Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment for car accident damages as legally unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding car accident damages and insurance liability. The appellant argued that the lower court failed to consider a specific claim for expert witness fees and misapplied legal provisions, but the court found these grounds invalid. The court ruled that the lower court had properly addressed all arguments and provided sufficient reasoning, rendering the appeal legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(1), 559(19), 559(9) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, the decision lacks a legal basis due to missing facts, or the court ruled on matters not requested.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1439 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1439/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τρίγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στη Θ. Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μανουσάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2297/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 512/2018 μη οριστική και 2808/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-12-2020 (αριθμ. καταθ. 53/2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2808/2019 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ'αριθμ. 512/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκαν με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1, 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 εδ α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται όταν, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν εφαρμόζεται, παρότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόζεται χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και επί εκ πλαγίου παραβίασης κανόνος ουσιαστικού δικαίου, που συμβαίνει όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ή περί μη συνδρομής τούτων η οποία αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου (ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της), καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα ή όταν η διατύπωση της αποφάσεως είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μη είναι αναμφίβολο.
Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως, όταν δηλαδή εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το Δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπάρκειας αιτιολογιών, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές, σαφούς όμως, πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή, το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 ΚΠολΔ.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του" και κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, σε περίπτωση παράνομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση, εκτός από την θετική ζημία, δηλαδή τη μείωση της περιουσίας, περιλαμβάνει και την αποθετική τοιαύτη (διαφυγόν κέρδος).
Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 του Α.Κ., παρέχει η διάταξη αυτή κατά την οποία "(ως τοιούτο) λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".
Προκύπτει, επίσης, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκην συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει την βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή της, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα συγκριτικά με την θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση.
Εν όψει αυτών, στην περίπτωση που από την εκτίμηση των αποδείξεων προκύψει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι η ζημία του ενάγοντος, που εμφανιζόταν, κατά την αγωγή, ως πιθανή, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι απλώς ενδεχόμενη, η αγωγή απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το στοιχείο της πιθανότητας του διαφυγόντος κέρδους, με την έννοια που προαναφέρθηκε.
Για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί ( ΑΠ 1445/2018 ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015).
Στη προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (υπ'αριθμ. 512/2018), την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως πρόωρες τις αγωγικές αξιώσεις του περί αποζημιώσεως για απώλεια των εισοδημάτων της εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 17-11-2017 μέχρι την συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του (μέχρι 16-6-2032), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε σχετικά ότι: "..Λόγω της ανικανότητας του ενάγοντος προς ενεργή υπηρεσία, όπως ειδικότερα το είδος υπηρεσίας και το ωράριο εργασίας του αναφέρεται στον από … πίνακα παραρτήματος, που συνοδεύει την υπ' αριθ. 3/2014 γνωμάτευση της Αναθεωρητικής Υγειονομικής Επιτροπής της Διεύθυνσης Υγειονομικού της ΕΛ.ΑΣ., ο ενάγων θα συνέχιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν μεσολαβούσε το ένδικο ατύχημα για χρονικό διάστημα 4 ετών, ήτοι από την… , οπότε επέστρεψε στην υπηρεσία του, να λαμβάνει 46 ευρώ εβδομαδιαίως, ως αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση πέραν του πενθημέρου και 2,60 ευρώ/ώρα νυχτερινής απασχόλησης μέχρι 48 ώρες μηνιαίως, για νυχτερινή εργασία, ήτοι επίδομα αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας, με συνέπεια να απωλέσει τα, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, συνολικά εισοδήματα, ύψους 15.558,40 ευρώ (46 ευρώ εβδομαδιαίως X 52 εβδομάδες ετησίως X 4 έτη = 9.568 ευρώ και 2,60 ευρώ / ώρα νυχτερινής απασχόλησης X 48 ώρες μηνιαίως X 12 μήνες X 4 έτη = 5.990,40), με τη σημείωση ωστόσο ότι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι έως τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει από τώρα πλήρη δικανική πεποίθηση για την συνδρομή των προϋποθέσεων παροχής έννομης προστασίας για την ανωτέρω αιτία, συνεκτιμώμενων των ρευστών οικονομικών και εν γένει βιοτικών συνθηκών, και του γεγονότος ότι ο προσδιορισμός τους εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, συνεπώς η αγωγή κατά το μέρος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθείσα...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή), ούτε εκ πλαγίου (με ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες), τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, άλλως ως απαράδεκτος διότι, υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Κατά δε το μέρος του που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, αλλά και διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 ΚΠολΔ), σημειούμενου πάντως και του ότι, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα του προώρου των σχετικών αξιώσεων του αναιρεσείοντος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή όχι ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων.
Τέλος κατά το μέρος του που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια "πράγματα" δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο από αυτά που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε ποια αίτηση του αναιρεσείοντος άφησε αδίκαστη το Εφετείο.
Περαιτέρω ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσης εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (υπ'αριθμ. 2808/2019), την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να κρίνει το ποσοστό αναπηρίας του σε 10-15% και να κρίνει απορριπτέες ως αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις του περί αποζημίωσης του για μελλοντικές επεμβάσεις στο εξωτερικό, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε σχετικά ότι: "Από τα εκτιθέμενα αναλυτικά ανωτέρω υποδεικνύεται με βεβαιότητα, ότι η κατάσταση του αριστερού άνω άκρους του ενάγοντος έχει ως ακολούθως: τα προκληθέντα κατά το ένδικο ατύχημα κατάγματα άμεσα πορώθηκαν, ωστόσο προκλήθηκε πάρεση του κερκιδικού νεύρου, που είχε σαν συνέπεια ο ενάγων να εμφανίζει μόνιμη, εφ' όρου ζωής και μη αναστρέψιμη αναπηρία ποσοστού 10-15%, η οποία δεν δύναται να βελτιωθεί με χειρουργικές επεμβάσεις, διότι αυτές θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν άμεσα, μετά το ατύχημα, γεγονός που αναφέρει πλην του τεχνικού συμβούλου και ο προαναφερόμενος ιδιώτης ιατρός Γ.
Β.. Το ποσοστό αναπηρίας προσδιορίζεται σε 10-15% από το Δικαστήριο, βασιζόμενο αυτό στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου και όχι στην έκθεση των πραγματογνωμόνων που το αναβιβάζει σε 30% και τούτο διότι τα περιγραφόμενα στην έκθεση του τεχνικού συμβούλου συμφωνούν με τις γνωματεύσεις των δημοσίων Υγειονομικών Επιτροπών, οι οποίες, αφού εξέτασαν τον ενάγοντα αποφάνθηκαν ότι αυτός είναι ικανός για υπηρεσία που απαιτεί κίνηση των μυών των δακτύλων και του καρπού, ήτοι υπηρεσία δακτυλογράφου, νοσοκόμου, χειριστή Η/Υ, σε λέσχη και κυλικείο κ.λ.π.
αφού πρώτα έκριναν ότι ο ενάγων εμφανίζει λόγω της αξονικής βλάβης του κερκιδικού αριστερού νεύρου σε έφαφος κατάγματος βραχιονίου και αριστερής πηχεοκαρπικής ήπια μόνιμα παραμένοντα λειτουργικά ενοχλήματα (αιμωδίας κατανομής κερκιδικού αριστερού νεύρου και καυσαλγικές διαταραχές). Η διάγνωση αυτή, όπως ήδη αναφέρθηκε, επιβεβαιώθηκε και από την Αναθεωρητική Υγειονομική Επιτροπή της Διεύθυνσης Υγειονομικού της ΕΛ.ΑΣ μετά από προσφυγή του ενάγοντος και έκτοτε αυτός δεν επανήλθε για επανεξέταση του λόγω της σταθεροποίησης της κατάστασης του.
Περαιτέρω, ο ενάγων, αν και είχε διαπιστωθεί η βλάβη του κερκιδικού νεύρου, ήδη από την 2- 8-2012, από τον ιατρό Α. Κ., πλην των ιατρικών επισκέψεων δεν προέβη σε καμία ενέργεια ή προπαρασκευαστική πράξη (π.χ. ενημέρωση από τον ασφαλιστικό του οργανισμό περί της κάλυψης ή μη της δαπάνης πραγματοποίησης χειρουργικής επέμβασης σε νοσοκομείο της χώρας μας ή του εξωτερικού), η οποία να αποδεικνύει την πραγματική πρόθεση του να βελτιώσει τα "παραμένοντα λειτουργικά ενοχλήματα", διότι αυτά ήταν ήπιας μορφής, όπως αναφέρει η γνωμάτευση των ως άνω Υγειονομικών Επιτροπών και δεν τον εμπόδιζαν να εκτελεί πράξεις που απαιτούν λεπτές κινήσεις του άκρου (δακτυλογράφου, νοσοκόμου κ.λπ.).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο επεδίκασε για την παραπάνω αιτία το ποσό των 91.700 ευρώ, δεχόμενο ότι ο ενάγων προτίθεται να πραγματοποιήσει χειρουργική επέμβαση στο ως άνω νοσοκομείο του Η. Β. έσφαλε, γενομένου δεκτού του δεύτερου σκέλους του τέταρτου λόγου της έφεσης της εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμου και απορριπτόμενου του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος, κατά τον οποίο έπρεπε να του επιδικασθεί το συνολικό απούμενο ποσό των 95.700 ευρώ.
Εξάλλου, ενώ αποδείχθηκε με βεβαιότητα ότι ο ενάγων φέρει ουλές εκ του ατυχήματος στο άνω αριστερό άκρος του, οι οποίες μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά με χειρουργικές επεμβάσεις πλαστικής χειρουργικής, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν υποδεικνύεται πραγματική πρόθεση αυτού να μεταβεί στο Η. Β. προς πραγματοποίηση αυτών, δεδομένου ότι, πλην μιας έγγραφης προσφοράς από κλινική του …, σε καμία, επίσης, προπαρασκευαστική πράξη δεν έχει προβεί για την πραγματοποίηση αυτών σε νοσοκομείο του εξωτερικού ενώ αντίθετα, όπως ήδη αναφέρθηκε αυτός εξετάστηκες από τον ιατρό Δ.
Μ., πλαστικό χειρουργό, Διευθυντή Πλαστικής Χειρουργικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Α. και τ. Επιμελητή του U. C. H. του Λ. και αιτήθηκε τον προσδιορισμό επακριβώς της δαπάνης, τέτοιας επέμβασης στη χώρα μας και στους δύο προαναφερόμενους χρόνους εξέτασης του, γεγονός που δηλώνει την πρόθεση του για αποκατάσταση στην Ελλάδα.
Κρίνεται δε βέβαιο ότι ο ενάγων προτίθετο να πραγματοποιήσει τις επεμβάσεις σε νοσοκομείο του εξωτερικού δε θα ζητούσε προσδιορισμό της δαπάνης για νοσοκομείο της χώρας μας από τον παραπάνω ιατρό, με δεδομένο ότι αυτός έχει εργασθεί ως Επιμελητής στο U. C. H. του Λ. Να σημειωθεί, ότι ο ενάγων δεν αιτείται επικουρικά την επιδίκαση αποζημίωσης για την δαπάνη που οφείλει να καταβάλλει σε περίπτωση πραγματοποίησης της επέμβασης στη χώρα μας και συνεπώς το Δικαστήριο δεν δύναται να επιδικάσει τέτοια.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το σχετικό αιτούμενο από τον ενάγοντα κονδύλιο ποσού 57.000 ευρώ ως αβάσιμο, με άλλη όμως αιτιολογία και δη ότι δεν αποδεικνύεται το κόστος της χειρουργικής αποκατάστασης των ουλών, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτόμενου του σχετικού τέταρτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ, και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι ο σχετικοί δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως. Εξάλλου, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι, διότι με την επίφαση της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση (υπ' αριθμ. 512/2018), δέχθηκε σχετικά με τις αξιώσεις του αναιρεσείοντος για πλασματικές δαπάνες υπηρεσιών βοηθού και για δαπάνες βελτιωμένης διατροφής ότι: "Επιπροσθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, έχοντας υποστεί τις ανωτέρω σωματικές βλάβες, και κατά την κατ' οίκον νοσηλεία και αποκατάσταση του μετά την έξοδο του από το νοσοκομείο, ήτοι για συνολικό χρονικό διάστημα ενός έτους, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί.
Οι ανάγκες αυτές καλύφθηκαν χωρίς την πρόσληψη υποκατάστατης δύναμης (αποκλειστικής νοσοκόμας- περιποιήτριας) από την μητέρα, τη σύζυγο και την κουμπάρα του ενάγοντος, εναλλάξ απασχολούμενες επί 24ωρο, οι οποίες του προσέφεραν τις αντίστοιχες υπηρεσίες με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους σε βάρος των λοιπών απασχολήσεων τους.
Για την αιτία αυτή δικαιούται ο ενάγων να αξιώσει από την εναγόμενη την καταβολή ποσού ίσου με αυτού που θα κατέβαλε ως αποδοχές αν προσλάμβανε για την περιποίηση του τρίτο πρόσωπο ως βοηθού (και όχι ως αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας), το οποίο ανέρχεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την απαιτούμενη στην προκειμένη περίπτωση κατά τα ανωτέρω απασχόληση των προσώπων αυτών στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, λαμβανομένου υπόψη ότι οι παρασχεθείσες από τα ανωτέρω πρόσωπα και αναγκαίες στον ενάγοντα υπηρεσίες δεν ήταν αυτές προσώπου με ειδικές γνώσεις και εμπειρία, λαμβανομένου υπόψη και ότι όταν πρόκειται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μηνός η αμοιβή τρίτου προσώπου υπολογίζεται σε μηνιαία βάση και συνολικά (12 μήνες επί 600 ευρώ μηνιαίως=) 7.200 ευρώ, απορριπτομένου του επιπλέον αιτουμένου χρόνου αποκλειστικής απασχόλησης των ανωτέρω ποσών και του συνδεόμενου σχετικού κονδυλίου ως αναπόδεικτου.
Επίσης αποδείχθηκε ότι για χρονικό διάστημα συνολικά έξι (6)μηνών υποχρεώθηκε ο ενάγων κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει του είδους του τραυματισμού του (κατάγματα) και της συνακόλουθης οργανικής ταλαιπωρίας του, σε συνδυασμό με την φαρμακευτική αγωγή που ελάμβανε, την καθυστέρηση πώρωσης των καταγμάτων και με την ηλικία του (35 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος), να λάβει βελτιωμένη διατροφή, πέραν της συνήθους, και δη πλούσια σε ασβέστιο και φώσφορο και ιδίως γαλακτοκομικά προϊόντα και κρέας, δαπανώντας για την αιτία αυτή το ποσό των 3 ευρώ ημερησίως επιπλέον εκείνου που θα διέθετε για τη συνήθη διατροφή του, ως μέσος σύγχρονος άνθρωπος της ηλικίας του σύμφωνα με τις τιμές των αγαθών τον πιο πάνω χρόνο και συνολικά το ποσό των (180 ημέρες επί 3 € ημερησίως=) 540 ευρώ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298, 914 και 929 ΑΚ ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ζητήματα της αποζημιώσεως για πλασματική δαπάνη υπηρεσιών βοηθού και βελτιωμένης διατροφής, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή όχι ερμηνείας και εφαρμογής των αναφερομένων στο αναιρετήριο ουσιαστικών διατάξεων.
Κατά συνέπεια οι σχετικοί 16ος και 17ος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Εξάλλου, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση των πλημμελειών από τους αριθμούς, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω με τον 18ος λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση (υπ'αριθμ. 512/2018) την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 298, 914 και 929 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση των σχετικών πλημμελειών πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 ΚΠολΔ), άλλως, ως αβάσιμος, διότι, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι "...το αιτούμενο κονδύλι των 100 ευρώ που δαπάνησε ο ενάγων για την χορήγηση της άνω ιατρικής γνωμάτευσης του ιατρού-πλαστικού χειρουργού Δ. Μ. (βλ. την υπ'αριθ.865/12-11-2013 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ανωτέρω ιατρού) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, υπό την προϋπόθεση ότι ζητείται για την αποκατάσταση αντίστοιχης θετικής ζημίας του ενάγοντος από το κρινόμενο ατύχημα, καθώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την ένδικη σύγκρουση και τις συνέπειές της στα έννομα αγαθά του ενάγοντος...", δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικές διατάξεις.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (ΚΠολΔ 106), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, ως προς την βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι.
Το δικαστήριο έχει μεν την υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόφασή του (να αναφέρει τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης), δεν έχει όμως υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Έτσι, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου σε ένα ουσιώδες ζήτημα ελήφθησαν υπόψη ή συνεκτιμήθηκαν τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους και ν' αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Στη προκείμενη περίπτωση από την διαβεβαίωση του Εφετείου Αθηνών, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του, κατά μεν την υπ'αριθμ…, ".... την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Δ. του Α., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντας (η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία δε ζήτησε την εξέταση μάρτυρα) και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, η οποία εκτιμάται μόνη της και σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του μάρτυρα, την επισκόπηση των προσαγόμενων μετ' επικλήσεως φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων αμφισβητείται (άρθρα 444 αρ.3, 448 παρ.2 και 457 παρ. 4 του ΚΠολΔ), όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσάγουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα οποία λαμβάνονται υπόψη, έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 και 681 Α' ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων η από 11-06-2012 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τ.Τ.
Πατρών με το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, καθώς και οι δοθείσες κατά την ποινική προδικασία καταθέσεις - για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 σε συνδ.
με 591 παρ. 1 και 681 Α' του ΚΠολΔ)" και κατά την υπ'αριθμ. 2808/2019 "Από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 512/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και δη από την επανεκτίμηση και επαναξιολόγηση την ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, Α. Δ., που εξετάσθηκε, με επιμέλεια του ενάγοντας, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και ή οποία, ένορκη κατάθεση, εκτιμάται κατά το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας του μάρτυρα, από τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), μεταξύ αυτών δε περιλαμβάνονται και τα δημόσια έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας (βλ.) καθώς και οι μη αμφισβητούμενες για τη γνησιότητα τους φωτογραφίες (άρθρα 444 αρ. 3, 448 παρ.2 και 457 παρ.4 του ΚΠολΔ), χωρίς να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ασχέτως αν μνημονεύεται ή όχι ειδικά καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρα 336 αρ. 4 ΚΠολΔ) και επιπλέον από την από 18-7-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Κ.
Β., νευροχειρουργού και Π. Χ., ορθοπεδικού χειρούργου- τραυματολόγου και την από 10-10-2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατρού Δ. Χ., πλαστικού χειρουργού, που διορίσθηκαν ως πραγματογνώμονες με την παραπάνω απόφαση καθώς επίσης και τις εκθέσεις των διορισθέντων ως τεχνικών συμβούλων από την εναγομένη ιατρών Γ.
Σ. ορθοπεδικού χειρουργού, Α. Κ., πλαστικού χειρουργού και Π. Κ., νευροχειρουργού αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου", όχι μόνο δεν καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τόσο την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Δ., που εξετάσθηκε, με επιμέλεια του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσον και όλα τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο και φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα, αλλά καθίσταται και αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά, στα περισσότερα μάλιστα των οποίων γίνεται ρητή αναφορά, όπως η από 21-5-2014 ιατρική βεβαίωση του αγγλικού νοσοκομείου L.
B. H., η από 24-11-2015 βεβαίωση του ταξιδιωτικού πρακτορείου ….., η υπ' αριθ. πρωτ. 12626/Φ205/30-11-2016 ιατρική γνωμάτευση του Νοσοκομείου "….", η από 18-7-2018 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης των Κ. Β. και Π. Χ., η υπ' αριθ. πρωτ.16626/12-6-2016 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "….", η υπ' αριθ. πρωτ. 29020/30-11-2016 ιατρική βεβαίωση του Νοσοκομείου "…", η από 7-11-2013 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού ιατρού Γ.
Β. και η από 19-11-2018 ιατρική γνωμάτευση του ορθοπεδικού ιατρού Γ. Β.. Κατά συνέπεια οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως (2ος, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 8ος, 9ος, 16ος και 17ος) με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στις προσβαλλόμενες αποφάσεις την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και εντεύθεν απορριπτέοι.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "...σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, (άρθρα 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα, που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 ΚΠολΔ .
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης .
Και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό , είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού .
Στη προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση υπ'αριθμ. 2808/2019, δέχθηκε σχετικά ότι: "...Εξ αιτίας του ένδικου τροχαίου ατυχήματος ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο αυτού, υπηρετούσε με το βαθμό του υπαρχιφύλακα στην Ελληνική Αστυνομία στο Αστυνομικό Τμήμα Κάτω …., δυνάμει της υπ' αριθμ 1698//14-11-2013 γνωμάτευση της Ανώτατης Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών της Διεύθυνσης Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας και αφού αυτή έλαβε υπόψη όλο το ιατρικό ιστορικό του έως τον παραπάνω χρόνο, επομένως και τη γνωμάτευση του προαναφερόμενου ιατρού, κρίθηκε ανίκανος για την ενεργό υπηρεσία της ΕΑ.ΑΣ.
αλλά ικανός για την υπηρεσία γραφείου, διότι παρουσιάζει, όπως αναφέρεται στην παραπάνω γνωμάτευση "αξονική βλάβη κερκιδικού νεύρου αριστερού σε έδαφος κατάγματος βραχιονίου και πηχεοκαρπική αριστερά με ήπια μόνιμα παραμένοντα λετουργικά ενοχλήματα (αιμωδίες κατανομής κερκιδικού νεύρου αριστερού - καυσαλγικές διαταραχές).
Κατά τον ίδιο δε τρόπο έκρινε και η Αναθεωρητική Υγειονομική Επιτροπή της Διεύθυνσης Υγειονομικού της ΕΑ.ΑΣ. μετά από προσφυγή που άσκησε ο ενάγων, κατά της παραπάνω απόφασης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 3/2014 γνωμάτευση της, την οποία προσαρτάται πίνακας με το είδος της υπηρεσίας που δύναται αυτός να εκτελεί και το ωράριο εργασίας.
Ενδεικτικά, ο ενάγων δύναται να εκτελεί υπηρεσία εκφωνητή σε κέντρο RT, ασυρματιστή, χειριστή προγραμματιστή Η/Υ, υπηρεσία προσωπικού σε λέσχες και κυλικεία, νοσοκόμου, χειριστή τηλετύπου, δακτυλογράφου κλπ. Και με ωράριο μόνο πρωί και απόγευμα, ενώ δεν δύναται να εργασθεί Σαββατοκύριακα, αργίες και να εκτελεί υπηρεσία επιφυλακής.
Τέλος, να σημειωθεί ότι σε πολλά εκ των ιατρικών εγγράφων αναφέρεται ότι ο ενάγων είναι αριστερόχειρας, προφανώς κατά δήλωση του ίδιου, δεδομένου ότι η αριστεροχειρία του δεν υποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, εάν και αυτή καταγράφεται όταν πρόκειται για εργαζόμενο, που φέρει υπηρεσιακό όπλο...Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η μόνιμη αναπηρία του ενάγοντας, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 35 ετών, και η μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας του, θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο οικονομικό, ιδίως, αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, αφού δε θα μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες- πράξεις, που απαιτούν λεπτές κινήσεις των δακτύλων του αριστερού χεριού, σταθερότητα αυτού και μυϊκή δύναμη και δεν θα είναι πλέον σε θέση να απολαμβάνει τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, που συνδέονται με τέτοιες κινήσεις π.χ.
αθλητικές δραστηριότητες, ενασχόληση με το αγρόκτημα του κλπ. Ήδη, όπως αναφέρθηκε μεταβλήθηκε και η φύση τη εργασίας του, καθότι δεν δύναται πλέον να φέρει όπλο. Οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τη μόνιμη αναπηρίας που προκλήθηκε στον παθόντα, το ποσοστό της, το είδος και τις συνέπειες αυτής (αναπηρίας), την ηλικία του παθόντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του έτερου (οδηγού) στην πρόκληση του ατυχήματος και γενικότερα την οικονομική, κοινωνική προσωπική κατάσταση του ενάγοντας, όχι όμως και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει ότι για την παραπάνω αιτία πρέπει να επιδικασθεί στον παθόντα (ενάγοντα) ως πρόσθετη αποζημίωση, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, το ποσό των 20.000 ευρώ.
Εξαιτίας, περαιτέρω του ατυχήματος και του τραυματισμού του, ο ενάγων υπέστη αναμφίβολα ηθική βλάβη και δικαιούται εκ του λόγου αυτού χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη οχήματος στην πρόκληση ατυχήματος, τη σοβαρότητα και το είδος του τραυματισμού του ενάγοντος, την ηλικία του (35 ετών κατά τον χρόνο του ατυχήματος), τη νοσηλεία του, την υποβολή του σε χειρουργικές επεμβάσεις και συνεχείς ιατρικές εξετάσεις και ιατρικές επισκέψεις, τις επιπτώσεις στην υγεία του, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, την καλή μέχρι τότε κατάσταση της υγείας του και γενικότερα την οικονομική, κοινωνική και προσωπική κατάσταση αυτού, μη λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1308/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1670/2006 ΕπισκΕΔ 2006, 1073, ΕφΑΘ3790/2001 ΧρΙδΔ 2001,502, Αθ.
Κρητικός σε "Αποζημίωση από Τροχαία Αυτοκινητικά Ατυχήματα", έκδ. 1998, σελ. 341 επ. αριθ. 976), κρίνει, μετά τη στάθμιση των κατά το νόμο στοιχείων, ως εύλογο το ποσό των 30.000 ευρώ (άρθρο 932 του ΑΚ), το οποίο είναι ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματική ικανοποίησης" Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα):
α) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος αναιρεσείοντος το ποσό των 30.000 €), και β) το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική παροχή εκ του άρθρου 931 Α.Κ., δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 932 και 931 ΑΚ, ούτε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 Α.Κ, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ουσιώδη ζητήματα του ευλόγου και αναλόγου των σχετικών αξιώσεων και περί του αν τα επιδικασθέντα ποσά υπολείπονται ή όχι καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζουν τα Δικαστήρια σε όμοιες περιπτώσεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή όχι ερμηνείας και εφαρμογής των αναφερομένων στο αναιρετήριο ουσιαστικών διατάξεων, δεδομένου ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το ύψος των σχετικών αξιώσεων, και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά συνέπεια οι σχετικοί 7ος, 10ος, 11ος, 12ος, 13ος, 14ος και 15ος εκ των άρ. 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ καλύπτει τρεις περιπτώσεις και συντρέχει, όταν το δικαστήριο, α) επιδίκασε μη αιτηθέν β) επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, γ) άφησε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων αδίκαστη. Η διάταξη αυτή αποτελεί έκφανση της αρχής της διαθέσεως (ΚΠολΔ 106) και ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή και της αναγνωρίσεως.
Στη προκείμενη περίπτωση με τον 19° λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα που υπέβαλε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του για επιδίκαση ποσού 1.700 €, το οποίο κατέβαλε ως αμοιβή στους διορισθέντες από το Δικαστήριο πραγματογνώμονες.
Όμως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το αίτημα αυτό και συμπεριέλαβε στο ποσό της δικαστικής δαπάνης που επιδίκασε, και το ποσό της σχετικής δαπάνης που αναλογεί στην έκταση της νίκης και της ήττας αυτού (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-12-2020 (αρ. κατ. 53/2021) αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2808/2019 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν υπ'αριθμ. 512/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ