Legislator Case Law & Legislation
143/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal on property co-ownership and orders restitution after enforcement of lower court judgment.

Case Number 143/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's confirmation of a property co-ownership dispute. The lower court had ruled that the parties were co-owners and dismissed the appellant's claim based on exclusive ownership, relying on witness testimony. The Court found the lower court had properly considered evidence but reversed the outcome regarding the enforcement of the judgment. Consequently, the Court ordered the defendants to pay the appellant €1,997 for voluntary enforcement costs and legal fees, while remanding the case for further proceedings on the co-ownership issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 335, 338-341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: The Court of First Instance must consider all evidence presented by parties; a request for restitution of the status quo ante execution may be submitted via the appellant's briefs and is admissible even after voluntary enforcement of the confirmed judgment.

Keywords

AI generated
property co-ownership restitution status quo enforcement costs appeal admissibility Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 335, 338-341, 346 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 180 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 11/2007
Supreme Court 22/2006
Supreme Court 13/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 143 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 143/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσάγκανο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ......και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/1999 προδικαστική, 466/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2004 προδικαστική, 182/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-9-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 1-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338 -341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής του δικαστηρίου ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου ο καθένας απ' αυτούς του επίδικου ακινήτου, ακολούθως δε, να απορρίψει την ένσταση ίδιας κυριότητας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας στο εν λόγω ακίνητο με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη και να δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει την ίδια κρίση, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων "την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε κατά πρόταση των εναγόντων στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη με αριθμό 174/1999 πρακτικά συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου", δεχόμενο περαιτέρω ότι "η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρα".

Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΓΤολΔ) επισκόπηση των με αριθμό 174/19-11-1998 πρακτικών συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα, τότε εναγόμενη, κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της ένδικης αγωγής, εξέτασε ως μάρτυρα τον ....... γεωργό, του οποίου η ένορκη κατάθεση περιλαμβάνεται στα παραπάνω πρακτικά.

Την εν λόγω ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ....... που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επικαλέστηκε νόμιμα η αναιρεσείουσα. με τις από 20-4-2004 προτάσεις της της πρώτης στο Εφετείο συζήτησης της έφεσης της, προσκόμισε δε παραδεκτά στο τελευταίο, μεταξύ άλλων εγγράφων και τα περιέχοντα αυτήν πιο πάνω πρακτικά.

Μάλιστα η αναιρεσείουσα, με τις προμνημονευόμενες προτάσεις της, εξέφρασε το παράπονο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, με την εκκαλούμενη απόφαση, την ένορκη αυτή κατάθεση ως προς κρίσιμα για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, που αποδεικνύουν την ένσταση ίδιας κυριότητας της στο επίδικο ακίνητο.

Με τα δεδομένα αυτά και ενόψει οπωσδήποτε και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, υπέπεσε στην από το αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με το να μη λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα την ένορκη κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα ανταπόδειξης, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο 'Αρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία με την επικύρωσή της από το Εφετείο θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρούμενη απόφαση (Ολ. ΑΠ 11/2007, 22/2006, 13/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το αίτημα της αναιρεσείουσας, που υποβλήθηκε με τις από 30-10-2007 προτάσεις, που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέα σ' αυτές, στις 31-10-2007, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο και, συνακόλουθα, ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, που είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, πρέπει να γίνει δεκτό κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει προαποδεικτικώς, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα από 12-7-2006 και 7-9-2006, αντίστοιχα, αποδείξεις, κατέβαλε αυτή σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και της τελευταίας αυτής απόφασης, στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό και του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, το ποσό των 1.617 ευρώ σε εξόφληση της από .....

επιταγής προς εκτέλεση, κάτω από πρώτο απόγραφο εκτελεστού της πρωτόδικης απόφασης και για τη δικαστική δαπάνη της ίδιας απόφασης, καθώς και το ποσό των 380 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη της προσβαλλόμενης απόφασης και, συνολικά, το ποσό των 1.997 ευρώ. Το ποσό, όμως, αυτό πρέπει να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, κατ' ίσο μέρος ο καθένας (άρθρο 180 παρ. 1 ΚΠολΔ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, αφότου αυτοί θα καταστούν υπερήμεροι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ, γιατί ο γενεσιουργός λόγος της εναντίον τους απαίτησης, για την απόδοση του αμέσως πιο πάνω ποσού, είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέστηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 182/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμνο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Δέχεται το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη αυτών κατάσταση.

Υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, κατ' ίσο μέρος ο καθένας, το ποσό των χιλίων ενιακοσίων ενενήντα επτά (1.997) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ