Legislator Case Law & Legislation
1439/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against social security court ruling on rent arrears and penalty clauses.

Case Number 1439/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court of Athens' judgment regarding rent arrears and penalty clauses. The appellant argued that the lower court erred by ruling on penalty clauses without establishing the appellant's fault, yet the court found no such argument was raised during proceedings. Consequently, the court held that the lower court's decision was legally sound and the appeal lacked merit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 405(1) of the Code of Civil Procedure and the Civil Code; The court may examine an appeal only on grounds properly raised by the appellant, and a failure to allege fault does not invalidate a judgment regarding penalty clauses.

Keywords

AI generated
appeal admissibility fault requirement penalty clauses rent arrears social security disputes procedural default dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 83(2) of Law 4790/2021
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 405(1) of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1142/2019
Supreme Court 1623/2014
Supreme Court 352/2011
Supreme Court 1489/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1439 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1439/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Aνώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "A. Ε. Β. Ο. Α. Ε." και ήδη "Χ. Ε. Β. Ο. Α. Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ) και ήδη "Ηλεκτρονικός Εθνικός Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικής Ασφάλισης - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Σακελλαροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή του αναιρεσιβλήτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2013 αγωγή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 905/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1346/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του Προέδρου του τμήματος ή του Προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων".

Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 13-06-2017 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4191/358/13-06-2017) αίτηση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ε. Β. Ο. Α. Ε.", η οποία ήδη, κατόπιν μεταβολής, έχει την επωνυμία "Χ. Ε. Β. Ο. Α. Ε.", για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1346/2017 απόφασης του του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στην αρχική δικάσιμο της 07-12-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 22-11-2019, οπότε ματαιώθηκε.

Ακολούθως, με την από 21-01-2020 κλήση της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτηση αναίρεσης, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτησή της η 19-02-2021. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω ειδικών συνθηκών (πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19) και με την από 26-04-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 10-09-2021.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (10-09-2021) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο της 10-09-2021 ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 και η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, απουσιάζει, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του Α.Κ., "ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε", ήτοι, με τον όρο "αποδώσει" νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση, που ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο ο μισθωτής, ανεξάρτητα από τυχόν πταίσμα του τελευταίου, γιατί η ευθύνη είναι αντικειμενική.

Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 Α.Κ. καθιερώνεται ιδιόμορφη αντικειμενική ευθύνη του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση στον εκμισθωτή για την παραβίαση της προβλεπόμενης από τη ρύθμιση του άρθρου 599 παρ. 1 Α.Κ. υποχρέωσης αυτού να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου (ΑΠ 646/2020, ΑΠ 329/2019).

Η αξίωση αυτή είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος της είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 599, 601, 297, 298 Α.Κ., ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 Α.Κ. (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 852/2018, ΑΠ 7/2010).

Η θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ αξίωση του εκμισθωτή προς αποζημίωση, η οποία γεννιέται από την επόμενη ημέρα της λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα της απόδοσης της κατοχής του μισθίου, αποτελεί μετενέργεια της σύμβασης μίσθωσης (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1815/2007). Επίσης, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 601 Α.Κ.

προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτή παράνομη παρακράτηση του μισθίου από το μισθωτή χωρίς να ερευνάται, όπως προαναφέρθηκε, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Αποτελεί δε παράνομη παρακράτηση υπό την έννοια της ως άνω διάταξης, η γενόμενη χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 640/2020, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1331/2013, ΑΠ 1307/2013, ΑΠ 229/2012).

Εκτός των ανωτέρω, ο εκμισθωτής δικαιούται να απαιτήσει για την παρακράτηση αυτή του μισθίου και την αποκατάσταση κάθε άλλης περαιτέρω ζημίας, κατά τις γενικές διατάξεις περί υπερημερίας του οφειλέτη (ΑΚ 343 επ., 335) και των θετικών παραβάσεων της σύμβασης (ΑΚ 343 επ., 335), η οποία έχει ως προϋπόθεση το πταίσμα του μισθωτή, που τεκμαίρεται, ενώ την ανυπαρξία του οφείλει να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και αποδείξει ο τελευταίος, για να απαλλαγεί (βλ.

ΑΠ 199/2017, ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 229/2012). Δικαιούχος της αποζημίωσης χρήσης του άρθρου 601 του Α.Κ. είναι ο εκμισθωτής του μισθίου. Εξάλλου, ως συμφωνημένο μίσθωμα για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσης νοείται αυτό, το οποίο οφειλόταν κατά το χρόνο στοιχειοθέτησης της αξίωσης, δηλαδή κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης και όχι εκείνο που, κατά τη διάρκεια της παρακράτησης του μισθίου, θα προέκυπτε από τη συμφωνημένη αναπροσαρμογή του (βλ.

ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 1473/2003, ΑΠ 1248/2001), ενώ δεν υφίσταται εκ του νόμου δήλη ημέρα ως προς την καταβολή της αποζημίωσης χρήσης, ώστε με την παρέλευσή της να περιέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 341 παρ. 1 Α.Κ., ο παρακρατών το μίσθιο σε υπερημερία οφειλέτη ως μισθωτής και να υποχρεούται κατόπιν τούτου στην καταβολή τόκων υπερημερίας (ΑΠ 1512/2000, ΑΠ 212/2000, ΑΠ 1594/1999, ΑΠ 565/1996).

Επομένως, η αξίωση αυτή καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και, συνεπώς, τοκοφόρα, εφόσον προηγηθεί όχληση του υποχρέου σε αποζημίωση, οπότε οφείλονται τόκοι κατά τα άρθρα 340 και 345 του Α.Κ. ή από την επόδοση της αγωγής, κατά το άρθρο 346 Α.Κ. (ΑΠ 565/1996). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ..

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίζει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (Ολ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 73/2020, ΑΠ 800/2020). Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.), ο εκμισθωτής, δύναται να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου (αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη) μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1145/2019, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 2045/2006) και όχι άλλο προγενέστερο σημείο, εκτός αν έχει συμφωνηθεί τούτο υπό των μερών (ΑΠ 2045/2006).

Ειδικότερα, το δικαίωμα αυτό, αναπροσαρμογής του μισθώματος, είναι διαπλαστικής φύσης και κατά συνέπεια τόσο η αγωγή, όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές και παρέχει τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 155/2018, ΑΠ 1954/2017, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 1112/2017).

Όμως το οφειλόμενο για αποζημίωση χρήσης λόγω παρακράτησης του μισθίου μετά τη λήξη της μίσθωσης, ποσό, έστω και αν ορίζεται σε ποσό ίσο με το μίσθωμα, δεν έχει, όπως προαναφέρθηκε, χαρακτήρα μισθώματος, αλλά αποτελεί γνήσια αποζημίωση (ΑΠ 1653/2014, ΑΠ 329/2011). Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 404 και 405 παρ. 1 του Α.Κ. ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.

Κατά δε το άρθρο 407 Α.Κ. αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την ποινή που κατέπεσε και την εκπλήρωση της παροχής. Έχει επίσης το δικαίωμα να απαιτήσει και την επί πλέον αποδεικνυόμενη ζημία, από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση.

Οι διατάξεις όμως περί ποινικής ρήτρας είναι ενδοτικού δικαίου και συνεπώς είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο οφειλέτης, σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεών του, θα υποχρεούται να καταβάλει προς το δανειστή σωρευτικώς όχι μόνο τη συμφωνηθείσα ποινή, αλλά επί πλέον και αποζημίωση και μάλιστα συγκεκριμένου ποσού (ΑΠ 229/2012, ΑΠ 1484/2009, ΑΠ 762/2000).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ. "αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσης, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής εννοίας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την επέλευση ή όχι ζημίας και το ύψος αυτής, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχομένη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα τα οποία είχε για το δανειστή η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.

Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι ο αιτούμενος τη μείωση ως υπέρμετρης της ποινής, πρέπει να επικαλεσθεί στην αίτησή του συγκεκριμένα περιστατικά, συνεπεία των οποίων καθίσταται υπέρμετρη η ποινή, και, σε περίπτωση αμφισβήτησής τους, να αποδείξει αυτά, ενώ δεν αρκεί μόνο το περιστατικό, ότι ο δανειστής δεν υπέστη ζημία ή ότι αυτή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής, αφού κατά το άρθρο 405 Α.Κ., η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημιά.

Ενόψει δε του χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 409 Α.Κ. ως δημοσίας τάξεως, η αξίωση του οφειλέτη περί μείωσης της ποινής μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή ή ανταγωγή, είτε με ένσταση σε κάθε στάση της δίκης, ενώ το δικαστήριο λαμβάνει ως βάση για το σχηματισμό της ως άνω κρίσης του το χρόνο της απόφασης αυτού (AΠ 1738/2017, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 1118/2015, ΑΠ 811/2013, ΑΠ 224/2012).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Ειδικότερα, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, αν δε το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της πρέπει επιπλέον να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 199/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1346/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 1.9.1992 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως το ενάγον ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών [ΙΚΑ-ΕΤΑΜ]", στην θέση του οποίoυ υπεισήλθε, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, το ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" [ΕΦΚΑ] εκμίσθωσε προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.

Ε. Β. Ε. Α.Ε ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εναγομένη ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "Α. Ε. Β. Ο. Α. Ε.", λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως της πρώτης από την δεύτερη, τον 10° όροφο της επί της Λ. ... αρ. … [...] πολυώροφης οικοδομής, προκειμένου να τον χρησιμοποιήσει για την στέγαση των γραφείων της, στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας, για χρονική διάρκεια δύο [2] ετών, αρχομένη στις 19/11/1992 και λήγουσα στις 18/11/1994, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 1.384.100 δραχμών [ή 4.056,00€] πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου [3,6%], προκαταβαλλόμενου την πρώτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός, αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 12%, ετησίως, επί του μισθώματος του τελευταίου καταβαλλομένου μισθώματος του προηγουμένου μισθωτικού έτους.

Στο όρο 23 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ορίστηκε ότι η καταβολή εκ μέρους της μισθώτριας, ως εγγύησης για την ακριβή και πιστή εκτέλεση των όρων της μισθωτικής συμβάσεως, ποσού ίσου με τα μισθώματα δύο [2] μηνών, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται με την εκάστοτε αναπροσαρμογή του μισθώματος και η οποία "..θα παραμείνει στο Ίδρυμα μέχρι να λήξει η μίσθωση, θα είναι ανεκχώρητη και θα αποκλείεται ο συμψηφισμός της με τυχόν οφειλόμενα μισθώματα, θα επιστραφεί στον μισθωτή, ατόκως, εφόσον αυτός παραδώσει εμπρόθεσμα το μίσθιο, διαφορετικά θα κρατηθεί για την κάλυψη αποζημίωσης του Ιδρύματος για κάθε ζημιά που θα υποστεί το μίσθιο και θα είναι εκτελεστή στην πρώτη ζήτηση του ΙΚΑ..".

Επίσης με όρο 17 του ίδιου μισθωτηρίου ορίστηκε ότι "Μετά την λήξη της μίσθωσης, η οποία ορίζεται για δύο χρόνια, λόγω του ότι το ακίνητο θα εκποιηθεί, ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος, χωρίς καμιά ενόχληση ή άλλη ειδοποίηση, να εκκενώσει και να παραδώσει το μίσθιο, σε αντίθετη δε περίπτωση θα ευθύνεται για κάθε ζημιά, την οποία θα έχει υποστεί το Ίδρυμα εξ αιτίας του.

Σε περίπτωση, που η παράδοση δεν θα γίνει εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα πιο πάνω ο μισθωτής, θα είναι υποχρεωμένος στην καταβολή διπλάσιου μισθώματος από την ημέρα που έληξε η μίσθωση και μέχρι που θα παραδώσει το μίσθιο ή μέχρι που θα εξωσθεί απ' αυτό, μετά από δικαστική απόφαση, λόγω αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας, ακόμη θα είναι υποχρεωμένος στην αποκατάσταση και την επανόρθωση κάθε άλλης ζημιάς, που θα υποστεί το Ίδρυμα εξ αιτίας του".

Η ως άνω μίσθωση ως εμπορική, υπάγεται και ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Π.Δ 34/1995 και ανεξάρτητα από την συμφωνημένη βραχύτερη διάρκειά της ισχύει για δώδεκα [12] έτη, ήτοι μέχρι 18/11/2004, μετά δε την συμπλήρωση της ως άνω δωδεκαετίας παρατάθηκε για τέσσερα [4] επιπλέον έτη ήτοι μέχρι 18/11/2008, οπότε έληξε, εφόσον εντός εννέα [9] μηνών από την συμπλήρωση των δώδεκα [12] ετών, το ενάγον δεν άσκησε αγωγή απόδοσης του μισθίου [άρθρο 61 του Π.Δ/τος 34/1995].Και μετά την λήξη της ως άνω μισθωτικής σχέσεως στις 18/11/2008, η εναγομένη εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το ως άνω μίσθιο, παρανόμως και αυθαιρέτως, μέχρι και την συζήτηση [14/11/2014] της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, χωρίς κατά το ως άνω χρονικό διάστημα να καταβάλλει το, ως αποζημίωση χρήσεως, μίσθωμα, το οποίο είχε διαμορφωθεί μετά από τις συμβατικές ως άνω αναπροσαρμογές στο ποσό των 22.200,64€.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι δυνάμει του από 14/9/1992 ιδιωτικού συμφωνητικού, το ως άνω ενάγον [ΙΚΑ-ΕΤΑΜ] εξεμίσθωσε προς την εναγομένη εταιρία καθώς και στην εταιρία, με την επωνυμία "Ε. Α.Ε" από κοινού τον ένατο [9°] όροφο, επιφανείας 854 τ.μ. του ίδιου ως άνω κτηρίου, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την στέγαση των γραφείων τους, για χρονική διάρκεια δύο [2] ετών, αρχόμενη από 15/9/1992 και λήγουσα στις 14/9/1994, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.177.700 δραχμών [ή 6.390,90€], προκαταβαλλομένου την πρώτη ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου [3,6%], αναπροσαρμοζόμενου κατά ποσοστό 12%, ετησίως, επί του καταβαλλομένου μισθώματος του προηγουμένου μισθωτικού έτους.

Στον όρο 23 του άνω μισθωτηρίου ορίστηκε ότι η καταβολή εκ μέρους της μισθώτριας, ως εγγύησης, για την ακριβή και πιστή εκτέλεση των όρων της μισθωτικής συμβάσεως, ποσού ίσου με τα μισθώματα δύο [2] μηνών, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται με την εκάστοτε αναπροσαρμογή του μισθώματος και η οποία "..θα παραμείνει στο Ίδρυμα μέχρι να λήξει η μίσθωση, θα είναι ανεκχώρητη και θα αποκλείεται ο συμψηφισμός της με τυχόν οφειλόμενα μισθώματα, θα επιστραφεί στον μισθωτή, ατόκως, εφόσον αυτός παραδώσει εμπρόθεσμα το μίσθιο, διαφορετικά θα κρατηθεί για την κάλυψη αποζημίωσης του Ιδρύματος για κάθε ζημιά που θα υποστεί το μίσθιο και θα είναι εκτελεστή στην πρώτη ζήτηση του ΙΚΑ..".

Επίσης με όρο 17 του ίδιου μισθωτηρίου ορίστηκε ότι "Μετά την λήξη της μίσθωσης, η οποία ορίζεται για δύο χρόνια, λόγω του ότι το ακίνητο θα εκποιηθεί, ο μισθωτής είναι υποχρεωμένος, χωρίς καμιά ενόχληση ή άλλη ειδοποίηση να εκκενώσει και να παραδώσει το μίσθιο, σε αντίθετη δε περίπτωση θα ευθύνεται για κάθε ζημιά, την οποία θα έχει υποστεί το Ίδρυμα εξ αιτίας του.

Σε περίπτωση, που η παράδοση δεν θα γίνει εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα πιο πάνω ο μισθωτής, θα είναι υποχρεωμένος στην καταβολή διπλάσιου μισθώματος από την ημέρα που έληξε η μίσθωση και μέχρι που θα παραδώσει το μίσθιο ή μέχρι που θα εξωσθεί απ' αυτό, μετά από δικαστική απόφαση, λόγω αποζημίωσης και ποινικής ρήτρας, ακόμη θα είναι υποχρεωμένος στην αποκατάσταση και την επανόρθωση κάθε άλλης ζημιάς, που θα υποστεί το Ίδρυμα εξ αιτίας του.".

Και η ως άνω μίσθωση, ως εμπορική, υπάγεται και ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Π.Δ 34/1995 και ανεξάρτητα από την συμφωνημένη βραχύτερη διάρκειά της ισχύει για δώδεκα [12] έτη, ήτοι μέχρι 14/09/2004, μετά δε την συμπλήρωση της ως άνω δωδεκαετίας παρατάθηκε για τέσσερα [4] ακόμη έτη ήτοι μέχρι 14/09/2008, οπότε έληξε, εφόσον εντός εννέα [9] μηνών από την συμπλήρωση των δώδεκα [12] ετών, το ενάγον δεν άσκησε αγωγή απόδοσης του μισθίου [άρθρο 61 του Π.Δ/τος 34/1995].

Με το ως άνω συμφωνητικό ορίστηκε ότι το συμφωνημένο κατά τα άνω μίσθωμα θα καταβάλλεται κατά 1/2 από την κάθε μισθώτρια, καθόσον το εν λόγω μίσθιο [9°s όροφος] αποτελείται από δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητους χώρους, επιφανείας 421,36 τ.μ., και 432,64 τ.μ., με ιδιαίτερες εισόδους σ' αυτά. Από αυτούς ο πρώτος χώρος παραδόθηκε από το ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ στην δικαιοπάροχο της εναγομένης και ο δεύτερος χώρος στην ως άνω εταιρία "Ε.

ΑΕ", η οποία απεχώρησε από το εν λόγω μίσθιο τον Ιούλιο του έτους 1999 και έκτοτε το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ άλλαξε τις κλειδαριές και διατηρεί τον χώρο κλειστό και ανεκμετάλλευτο, καταβάλλοντας το ίδιο τις αναλογούσες στον ως άνω δεύτερο χώρο, κοινόχρηστες δαπάνες.

Συνεπώς, το καταβαλλόμενο από την αρχική μισθώτρια και στην συνέχεια από την εναγομένη, μετά την επελθούσα δια της συγχώνευσης με απορρόφηση της πρώτης από την δεύτερη, μίσθωμα ανέρχεται μετά από τις συμβατικές αναπροσαρμογές στο ποσό των 17.490,39€ [34.980,79€Χ1/2]. Τα ανωτέρω δέχθηκε με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, η υπ'αρ. 4602/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 12/10/2010 [αρ.κατ. 8533/2010] και από 9/11/2010 [αρ.κατ.9400/2010] εφέσεων των διαδίκων, κατά της υπ'αρ.1737/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 8/4/2009 [αρ.κατ.2419/2009], από 28/9/2009 [αρ.κατ.5916/2009] και από 25/9/2009 [αρ.κατ.5917/2009] αγωγών των διαδίκων. Η εναγομένη και μετά την λήξη της ως άνω μισθωτικής σχέσεως [14/09/2008] εξακολούθησε να χρησιμοποιεί το ως άνω μίσθιο, παρανόμως και αυθαιρέτως, μέχρι και στις 30/10/2012 ,οπότε, οικειοθελώς, αποχώρησε και το απέδωσε στο ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, χωρίς, όμως, κατά το ως άνω διάστημα, που χρησιμοποιούσε αυθαίρετα και παράνομα το ένδικο μίσθιο, να καταβάλει, ως αποζημίωση χρήσεως, το ως άνω ποσό των 17.490,396 μηνιαίως.

Συνεπώς και για τα δύο μίσθια η εναγομένη οφείλει στο ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως κατ' αποκοπή αποζημίωση χρήσεως, για παράνομη και αυθαίρετη χρήση των ενδίκων μισθίων: α] για το μίσθιο του 10ου ορόφου και για το χρονικό διάστημα από 19/11/2008 έως 14/11/2014 [ημερομηνία συζήτησης της ένδικης αγωγής] το ποσό των 1.595.485,96 [22.200,646 Χ71μήνες +26 ημέρες] ευρώ και β] για το μίσθιο χώρο του 9ου ορόφου και για το χρονικό διάστημα από 15/9/2008 έως 30/10/2012 [ημερομηνία απόδοσής του στο ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ], το ποσό των 865.774,55 [17.490,396 Χ 49,50 μήνες] ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 2.461.260,516 ευρώ και μετά την αφαίρεση του ποσού των 20.000 ευρώ, το οποίο κατέβαλε έναντι του άνω ποσού η εναγομένη, καταβολή την οποία ο συνομολογεί το ενάγον ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεκτής καθισταμένης ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής περί μερικής εξόφλησης της εναγομένης, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δεν προσβάλλεται κατά την διάταξη αυτή, αυτό [κατ' αποκοπή αποζημίωση χρήσεως] διαμορφώνεται στο ποσό των 2.441.260,51€.

Η εναγόμενη προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται αμάχητο τεκμήριο υπέρ του εκμισθωτή ως προς το ύψος της αποζημίωσης χρήσεως, αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 εδ.

δ' και 4 παρ.1, ήτοι στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας, καθώς και στο άρθρο 288 ΑΚ, το οποίο είναι εφαρμοστέο και για τον εκ μέρους του Δικαστηρίου καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης χρήσεως για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται εξωσυμβατική χρήση του μισθίου. Ο ισχυρισμός αυτός ανεξάρτητα από το γεγονός ότι απαραδέκτως προτείνεται το πρώτο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, εφόσον δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης, η οφειλόμενη μετά την λήξη της μίσθωσης αποζημίωση, λόγω παράνομης παρακράτησης του μισθίου, που αντιστοιχεί στο μέχρι την ως άνω λήξη μίσθωμα, φέρει τον χαρακτήρα γνήσιας αποζημίωσης και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναπροσαρμογή κατ' άρθρο 288 ΑΚ., Σε κάθε περίπτωση, ακόμη, δηλαδή, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπόκειται η αποζημίωση χρήσεως σε τέτοια αναπροσαρμογή κατ' άρθρο 288ΑΚ, άποψη που δεν υιοθετεί το παρόν Δικαστήριο, απαραδέκτως προβάλλεται το εν λόγω αίτημα, καθόσον λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα του εν λόγω δικαιώματος [αναπροσαρμογής κατ' άρθρο 288AK], δεν μπορεί να ασκηθεί με αμυντική πράξη, όπως είναι η ένσταση, αλλά μόνον με επιθετική, ήτοι με αγωγή ή ανταγωγή. [.....] Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, μεταξύ των διάδικων συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης των μισθίων χώρων, κατά την λήξη των ενδίκων μισθώσεων, αλλά παρανόμου παρακρατήσεως αυτών από την εναγομένη, η τελευταία θα βαρύνεται επί πλέον της κατ' αποκοπή αποζημίωσης, συνισταμένης στο καταβαλλόμενο κατά την λήξη των μισθώσεων μίσθωμα, κατά τα προδιαληφθέντα, και με την καταβολή στο ενάγον, λόγω συμφωνημένης ποινικής ρήτρας, ποσού ίσου με το καταβαλλόμενο μίσθωμα κατά την λήξη των μισθώσεων.

Συνεπώς, εφόσον, όπως προεκτέθηκε, η εναγομένη, παράνομα και αυθαίρετα χρησιμοποιούσε τους μίσθιους χώρους, ήτοι τον 10° όροφο μέχρι την συζήτηση [14/11/2014] της αγωγής και τον μίσθιο χώρο του 9ου ορόφου μέχρι 30/10/2012 και δεν απέδωσε την χρήση αυτών στο ενάγον, όπως όφειλε, κατά την λήξη των μισθώσεων, ανεξαρτήτως πταίσματος αυτής, κατέπεσε υπέρ του ενάγοντος η ως άνω συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, ανερχομένη για τον μεν 10° όροφο στο ποσό των 22.200,64€, μηνιαίως, και συνολικά στο ποσό των 1.595.485,96€ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της λήξεως της σύμβασης μισθώσεως μέχρι την συζήτηση της ένδικης αγωγής, ήτοι από 19/11/2008 μέχρι 14/11/2014, για δε τον μίσθιο χώρο του 9ου ορόφου στο ποσό των 17.490,39€, μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 865,774,55€, για το χρονικό διάστημα από την επομένη της λήξεως της σύμβασης μισθώσεως έως την απόδοση της χρήσεως στο ενάγον ήτοι από 15/9/2008 έως 30/10/2012.

Η ως άνω, όμως, συμφωνηθείσα και καταπεσούσα ποινική ρήτρα για έκαστο μίσθιο χώρο, είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει, κατά παραδοχή ως νόμιμης και βάσιμης της σχετικής ένστασης [άρθρο 409 ΑΚ] της εναγομένης, η οποία σε κάθε στάση της δίκης [.....] να μειωθεί στο ποσό των 500€ μηνιαίως, ήτοι 16,67€ ημερησίως και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 19/11/2008 έως 14.11.2014 στο ποσό των 35.933,42€ όσον αφορά τον μίσθιο 10° όροφο και στο ποσό των 300€, μηνιαίως ήτοι 10,00€ ημερησίως και συνολικά για το χρονικό διάστημα από 15/9/2008 έως 30/10/2012 στο ποσό των 14.850€ ,όσον αφορά τον μίσθιο χώρο του 9ου ορόφου, λαμβάνοντας υπόψη την αθέτηση της υποχρέωσης της εναγομένης προς απόδοση των μισθίων ακινήτων για χρονικό διάστημα πλέον των έξι [6] ετών, όσον αφορά τον μίσθιο 10° όροφο και των τεσσάρων [4] ετών ,όσον αφορά τον μίσθιο χώρο του 9ου ορόφου, χωρίς, κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα, μολονότι χρησιμοποιούσε αδιαλείπτως και ακωλύτως αυτά, να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό [πέραν των ως άνω 20.000€, όπως προεκτέθηκε], στο ενάγον, το οποίο διαχειρίζεται τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων και καταβάλλει συντάξεις στους ασφαλισμένους του, έχοντας επιτακτική ανάγκη είσπραξης των προερχόμενων από την εκμετάλλευση, με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, των περιουσιακών του στοιχείων προσόδων, το ύψος της ως άνω ποινικής ρήτρας σε σχέση με την αξία της αντιπαροχής του ενάγοντος, η οποία σύμφωνα με την υπ'αρ.Φ.

…Έκθεση Εκτίμησης του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών [Σ.Ο.Ε], η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής των αρμοδίων οργάνων αυτού, ανέρχεται δια μεν τον 10° όροφο στο ποσό των 8.564,00€ τον μήνα ήτοι 15,80 ανά τ.μ.,δια δε τον μίσθιο χώρο του 9ου ορόφου, στο ποσό των 6.618,50€ ήτοι 15,50€ ανά τ.μ., εκτίμηση την οποία αποδέχθηκε η Επιτροπή Στεγάσεως του ενάγοντος, την οποία [εκτίμηση] με την από 10/9/2012 επιστολή της η Γενική Διεύθυνση Οικονομοτεχνικών Υπηρεσιών [Διεύθυνση Τεχνικής και Στέγασης-Υποδ/νση Στέγασης] αυτού, γνωστοποίησε στην εναγομένη, επισυνάπτοντας και πίνακα των οφειλόμενων ποσών αποζημίωσης χρήσεως με βάση τις ως άνω εκτιμηθείσες μισθωτικές αξίες, για το χρονικό διάστημα από της λήξεως των ενδίκων μισθωτικών συμβάσεων μέχρι τον Ιούλιο 2012 στα 379.956,13€ και 228.338,25€ αντίστοιχα, [σημειώνεται ότι η ως άνω γνωμοδότηση της Επιτροπής Στέγασης δεν προέκυψε ότι εγκρίθηκε από το ΔΣ του ενάγοντος, μολονότι στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι θα υποβληθεί προς έγκριση σ' αυτό], τα συμφέροντα του ενάγοντος, τα οποία επλήγησαν από την αθέτηση της υποχρέωσης της εναγομένης για εμπρόθεσμη απόδοση των μισθίων, την έκταση της συμβατικής παράβασης αυτής, τον βαθμό του πταίσματος της εναγομένης, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, την περιοχή στην οποία βρίσκονται τα ένδικα μίσθια, [Λ....

αρ.178 περιοχή …], η οποία είναι από τις πλέον εμπορικές, καθόσον συγκεντρώνει μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις και τις κρατούσες από το έτος 2010 μέχρι και σήμερα, δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, οι οποίες επέφεραν σημαντική μείωση της αγοραστικής και μισθωτικής αξίας των ακινήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγομένη υπ,αρ.

ΑΠΓ … Προκήρυξη Πλειοδοτικού Διαγωνισμού για την Εκποίηση Ακινήτου του ενάγοντος με την οποία προκηρύχθηκε πλειοδοτικός διαγωνισμός για την εκποίηση είτε ολόκληρου του κτηρίου, στο οποίο βρίσκονται τα μίσθια ή ξεχωριστά ο κάθε όροφος αυτού, για την 18/3/2011, με τιμή εκκίνησης ,όπως εκτιμήθηκε από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών [ΣΟΕ] για μεν τον 9° όροφο στο ποσό των 2.463.790€, που αντιστοιχεί για τον μίσθιο χώρο ήτοι το 1/2 αυτού, στο ποσό των 1.231.895€ και για τον μίσθιο 10° όροφο στο ποσό των 1.607.030€ και για ολόκληρο το κτήριο, στο ποσό στα 15.348.000 ευρώ, χωρίς, όμως, να προκύψει πλειοδότης.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο σχετικός όρος των μισθωτηρίων εγγράφων περί πληρωμής ποινικής ρήτρας, σε περίπτωση μη έγκαιρης απόδοσης των μισθίων χώρων, είναι απολύτως ανίσχυρος και ουδεμία παράγει έννομη συνέπεια, καθόσον οι συμβάσεις μισθώσεως έχουν λήξει εκ του νόμου, στις 19/11/2008 και 15/9/2008, αντίστοιχα, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον γενεσιουργός λόγος της ως άνω υποχρέωσης προς καταβολή της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας είναι η παράβαση της υποχρέωσης της εναγομένης μισθώτριας, να αποδώσει την χρήση των μισθίων χώρων, κατά την λήξη των μισθώσεων και συνιστά μετενέργεια των άνω μισθώσεων [....].

Στην προκειμένη (περίπτωση) η εναγομένη προέβαλε με τις προτάσεις της, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον αυτού την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, επικαλούμενη τα αναφερόμενα αναλυτικά στις προτάσεις περιστατικά, πλην όμως για το παραδεκτό αυτής απαιτείτο επιπλέον και η προφορική, έστω και συνοπτική πρόταση του ισχυρισμού αυτού κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η καταχώριση στα ταυτάριθμα πρακτικά "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση", σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αρχή αυτής της σκέψεως, πράγμα που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης περιορίστηκε στην άρνηση και μόνον της ένδικης αγωγής.

Συνεπώς, η ως άνω ένσταση ήταν απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτη .Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την ανωτέρω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την ως άνω. [.....].

Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος προς έρευνα ετέρου λόγου εφέσεως, οι ένδικες εφέσεις είναι απορριπτέες ως κατ' ουσίαν αβάσιμες". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις, που είχαν ασκηθεί από την αναιρεσείουσα και το αναιρεσίβλητο αντίστοιχα, κατά της πρωτόδικης υπ'αριθμ. 905/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 19-06-2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και είχε υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να αποδώσει στο ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο τη χρήση του μισθίου ακινήτου, ήτοι του 10ου ορόφου της επί της Λεωφ. ... […] αριθμός … πολυώροφης οικοδομής και να του καταβάλει, ως αποζημίωση χρήσης, το συνολικό ποσό των 2.441.260,51 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα, το συνολικό ποσό των 50.783,42 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1346/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο αυτό έσφαλε, κρίνοντας ότι απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 601 του Α.Κ., αν και η εν λόγω ένσταση είχε προταθεί από αυτή (αναιρεσείουσα), τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις της, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεσή της, αλλά λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως και χωρίς προβολή της από τους διαδίκους και, συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος, κατά την οποία "τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα".

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα "προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι η διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ, με την οποία θεσπίζεται αμάχητο τεκμήριο υπέρ του εκμισθωτή ως προς το ύψος της αποζημίωσης χρήσεως, αντίκειται στις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ.1 εδ.δ'και 4 παρ.1, ήτοι στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας", ήτοι δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 601 του Α.Κ.

προβλήθηκε πρωτοδίκως, αλλά και στο Εφετείο με λόγο έφεσης και όχι ότι απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού από τις ανωτέρω αναφερόμενες συνολικές παραδοχές της συνάγεται ότι η κρίση για το απαράδεκτο λόγω προβολής του για πρώτη φορά στο Εφετείο αφορά τον επόμενο αναφερόμενο στην πληττόμενη απόφαση ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και δη τον ισχυρισμό της περί εφαρμογής του άρθρου 288 του Α.Κ.

στην αποζημίωση χρήσεως του άρθρου 601 του Α.Κ. και όχι αυτόν περί αντισυνταγματικότητας της τελευταίας αυτής διάταξης. Ακολούθως δε, ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 601 του Α.Κ. [για τον οποίο δεν κρίθηκε, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ότι απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο], απορρίφθηκε σιωπηρά, αλλά σαφώς με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δεν δέχθηκε την αντισυνταγματικότητα της ως άνω διάταξης του άρθρου 601 του Α.Κ., αφού το Εφετείο έκρινε ότι ορθά αυτή εφαρμόστηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκε στο αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα αυτή διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., το προαναφερόμενο συνολικό ποσό των 2.441.260,51 ευρώ ως αποζημίωση χρήσης.

Περαιτέρω, η αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος κατά την οποία "τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα", είναι αβάσιμη και απορριπτέα, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον δεν έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι είναι αντισυνταγματική η διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ., ώστε να έχει αυτό υποχρέωση, κατά την άνω συνταγματική επιταγή, να μην την εφαρμόσει, αλλά αντίθετα σιωπηρά αλλά σαφώς, όπως προεκτέθηκε, απορρίφθηκε ο περί αντισυνταγματικότητας της εν λόγω διάταξης του άρθρου 601 του Α.Κ.

ισχυρισμός της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας.

Συνεπώς όλες οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στο πρώτο σκέλος του άνω πρώτου αναιρετικού λόγου είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, το Εφετείο α) όσον αφορά τον ισχυρισμό της για τη μείωση του ποσού της αποζημίωσης χρήσης στο προσήκον μέτρο, μη νομίμως έκρινε ότι αυτός προτάθηκε απαραδέκτως σύμφωνα με το άρθρο 288 του Α.Κ., αλλά έπρεπε να δεχθεί ότι νομίμως προτάθηκε ως ένσταση εκ του άρθρου 409 του Α.Κ., ακόμα και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 601 και 409 του Α.Κ., μη εφαρμόζοντας τη δεύτερη στην περίπτωση της πρώτης και β) όσον αφορά τον ίδιο ανωτέρω ισχυρισμό της, μη νομίμως δέχθηκε ότι η αποζημίωση χρήσης, δεν υπόκειται σε αναπροσαρμογή κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., χωρίς περαιτέρω, υπάγοντας τα πραγματικά περιστατικά στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, να εφαρμόσει, αντί για το άρθρο 288 του Α.Κ., τη διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ.

και να προβεί σε μείωση της αποζημίωσης χρήσης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ. και, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 601 και 409 του Α.Κ., μη εφαρμόζοντας τη δεύτερη στην περίπτωση της πρώτης. Ήτοι και με τα δύο ανωτέρω σκέλη του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., παραπονούμενη για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 601 και 409 του Α.Κ. [και όχι του άρθρου 288 του Α.Κ., ως προς το οποίο δεν αποδίδει η αναιρεσείουσα, με τα ανωτέρω δύο σκέλη του πρώτου αναιρετικού λόγου, την αναιρετική πλημέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., οπότε οι αιτιάσεις περί εσφαλμένης κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., αλυσιτελώς προβάλλονται, αφού δεν συνδέονται με αναιρετική πλημμέλεια], υποστηρίζοντας ότι ο προβληθείς από αυτή ισχυρισμός για τη μείωση του ποσού της αποζημίωσης χρήσης στο προσήκον μέτρο, κατά το άρθρο 288 του Α.Κ., έπρεπε να εκτιμηθεί ως ένσταση εκ του άρθρου 409 του Α.Κ.

από το Εφετείο και να προβεί αυτό σε μείωση της αποζημίωσης χρήσης με βάση την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ.. Ο λόγος αυτός, κατά τα δύο ανωτέρω σκέλη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 409 του Α.Κ. στην αποζημίωση χρήσης, δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα ακόμη και αν αφορά τη δημόσια τάξη έπρεπε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο εν λόγω ισχυρισμός να είχαν υποβληθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής, τέτοια δε αναφορά των πραγματικών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται ο εν λόγω ισχυρισμός περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 409 του Α.Κ., όπως και από το ίδιο το αναιρετήριο προκύπτει, δεν έγινε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας, αλλά αντίθετα έγινε επίκληση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, μόνο περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ., για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτούνται διαφορετικά περιστατικά, σε σχέση με τα απαιτούμενα για τη διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ..

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός, κατά τα άνω δύο σκέλη του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η αναιρεσείουσα, όπως στο αναιρετήριο αναφέρει, αλλά όπως και από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της έφεσής της προκύπτει, επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, όσον αφορά τον ισχυρισμό της για τη μείωση του ποσού της αποζημίωσης χρήσης (601 του Α.Κ.), την εφαρμογή του άρθρου 288 του Α.Κ.

και δεν επικαλέστηκε την εφαρμογή του άρθρου 409 του Α.Κ., ούτε και περιστατικά που θα μπορούσαν να υπαχθούν στο τελευταίο αυτό άρθρο και τα οποία απαιτείται να αναφέρονται, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, από το διάδικο που προβάλει αξίωση από το άρθρο αυτό, δηλαδή για τη θεμελίωση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 409 του Α.Κ., και ως εκ τούτου το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε που δεν δέχθηκε ότι προτάθηκε ένσταση περί μείωσης του ποσού της αποζημίωσης χρήσης κατά τη διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ., ούτε και πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να υπαχθούν στη διάταξη του άρθρου αυτού, αφού τέτοια πράγματι δεν προτάθηκαν, (αλλά έγινε μόνο επίκληση εφαρμογής του άρθρου 288 του Α.Κ.) και δεδομένου ότι το Δικαστήριο της ουσίας κατά την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ.

γενική αρχή της διάθεσης, ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, και στην ένδικη περίπτωση δεν ορίζεται διαφορετικά, δεδομένου άλλωστε ότι η αξίωση από το άρθρο αυτό (409 του Α.Κ) ασκείται είτε με αγωγή ή ανταγωγή, είτε με ένσταση σε κάθε στάση της δίκης και δεν τυγχάνει αυτεπάγγελτης εφαρμογής.

Συνακόλουθα το Εφετείο ορθώς δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ., ενώ ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ. και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο έσφαλε που δέχθηκε ότι το αίτημα για μείωση της αποζημίωσης χρήσης έπρεπε να ασκηθεί με αγωγή και δεν μπορούσε να ασκηθεί με ένσταση, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, μπορεί να ασκηθεί και με ένσταση όχι όμως του άρθρου 288 του Α.Κ., αλλά του άρθρου 409 του Α.Κ.

και επομένως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 288 και 409 του Α.Κ., μη εφαρμόζοντας τη δεύτερη (409 Α.Κ.) και θεωρώντας εσφαλμένως ότι θα έπρεπε να εφαρμοστεί η πρώτη (288 Α.Κ.). Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το ανωτέρω τέταρτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου, όσον αφορά τον ισχυρισμό της για τη μείωση του ποσού της αποζημίωσης χρήσης (601 του Α.Κ.), την εφαρμογή του άρθρου 409 του Α.Κ., ούτε και περιστατικά που θα μπορούσαν να υπαχθούν στο τελευταίο αυτό άρθρο και τα οποία απαιτείται να αναφέρονται, για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης από το άρθρο αυτό (409 του Α.Κ.), αλλά αντίθετα επικαλέστηκε μόνο την εφαρμογή του άρθρου 288 του Α.Κ., και συνεπώς το Εφετείο δεν έσφαλε, επειδή δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ., ούτε επειδή θεώρησε ότι προτάθηκε προς εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., αφού η αναιρεσείουσα, όπως προαναφέρθηκε, πράγματι επικαλέστηκε ως προς τη μείωση του αιτούμενου ποσού για αποζημίωση χρήσης, την εφαρμογή μόνο της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ..

Σημειώνεται, ότι με τον άνω αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα δεν πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους λόγους (ήτοι την κύρια και την επάλληλη σκέψη) με βάση τους οποίους απορρίφθηκε η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 του Α.Κ. σχετικά με τον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης χρήσης, αλλά αντίθετα θεωρεί ότι δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη αυτή, αλλά η διάταξη του άρθρου 409 του Α.Κ., ο ισχυρισμός εκ της οποίας όμως απαραδέκτως προβάλλεται, όπως προεκτέθηκε, για πρώτη φορά ενώπιον του αναιρετικού Δικαστηρίου, χωρίς να έχουν υποβληθεί στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση τα αναγκαία πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο εν λόγω ισχυρισμός.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Πάντως, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης, που προηγήθηκε από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου, σε συσχετισμό με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης, ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίο αφορά το δεδικασμένο, ο τρόπος με τον οποίο, συγκεκριμένως, παραβιάστηκε αυτό και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά, που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., για το δεδικασμένο, καθώς και ότι η περί δεδικασμένου ένσταση είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.

Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά ωστόσο τη δημόσια τάξη, αφού οι σχετικές μ` αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά, πρωτίστως, συμφέροντα και όχι άλλα ανώτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, εφόσον ο σχετικός, με το δεδικασμένο, ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης είναι και πάλι αόριστος (Ολ. ΑΠ 1339/1985, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 2/2006, ΑΠ 1002/2005, ΑΠ 2/2006). Αντίθετα, αν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16, αλλά από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την προϋπόθεση, που πρέπει, επίσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας την τελεσίδικη απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και το επικαλέσθηκε προς απόδειξη ή απόκρουση της ένδικης αγωγής ( ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1311/2018, ΑΠ 1345/2011, ΑΠ 1858/2005, ΑΠ 130/2004, ΑΠ 853/2001).

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 536 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ. και κατέστησε χειρότερη τη θέση της, καθόσον απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την είχε απορρίψει ως μη νόμιμη και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 16 του Κ.Πολ.Δ.

Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, αφού για τη θεμελίωσή του, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο, τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη απαιτούμενα στοιχεία και ειδικότερα, το αντικείμενο της άλλης δίκης, που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου και ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., από την ήδη αναιρεσείουσα, νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση περί δεδικασμένου. Επισημαίνεται, ότι ούτε η από το άρθρο 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια θα μπορούσε να θεμελιωθεί, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αφού δεν αναφέρεται σ` αυτό, ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας απόφαση, από την οποία να απορρέει το δεδικασμένο και ότι επικαλέσθηκε το δεδικασμένο αυτό αναφορικά με την ως άνω ένστασή της.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 293 του Α.Κ. το ανώτατο όριο του τόκου που οφείλεται από δικαιοπραξία προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος. Οι προμήθειες ή άλλα ανταλλάγματα που συνομολογούνται ή καταβάλλονται επιπλέον του τόκου λογίζονται ως τόκος. Το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος.

Ακολούθως, κατά το άρθρο 294 του Α.Κ. κάθε δικαιοπραξία για τόκο που υπερβαίνει το ανώτατο θεμιτό όριο είναι άκυρη ως προς το επιπλέον, κατά δε το άρθρο 345 του ιδίου Κώδικα όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή ο δανειστής σε περίπτωση υπερημερίας (του οφειλέτη) έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται από το νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία, αν όμως αποδείξει και άλλη θετική ζημία, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να απαιτήσει και αυτήν.

Τέλος, κατά το άρθρο 404 του ίδιου (Αστικού) Κώδικα ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα) για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, σκοπός των οποίων είναι να αποτρέψει την καταστρατήγηση του θεμιτού ορίου τόκου, για το συνυπολογισμό στο ποσοστό του τόκου όλων των πρόσθετων παροχών, οι οποίες, υπό διάφορη του τόκου νομική μορφή, επιβαρύνουν ουσιαστικά τον οφειλέτη συνάγεται ότι, επί χρηματικής, κυρίως οφειλής, ως κύριας παροχής, η συνομολόγηση σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την εκπλήρωσή της, επιπλέον του θεμιτού τόκου και πρόσθετου χρηματικού ποσού, ως ποινικής ρήτρας, αντιβαίνει στις παραπάνω διατάξεις του νόμου και, είναι άκυρη, κατά το υπερβάλλον, ως αποτελούσα κατά νόμο συγκάλυψη παράνομης τοκογλυφίας, η ακυρότητα δε αυτή της εν λόγω ποινικής ρήτρας, είναι άσχετη με το υπέρμετρο αυτής, που ρυθμίζεται κατά το άρθρο 409 Α.Κ. (ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 136/2014, ΑΠ 1438/1997).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., στην πραγματικότητα όμως, ορθά εκτιμώμενος, μόνο από τον αριθμό 1, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 293, 294 και 345 του Α.Κ., αφού επιπρόσθετα του ποσού της αποζημίωσης χρήσης επιδίκασε ως ποινική ρήτρα ποσά, πέραν του νόμιμου τόκου, ο οποίος έτσι και αλλιώς επιδικάστηκε για την καθυστέρηση της καταβολής της αποζημίωσης χρήσης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το ανωτέρω σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον, η κύρια παροχή - οφειλή για την οποία συμφωνήθηκε η παρεπόμενη οφειλή ποινικής ρήτρας δεν είναι χρηματική, αλλά αντιθέτως, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι η μη χρηματική υποχρέωση της αναιρεσείουσας για την έγκαιρη απόδοση των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης, για την παράβαση της οποίας συμφωνήθηκε η καταβολή ποινικής ρήτρας και όχι για τη μη καταβολή αποζημίωσης χρήσης, η οποία δεν συνιστά, στην ένδικη περίπτωση, την κύρια οφειλή, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο (άρθρο 601 Α.Κ.) υποχρέωση αυτής (αναιρεσείουσας) λόγω παράνομης, σύμφωνα με τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παρακράτησης των μισθίων ακινήτων μετά τη λήξη των συμβάσεων μίσθωσης, ούτε συνακόλουθα συντρέχει περίπτωση υπερημερίας ως προς την εκπλήρωση χρηματικής οφειλής, ώστε να οφείλονται εξ αυτής τόκοι, αφού η κύρια παροχή για την παράβαση της οποίας συμφωνήθηκε η ποινική ρήτρα είναι η μη χρηματική (και μη τοκοφόρα) υποχρέωση της έγκαιρης απόδοσης των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης.

Ειδικότερα, ο εν λόγω αναιρετικός λόγος, κατά το άνω πρώτο σκέλος αυτού, συνδέει αβασίμως το κύρος της συμφωνίας για καταβολή ποινικής ρήτρας, με την εκ του νόμου προβλεπόμενη αποζημίωση χρήσης, στην οποία όμως δεν αφορά, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ποινική ρήτρα δεν συμφωνήθηκε ως ποινή για την περίπτωση μη καταβολής αποζημίωσης χρήσης, αλλά για την περίπτωση αθέτησης της συμβατικής υποχρέωσης περί έγκαιρης απόδοσης των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης και η οποία (αποζημίωση χρήσης) δεν είναι η κύρια παροχή, αφού τέτοια είναι η (μη χρηματική και μη τοκοφόρα) υποχρέωση έγκαιρης απόδοσης των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης και μη παρακράτησής τους.

Συνεπώς με τις ανωτέρω παραδοχές της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 293, 294 και 345 του Α.Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις αφού δέχεται ότι τα επιδικασθέντα ως ποινική ρήτρα ποσά αποτελούν νόμιμο τόκο του κεφαλαίου της αποζημίωσης χρήσης, είναι αβάσιμη, ως στηριζόμενη σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι τέτοια παραδοχή δεν υφίσταται στην προβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος είναι κατά το άνω πρώτο σκέλος του απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 404, 405 και 407 Α.Κ. προκύπτει ότι, αν η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη προσήκουσας και ιδίως της μη έγκαιρης εκπλήρωσης της παροχής, ο δανειστής, εφόσον απαιτεί την ποινή που έχει καταπέσει, λόγω περιέλευσης του οφειλέτη σε υπερημερία, οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τη σύμβαση (κύρια και παρεπόμενη περί ποινικής ρήτρας) και τις προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη.

Οφείλει επίσης να επικαλεσθεί, όχι όμως και να αποδείξει, την μη εκπλήρωση της παροχής. Στον οφειλέτη απόκειται να ισχυρισθεί και αποδείξει ότι έχει εκπληρώσει την παροχή ή ότι δεν έχει υπαιτιότητα για την καθυστέρηση. Κατά την έννοια των άρθρων 340, 341, 342 Α.Κ., ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.

Έτσι, το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή, αλλά αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεσθεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσης της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επέλευσής της (ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011, ΑΠ 1489/2009).

Με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., στην πραγματικότητα όμως μόνο από τον αριθμό 1, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διατάξη του άρθρου 405 παρ. 1 του Α.Κ., δεχόμενη ότι κατέπεσε η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα υπέρ του αναιρεσίβλητου ανεξαρτήτως πταίσματος της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός, κατά το άνω σκέλος του είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, το πταίσμα της οφειλέτριας - αναιρεσείουσας δεν αποτελούσε προϋπόθεση της εν λόγω αξίωσης του αναιρεσίβλητου, αλλ` αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας της πρώτης θεμελίωνε καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξίωσης, πλην όμως η εναγομένη - αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ισχυρισμό - ένσταση περί έλλειψης υπαιτιότητάς της, ως προς τη μη έγκαιρη απόδοση των μισθίων ακινήτων κατά τη λήξη των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης, ούτε ενώπιον του πρωτοβαθμίου, ούτε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ.), και ως εκ τούτου το αναιρεσίβλητο δεν είχε υποχρέωση να αποδείξει την ύπαρξη υπαιτιότητας, οπότε η ανωτέρω αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης "ανεξαρτήτως πταίσματος" [που έχει την έννοια, όπως ορθά εκτιμάται από τις εν γένει παραδοχές της, ότι το πταίσμα του οφειλέτη (αναιρεσείουσας) δεν αποτελούσε προϋπόθεση της αξίωσης του δανειστή (αναιρεσίβλητου), κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα], δεν ασκεί επίδραση στη διαμόρφωση του διατακτικού, καθόσον δεν προβλήθηκε ισχυρισμός για έλλεψη υπαιτιότητας και δεν αναιρεί την υποχρέωση καταβολής ποινικής ρήτρας, αφού όλα τα στοιχεία της αγωγικής αυτής απαίτησης του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου κρίθηκε ανέλεγκτα ότι αποδείχθηκαν.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος της αναιρεσείουσας ως ηττώμενης διαδίκου, λόγω έλλειψης σχετικού αιτήματος από το αναιρεσίβλητο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του και κατέθεσε υπόμνημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-06-2017 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4191/358/13-06-2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1346/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ