Legislator Case Law & Legislation
1439/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax court ruling on joint liability of Greek shipping company members.

Case Number 1439/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a Piraeus Court of Appeal decision regarding the joint liability of a shipping company's members. The State argued the company should be treated as a partnership after its establishment license was revoked, but the lower court correctly ruled it remained a limited liability entity based on its home law. The Court found no violation of substantive law or lack of legal basis in the lower court's reasoning, thus rejecting the appeal and ordering the State to pay the costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10A(1) of Law 791/1978 and 25 of Law 27/1975; A company's legal form and member liability are determined by its home law at the time of debt creation, and a revocation of establishment license does not retroactively alter this status for debts incurred while the license was valid.

Keywords

AI generated
joint liability shipping company establishment license substantive law legal form tax debt appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 10A(1) of Law 791/1978
Article 25 of Law 27/1975
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1439 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1439/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιά. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Β. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Αντωνόπουλο και Γεώργιο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6422/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπον και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Τμήμα Ναυτικών Διαφορών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, 678/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 701/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κυριάκος Μπαμπαλίδης ανέγνωσε την από 14-2-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως της υπ' αριθ. 701/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθ. 701/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 678/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή έγινε εν μέρει δεκτή η από 30-6-2008 ανακοπή του αναιρεσίβλητου περί ακυρώσεως των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως και ακυρώθηκε η εις βάρος του εκδοθείσα υπ` αριθμόν ... ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Πλοίων Πειραιώς.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του.

Ως "έδρα" δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν.791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.

Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν.791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους διαχειρίζονται γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν. 27/1975. Οι παραπάνω περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ` απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρίες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη "εθνικότητα" ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος.

Αν, συνεπώς, διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, οι δε εταίροι των εταιρειών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 1183/2019, ΑΠ 803/2010, ΑΠ 811/2008).

Τούτο, όμως, δεν ισχύει, προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιρειών πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων υπό ελληνική σημαία ή πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, δυνάμει αδείας ή τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών εγκατεστημένα εντός της ημεδαπής, δυνάμει ομοίως αδείας, καθόσον, κατά τα παραπάνω, διέπονται ως προς τη σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διεύθυνσης των εταιρικών υποθέσεων.

Η άδεια εγκατάστασης των εταιρειών αυτών, των γραφείων ή των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα, χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου (Ν. 27/1975), όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 Ν. 814/1978, 77 παρ. 5 Ν. 1892/1990 και 4 Ν. 2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έκτοτε επέρχονται και οι έννομες συνέπειές της.

Σε περίπτωση όμως που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιρειών, οι εταιρείες αυτές, από τη δημοσίευση ομοίως της σχετικής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, επειδή δεν έχουν συσταθεί κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, θεωρούνται κατά τα ανωτέρω ως ομόρρυθμες "εν τοις πράγμασι" και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας (ΑΠ 1460/2022, ΑΠ 1404/2021, ΑΠ 1183/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Η ναυτιλιακή εταιρία υπό την επωνυμία "V. I. C. S..A.., η οποία έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του παναμαϊκού δικαίου και καταστατική έδρα αυτής έχει την πόλη του ..., υπήρξε πλοιοκτήτρια των υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιων ..., όπως προκύπτει από τα υπ` αριθμούς ...

πιστοποιητικά κυριότητος πλοίου του Τμήματος Νηολογίων και Ναυτικών Υποθηκολογίων του Κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιώς, συνεπώς,... διέπεται ως προς την σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το παναμαϊκό δίκαιο, ανεξαρτήτως του τόπου της πραγματικής έδρας αυτής και της δια της υπ` αρ. 3122.1/537/98/20657/4 Ιουλίου 2006 κοινής Αποφάσεως Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας (Φ.Ε.Κ. 155/ΤΑΠΣ/20 Ιουλίου 2006) ανακλήσεως της εχούσης χορηγηθεί αδείας εγκαταστάσεως αυτής κατά τις διατάξεις των ΑΝ 3768/1968, Ν. 27/1975, 814/1978 και 2234/1994, μη δυναμένη να χαρακτηρισθεί ως ομόρρυθμος εταιρία εν τοις πράγμασι.

Επομένως, μη νομίμως μετά την ταμειακή βεβαίωση εις βάρος της προαναφερομένης εταιρίας ποσού 4385719,32 ευρώ δυνάμει της υπ` αρ. 769/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς εξεδόθη ως προς το εν λόγω ποσόν και εκοινοποιήθη προς τον διατελέσαντα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής εφεσίβλητο η υπ` αριθμόν ... ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πλοίων Πειραιώς, ως ευθυνόμενο (μέλος) απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εν λόγω εταιρίας ως λειτουργούσης μετά την ανάκληση της αδείας εγκαταστάσεως αυτής ως ομορρύθμου εταιρίας εν τις πράγμασι, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έχει δεχθεί τον σχετικό λόγο της ανακοπής του εφεσίβλητου και έχει ακυρώσει την εν λόγω ανακοπτομένη ατομική ειδοποίηση δι` άλλης, όμως, αιτιολογίας, η οποία αντικαθίσταται δια της παρούσης, δεν έσφαλε και πάντες οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως, δια των οποίων υποστηρίζεται ότι υφίσταται ατομική ευθύνη του εφεσίβλητου ως μέλους της Διοικήσεως ομορρύθμου εταιρίας εν τοις πράγμασι, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η ανακοπή του αναιρεσίβλητου και είχε ακυρωθεί η εις βάρος του εκδοθείσα υπ` αριθμόν ... ατομική ειδοποίηση χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

Πλοίων Πειραιώς.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 ΑΚ, 1 του Ν. 791/1978 και 25 του Ν. 27/1975, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χαρακτηρισμού ή μη της ναυτιλιακής εταιρίας υπό την επωνυμία "1" ως ομόρρυθμης εταιρία εν τοις πράγμασι και άρα συνευθύνης και του αναιρεσίβλητου ως εταίρου της, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η άνω ναυτιλιακή εταιρία έχει συσταθεί κατά τις διατάξεις του παναμαϊκού δικαίου και καταστατική έδρα αυτής έχει την πόλη του ..., υπήρξε πλοιοκτήτρια των πιο πάνω υπό ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιων και της είχε χορηγηθεί άδεια εγκατάστασης στην Ελλάδα, με συνέπεια να διέπεται ως προς την σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το παναμαϊκό δίκαιο, ανεξαρτήτως του τόπου της πραγματικής έδρας αυτής και να μη μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι ως ομόρρυθμος εταιρία εν τοις πράγμασι.

Και ναι μεν κατά τις ίδιες παραδοχές της προσβαλλόμενης η χορηγηθείσα στην άνω ναυτιλιακή εταιρία άδεια εγκατάστασης στην Ελλάδα ανακλήθηκε με την υπ' αρ. 3122.1/537/98/20657/4 Ιουλίου 2006 ΚΥΑ (Φ.Ε.Κ. 155/ΤΑΠΣ/20 Ιουλίου 2006), πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, σε περίπτωση που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιρειών, οι εταιρείες αυτές, από τη δημοσίευση της σχετικής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, θεωρούνται ως ομόρρυθμες "εν τοις πράγμασι" και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, για τα μετέπειτα όμως δημιουργηθέντα χρέη και υποχρεώσεις και όχι για τα προ της ανακλήσεως της αδείας δημιουργηθέντα, όπως εν προκειμένω, που από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης συνάγεται ότι το επίδικο χρέος αφορούσε χρονική περίοδο κατά την οποία η άνω ναυτιλιακή εταιρεία είχε νομική προσωπικότητα, κατά το δίκαιο της καταστατικής της έδρας, ως υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του Ν. 791/1978, και ότι έπαψε να υπάγεται σ` αυτές σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανάκλησης της άδειας εγκατάστασής της στην Ελλάδα, αδιαφόρου, συνεπώς, αν έκτοτε συνέχισε ή όχι τη λειτουργία της η άνω ναυτιλιακή εταιρία.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το αυτό ως άνω ζήτημα, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 10 ΑΚ, 1 του Ν. 791/1978 και 25 του Ν. 27/1975, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη χαρακτηρισμού της άνω ναυτιλιακής εταιρίας ως ομορρύθμου εταιρίας εν τοις πράγμασι.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, τόσο κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παράβαση των άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων, όσο και κατά το δεύτερο σκέλος του (επικουρικά προβαλλόμενο), από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 701/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ....

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ....

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ...