ. Η τελευταία αυτή κατοικία, αποτελεί το επίδικο, το οποίο από την αρχή προορίζετο για κατοικία της πρώτης εναγόμενης, θυγατέρας των εναγόντων και της οικογένειας της δηλαδή του συζύγου της και των τέκνων τους. ... (Ακολουθούν αξιολόγηση και εκτίμηση αποδεικτικών μέσων).

Και ναι μεν το μεγαλύτερο μέρος της οικοδομής κατασκευάστηκε με χρήματα των εναγόντων, γεγονός που δε αμφισβητούν οι εναγόμενοι, από το στάδιο των επιχρισμάτων όμως οι τελευταίοι συμμετείχαν προσωπικά πλέον και με δικές τους δαπάνες κατά την δική τους αισθητική στην αποπεράτωση του επιδίκου δαπανώντας για την αιτία αυτή το ποσό τουλάχιστον των 45.000.000 δρχ.

Συγκεκριμένα οι εναγόμενοι δεν χρησιμοποίησαν τίποτε συμβατό και έτοιμο από το εμπόριο, δεδομένου ότι όλα έγιναν με βάση ειδικές κατασκευές για τους συγκεκριμένους χώρους, οι οποίοι μελετήθηκαν από ειδική προς τούτο διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων την Μ. Μ.. Στην τελευταία ανατέθηκε από τους εναγόμενους με τα από 7-1995 και 12-1996 ιδιωτικά συμφωνητικά κατά την διάρκεια της κατασκευής, η μελέτη των χώρων υποδοχής και η μελέτη των λοιπών δωματίων αντί αμοιβής 850.000 δρχ.

και 600.000 δρχ. αντίστοιχα πλέον του ποσού των 18.000 δρχ. ως αμοιβή επίβλεψης ανά επίσκεψη. Ειδικότερα, οι εναγόμενοι κατασκεύασαν πολυτελή κουζίνα με πάγκο από γρανίτη και δρύινα μασίφ ντουλάπια με κόστος περίπου 13.000.000 δρχ., ντουλάπες των υπνοδωματίων από μασίφ ξύλο δρυός, μπάνια με υδρομασάζ και πλακάκια εισαγωγής άριστης ποιότητας, βιβλιοθήκες από ξύλο τριανταφυλλιάς επένδυσαν τα σώματα των καλοριφέρ με ξύλο δρυός ...

κατασκεύασαν ψευδοροφές με σχέδια και κρυφούς φωτισμούς στα μπάνια και στο σαλόνι μαρμάρινα καθιστικά και μαρμάρινο τραπέζι στο μπαλκόνι, έβαψαν το διαμέρισμα με ειδική τεχνοτροπία και επιμελήθηκαν την κατασκευή υδρομασάζ στην εξωτερική πισίνα καταβάλλοντας την δαπάνη για τα μηχανήματα λειτουργίας της εξωτερικής πισίνας ύψους 5.200.000 δρχ.

όπως συνομολογούν οι ενάγοντες. Επίσης κατέβαλαν στους ενάγοντες 13.000.000 δρχ. που αφορούσαν συμμετοχή τους στα έξοδα της οικοδομής. Όλα τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν είναι ποιοτικά άριστα υψηλού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού και προσδίδουν στο επίδικο μεγάλη αξία. Σύμφωνα δε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας οι εναγόμενοι δεν θα προέβαιναν στις παραπάνω δαπάνες και δεν θα συμμετείχαν ενεργά με υποδείξεις και εντολές από το στάδιο της κατασκευής του επιδίκου για την διαμόρφωση αυτού κατά την αισθητική τους, αν αυτό τους είχε παραχωρηθεί μόνο κατά χρήση και με τον όρο να αποδοθεί στους ενάγοντες αμέσως μόλις οι τελευταίοι το ζητήσουν και μάλιστα με σύμβαση χρησιδανείου, που κατά τους ενάγοντες καταρτίστηκε την 1-6-98 δηλαδή μετά την αποπεράτωση του ακινήτου.

Με το πέρας των εργασιών οι εναγόμενοι με τα τέκνα τους εγκαταστάθηκαν στο επίδικο νεμόμενοι αυτό, ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση του. Ειδικότερα κατοικούσαν σ’ αυτό φροντίζοντας και επιβλέποντας το εν γνώσει του κοινωνικού και συγγενικού τους περιβάλλοντος και κυρίως εν γνώσει των εναγόντων που διέμεναν στο πάνω από το επίδικο όροφο της οικοδομής και οι οποίοι τους είχαν μεταβιβάσει την νομή του.

Είχαν δε την απόλυτη πεποίθηση ότι θα αποκτούσαν και τυπικά την κυριότητα αυτού με την ανάλογη δικαιοπραξία, την οποία θεωρούσαν ως απλή τυπική δικαιοπραξία. Με τα δεδομένα αυτά η κατοικία τους, την οποία θεωρούσαν μόνιμη, αποτέλεσε και την βάση των δραστηριοτήτων τους και μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος μετέφερε την επαγγελματική του εγκατάσταση και οι θυγατέρες των εναγομένων φοιτούσαν σε σχολεία της περιοχής.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση άτυπης δωρεάς και όχι η επικαλούμενη από τους ενάγοντες σύμβαση χρησιδανείου. (Ακολουθεί εκτίμηση και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων και επιχειρήματα του δικαστηρίου προς στήριξη των παραδοχών του). Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το ότι οι εναγόμενοι, οι οποίοι επιθυμούσαν την απόκτηση κυρίας κατοικίας, θεωρώντας πλέον μετά τα παραπάνω ότι την είχαν εξασφαλίσει, δαπάνησαν τις αποταμιεύσεις τους στην αγορά άλλων ακινήτων γεγονός που γνώριζαν οι ενάγοντες και συναινούσαν.

Έτσι αυτοί προέβησαν στις παρακάτω αγορές. Η πρώτη εναγόμενη αγόρασε δυνάμει των με αριθμό ... συμβολαίων των συμβολαιογράφων ..., ένα γραφείο επιφανείας 48 τ. μ. και μία θέση στάθμευσης σε πολυκατοικία κειμένη στην ... αντικειμενικής αξίας συνολικά 15.485.520 δρχ. Ο δεύτερος εναγόμενος αγόρασε δυνάμει του με αριθμό ...

συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... ένα διαμέρισμα επιφανείας 82 τ.μ. σε πολυκατοικία κειμένη στην ..., αντικειμενικής αξίας 15.866.077 δρχ. Και οι δυο εναγόμενοι αγόρασαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο κάθε ένας ένα γραφείο σε πολυκατοικία κειμένη στην ... δυνάμει του με αριθμό .../99 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...

αντικειμενικής αξίας 13.818.094 δρχ. Και τέλος η πρώτη εναγόμενη αγόρασε δυνάμει του με αριθμό .../2002 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... μία εξοχική κατοικία στην ... Φθιώτιδος αντί τιμήματος 48619 ευρώ. ... οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά το επίδικο ως κατοικία με την πεποίθηση ότι η μεταβίβαση σ’ αυτούς της κυριότητας είναι εντελώς τυπικό θέμα και με βάση όλα τα παραπάνω περισσότερο από δώδεκα έτη πριν την άσκηση της αγωγής.

Αυτοί δαπάνησαν ένα σημαντικό ποσό από τις προσωπικές τους οικονομίες για την αποπεράτωση του επιδίκου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως κατοικία της οικογένειας τους και οργάνωσαν την ζωή τους με βάση την κατοικία τους αυτή. Στην συνέχεια δε δαπάνησαν τις λοιπές οικονομίες τους στην αγορά άλλων ακινήτων όπως προαναφέρθηκε, αφού είχαν πεισθεί ότι έχουν εξασφαλίσει κύρια κατοικία.

Αν δεν είχε λάβει χώρα η έστω και άκυρη αυτή σύμβαση, οι εναγόμενοι δεν θα προέβαιναν στις δαπάνες αυτές, δεν θα μεταφέρονταν στο επίδικο και θα είχαν αντιμετωπίσει με τις οικονομίες τους το θέμα της εξασφάλισης κύριας κατοικίας. Οι ενάγοντες όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατασκευής του επιδίκου και διαμονής των εναγομένων σ’ αυτό, δεν εκδήλωσαν καμία πρόθεση ανάκλησης της δωρεάς ούτε διατύπωσαν κάποιο παράπονο ή μεταμέλεια για την ενέργεια τους αυτή.

Ακόμη την πρόθεση τους να εκδιώξουν τους εναγόμενους εκδήλωσαν το πρώτον όταν διαρρήχθηκαν οι σχέσεις τους. Έτσι η άσκηση του με την αγωγή ασκουμένου από τους ενάγοντες δικαιώματος ενέχει κατάχρηση εκ μέρους τους, αφού εκτός από την μακροχρόνια αδράνεια τους, συντρέχουν και τα πιο πάνω περιστατικά που ανάγονται στο ίδιο διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τους, από την οποία δημιουργήθηκε στους εναγόμενους η εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το παραπάνω δικαίωμα τους εναντίον τους, σε τρόπο ώστε η επιδίωξη αυτού και η ανατροπή μίας κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό ορισμένες συνθήκες και έχει διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες γι’ αυτούς και να δημιουργεί έντονη εντύπωση αδικίας από την αντιφατική και κακόβουλη συμπεριφορά των εναγόντων, ώστε η άσκηση του να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου"..

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρευόταν αξίωση για την απόδοση του επιδίκου ακινήτου, τη χρήση του οποίου κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν είχαν οι ενάγοντες παραχωρήσει στους εναγόμενους στα πλαίσια σύμβασης χρησιδανείου λόγω λήξης αυτής και επικουρικά διεκδικητική κυριότητας, την οποία ειδικότερα απέρριψε κατά παραδοχή της ένστασης των τελευταίων περί καταχρηστικής άσκησης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού με τις σαφείς παραδοχές 1) ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση χρησιδανείου, αλλά παραδόθηκε στους εναγόμενους η νομή του επιδίκου από τους ενάγοντες στα πλαίσια άτυπης δωρεάς, οι οποίοι έκτοτε νέμονται τούτο με εμφανείς διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής τους να το εξουσιάζουν ως κύριοι, χωρίς να επηρεάζεται η νομή από το γεγονός ότι δεν καταρτίσθηκε νομοτύπως η σύμβαση της δωρεάς 2) ότι υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα εκείνα, που συγκροτούν την αντιβαίνουσα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών συμπεριφορά των εναγόντων, που προηγήθηκε της άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της κυριότητας, την οικονομική κατάσταση που διαμορφώθηκε από τις ενέργειες των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο, που συνδέονται αιτιωδώς με την προηγηθείσα παραπάνω συμπεριφορά, της οποίας η ανατροπή διώκεται με την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων, τη μακροχρόνια αδράνειά τους, από την οποία διαμορφώθηκε στους εναγόμενους η εύλογη πεποίθηση περί της μη ασκήσεως του ίδιου δικαιώματος, η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, καθώς και από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης είναι αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους δεύτερο και τρίτο λόγους του κυρίου δικογράφουτης αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτες, καθ’ όσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επιπλέον αφορούν ελλείψεις αναγόμενες στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, σε απλά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων και στην ανάπτυξη απόψεών τους, που κατατείνουν στην ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Με τον πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δε συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την κατάθεση του μάρτυρα Χ. Κ., που με επιμέλεια των αναιρεσειόντων εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά εκείνης της δίκης, η οποία αποδεικνύει τον ουσιώδη ισχυρισμό των τελευταίων ότι μεταξύ αυτών και των εναγομένων είχε καταρτισθεί σύμβαση χρησιδανείου για το επίδικο ακίνητο.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις περιεχόμενες στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης καταθέσεις των μαρτύρων και από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά και αξιολόγηση της παραπάνω κατάθεσης του μάρτυρα των αναιρεσειόντων, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτήν με τις υπόλοιπες αποδείξεις για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012 παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-7-2014 αίτηση αναιρέσεως των Γ. Κ. και Ε. Κ. και των από 15-9-2015 προσθέτων λόγων αυτής κατά της 4809/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ