Legislator Case Law & Legislation
1439/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's finding of forgery due to misreading document signatures.

Case Number 1439/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding forged promissory notes. The appellate court had incorrectly concluded that two signatures appeared on the back of the transfer documents, whereas the evidence showed only one signature from the appellant's seal. The Court determined this misreading constituted a material error under Article 559(20) of the Code of Civil Procedure, which distorted the evidence and led to a harmful judgment. Consequently, the appeal was granted in part, the case was remitted to a new panel of the Court of Appeal, and the losing party was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 3, 35 of Law 5960/1933; Article 361 of the Civil Code; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: A court's misreading of a document's content, such as the number of signatures, constitutes a material error if it distorts the evidence and leads to a harmful judgment, warranting the annulment of the decision.

Keywords

AI generated
forged promissory notes misreading of evidence material error in judgment annulment of appeal remittal to appellate court Code of Civil Procedure legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Law 5960/1933, Articles 1, 3, 35
Article 361 of the Civil Code
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 13/2007

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1439 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1439/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." με διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1420/2011 μη οριστική και 1124/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3951/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/9/2015 αίτησή της και τον από 15/4/2016 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 21/5/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του και τρίτου, κατά το τρίτο σκέλος του, λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθώς και του πρόσθετου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 15-4-2016 πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η 3951/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 4-4-2013 και 24-5-2013 εφέσεων των διαδίκων και των από 29-10-2013 πρόσθετων λόγων έφεσης κατά της υπ' αριθμ. 1124/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε εν μέρει δεκτή η από 31-3-2008 αγωγή της αναιρεσείουσας.

Από το συνδυασμό των περί επιταγής διατάξεων του Ν. 5960/1933 και ιδίως των άρθρων 1, 3 και 35 αυτού, καθώς και του άρθρου 361 ΑΚ, προκύπτει ότι η σύμβαση της επιταγής καταρτίζεται μεταξύ τραπεζίτου και πελάτου αυτού, ρητώς ή σιωπηρώς με την παράδοση από τον πρώτο στον δεύτερο βιβλιαρίου (μπλοκ) επιταγών, σύμφωνα δε με αυτήν ο μεν πελάτης (έκδοτης επιταγής), έχει το δικαίωμα διαθέσεως των προς τούτο διαθέσιμων κεφαλαίων του στην Τράπεζα, η δε τελευταία υποχρεούται να πληρώσει την επιταγή, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως και τις τραπεζικές συνήθειες.

Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων, όταν, ιδίως, συνοδεύεται με τον όρο ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός θα εξυπηρετεί τις επιταγές που εκδίδει ο καταθέτης, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνδέουσα τα ως άνω πρόσωπα σχέση διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 822-831 του ΑΚ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει (η τράπεζα) να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξή του.

Από τη διάταξη δε του άρθρου 823 ΑΚ, από την οποία προβλέπεται η ευθύνη του θεματοφύλακα, η οποία έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης που δημιουργείται με την κατάθεση των χρημάτων στην Τράπεζα, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 330-336 ΑΚ προβλέπεται ότι ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις.

Αν όμως οφείλεται αμοιβή για τη φύλαξη, ευθύνεται για κάθε πταίσμα. Για να απαλλαγεί από την ευθύνη του, θα πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η αδυναμία του οφείλεται, σε γεγονός που δεν υπέχει ευθύνη αυτός ή τα πρόσωπα, για το πταίσμα των οποίων ευθύνεται, όπως για δικό του πταίσμα. Όταν η σύμβαση της επιταγής, είναι αυτοτελής και εφαρμόζονται επ' αυτής, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, οι διατάξεις περί εντολής (713-730 ΑΚ), δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 715 εδ.

τελευταίο και 716 ΑΚ, που προβλέπουν, σε περίπτωση υποκαταστάσεως, τον περιορισμό της ευθύνης του εντολοδόχου, όταν ο τελευταίος αμείβεται για τις υπηρεσίες του. Περαιτέρω, αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ' αυτόν του ποσού της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακαταθήκης ή της εντολής παραμένει άθικτη, και στις δύο δε περιπτώσεις (εντολής και παρακαταθήκης), η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, αυτή αμείβεται για τις υπηρεσίες της (άρθρα 714, 823 ΑΚ).

Η τράπεζα, κατά την πληρωμή της επιταγής, οφείλει να τηρεί τις προφυλάξεις που επιβάλλονται από το νόμο ή τις τραπεζικές συνήθειες, όπως είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας της επιταγής. Ακόμη, οι τράπεζες εν γένει, αφού η δραστηριότητα τους αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, έχουν απέναντι στους πελάτες τους υποχρέωση να προστατεύουν τα περιουσιακά αγαθά τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα των προστηθέντων από αυτήν υπαλλήλων, όπως τούτο ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 3 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 5960/1933, που ορίζει ότι "η επιταγή εκδίδεται επί τραπεζίτου έχοντος κεφάλαια εις την διάθεσιν του εκδότου επί τη βάσει συμφωνίας, ρητώς ή σιωπηρώς, καθ' ην ο εκδότης έχει το δικαίωμα διαθέσεως των κεφαλαίων τούτων δι' επιταγής" και από το άρθρο 35 του ιδίου νόμου που ορίζει ότι "ο πληρωτής, ο πληρώνων επιταγήν οπισθογραφήσιμον, υποχρεούται να εξακριβώσει την κανονικότητα της συνεχείας των οπισθογραφήσεων, ουχί όμως και την υπογραφήν των οπισθογράφων".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις, προκύπτει η υποχρέωση της πληρώτριας Τράπεζας να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, βάσει της σύμβασης περί επιταγής, η Τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η Τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, που από πταίσμα των οργάνων της Τράπεζας ζημιώνεται τρίτος, η ευθύνη της προστήσασας Τράπεζας, ελλείψει ειδικής διατάξεως, οριοθετείται από τον Α.Κ., ήτοι ευθύνεται για κάθε πταίσμα (ΑΚ 330 και 334 § 1, ΑΠ 1717/2012).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία είναι:

α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η κατά τον άνω τρόπο παράνομη συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί και κατά τη λειτουργία της σύμβασης επιταγής. Περαιτέρω, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο όριζε, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 10 Ν. 3587/2007, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ.1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ.2 εδ.

β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ.3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ.4 εδ. α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ.4 εδ.

β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ.5). Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται όπως προεκτέθηκε παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").

Ετσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα, εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 2257/2014).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Σημειώνεται εδώ ότι ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 560/2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 253/2013).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα ιδρύθηκε το έτος 1987 με την επωνυμία "..." και μετά την συγχώνευσή της το έτος 1989 με την εταιρία "..." δημιουργήθηκε η "...

ΑΕ". Από την ίδρυσή της δραστηριοποιείται στο χώρο των διαφημίσεων, της διαφημιστικής παραγωγής, στρατηγικής επικοινωνίας, δημοσιότητας και προβολής στα ΜΜΕ και από το έτος 1992 είναι μέλος του Ομίλου Διαφήμισης και Επικοινωνίας στην Ελλάδα του .... Στο πλαίσιο της άσκησης της δραστηριότητάς της και των επιχειρηματικών της αναγκών συνεργαζόταν με την εναγομένη τράπεζα και ειδικότερα με τρία υποκαταστήματα αυτής στην ….

ήτοι με το υποκατάστημα "….." στην ... επί της οδού ... με το υποκατάστημα "..." στη …. επί της οδού ..., καθώς και με το υποκατάστημα "….." επί της οδού .... Κυρίως όμως συνεργαζόταν με το υποκατάστημα "..." της εναγομένης και από αυτό πραγματοποιείτο ο κύριος όγκος των συναλλαγών της, δεδομένου ότι τούτο βρισκόταν στο ισόγειο του παρακείμενου κτιρίου προς αυτό στο οποίο είχε την έδρα της η ενάγουσα μέχρι τον Αύγουστο του 2006, οπότε και η τελευταία μετέφερε την έδρα της.

Σ' αυτό, διατηρούσε τον υπ' αρ. ...173 λογαριασμό όψεως, στο πλαίσιο του οποίου και της σχετικής με αυτόν σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης είχε συνάψει με την εναγομένη σύμβαση έκδοσης επιταγών, οι οποίες σύρονταν από το λογαριασμό αυτό, έτσι ώστε οι επιταγές που εξέδιδε η ενάγουσα εξοφλούνταν απευθείας από τον λογαριασμό αυτό.

Με τα ως άνω υποκαταστήματα της εναγομένης, η ενάγουσα συνεργαζόταν σχεδόν καθημερινά, αφού και στο υποκατάστημα "..." η ενάγουσα διατηρούσε σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό λογαριασμό [Θ/086/22.6.1999], δυνάμει της οποίας είχε ανοίξει τον υπ' αρ. ...391 δανειακό λογαριασμό και τον υπ' αρ. ...942 συνδεδεμένο μ' αυτόν αλληλόχρεο λογαριασμό.

Λόγω της πολύχρονης συνεργασίας και της συχνότητας των συναλλαγών οι υπάλληλοι των άνω καταστημάτων γνώριζαν τους εκπροσώπους και τους υπαλλήλους της ενάγουσας και τις εν γένει δραστηριότητες και συνήθεις πρακτικές της ενάγουσας στις εν γένει τραπεζικές συναλλαγές τους. Κυρίως είχε γνώση τούτων το υποκατάστημα "..." της εναγομένης, λόγω του όγκου των συναλλαγών που πραγματοποιείτο από αυτό και της άμεσης γειτνίασης με αποτέλεσμα να αναπτυχθεί μία φιλική και εμπιστευτική σχέση των υπαλλήλων της εναγομένης με τον ταμία και διαχειριστή διαθεσίμων της ενάγουσας Ι.

Π.. Ο τελευταίος εργαζόταν από το έτος 1991 με την άνω ιδιότητα και ήταν επιφορτισμένος με την επίβλεψη και πραγματοποίηση των οικονομικών τραπεζικών της συναλλαγών καθώς και με τη καταχώρηση τους στα λογιστικά της βιβλία. Με βάση το υπ' αρ. 181/30-11-2000 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 26/03-01-2001 ΦΕΚ, το σύνολο των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων εκπροσώπησης, διαχείρισης και δέσμευσης της ενάγουσας [εκτός από εκείνα για τα οποία σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό απαιτείτο συλλογική ενέργεια] είχε ανατεθεί στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου Χ.

Δ. ή στην Διευθύνουσα Σύμβουλό Ε. Γ., ορίζοντας συγχρόνως ότι τα άνω πρόσωπα ξεχωριστά και μεμονωμένα ο καθένας με την υπογραφή τους που τίθεται πάνω από την εταιρική επωνυμία εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρία. Με σκοπό όμως διευκόλυνσης των συναλλαγών μικρού αντικειμένου της ενάγουσας το ΔΣ αυτής αποφάσισε, έχοντας καταστατική εξουσία προς τούτο, ότι για την έκδοση και υπογραφή επιταγής της εταιρίας μέχρι και το ποσό των [200.000 δραχμών ή 586,94 €] την ενάγουσα να εκπροσωπεί και να δεσμεύει ο Ι.

Π. με την υπογραφή του, ενώ από το ποσό των [200.000 δραχμών] και άνω την ενάγουσα, παράλληλα με τα άνω πρόσωπα [Χ. Δ. και Ε. Γ.] εκπροσωπεί και δεσμεύει από κοινού η τιθέμενη μαζί με την εταιρική επωνυμία συνυπογραφή δύο προσώπων από τους Χ. Δ., Ε. Γ., Ι. Π. και Ε. Ζ.. Στη συνέχεια με το υπ' αρ. 200/01-4-2002 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 3156/30-4-2002 ΦΕΚ το σύνολο των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων εκπροσώπησης, διαχείρισης και δέσμευσης της ενάγουσας [εκτός από εκείνα για τα οποία σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό απαιτείτο συλλογική ενέργεια] είχε ανατεθεί στην Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλο Ε.

Γ. ή στον Σύμβουλο του Διοικητικού Συμβουλίου Α. Π., ορίζοντας συγχρόνως ότι τα άνω πρόσωπα ξεχωριστά και μεμονωμένα ο καθένας με την υπογραφή τους, που τίθεται μαζί με την εταιρική επωνυμία εκπροσωπούν, διαχειρίζονται και δεσμεύουν την εταιρία. Επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας ανέθεσε, έχοντας προς τούτο καταστατική εξουσία, στη Σύμβουλο Ε.

Ζ. την αρμοδιότητα να υπογράφει μόνη της μαζί με την εταιρική επωνυμία για οποιαδήποτε οικονομική δέσμευση της ενάγουσας μέχρι του ποσού των [900 €]. Ακολούθως, με το με το υπ' αρ. ….40/27-9-2004 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 1.400/23-11-2004 ΦΕΚ το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας ομοφώνως αποφάσισε να αναθέσει το σύνολο των εξουσιών, αρμοδιοτήτων και δικαιωμάτων εκπροσώπησης, διαχείρισης και δέσμευσης της ενάγουσας [εκτός από εκείνα για τα οποία σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό απαιτείτο συλλογική ενέργεια] στην Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλο Ε.

Γ. και στον Σύμβουλο του Διοικητικού Συμβουλίου Ι. Π., ορίζοντας συγχρόνως ότι τα άνω πρόσωπα από κοινού και με την από κοινού υπογραφή τους, που τίθεται μαζί με την εταιρική επωνυμία εκπροσωπούν, διαχειρίζονται και δεσμεύουν την εταιρία, σύμφωνα με το νόμο και τις διατάξεις του καταστατικού [ενδεικτικά μπορούσαν να εκδίδουν και να οπισθογραφούν επιταγές να συμβάλλονται με τις τράπεζες, να δίνουν εντολές πληρωμής για λογαριασμό της ενάγουσας και γενικά να διαχειρίζονται και να συμβάλλονται για λογαριασμό αυτής].

Σε περίπτωση κωλύματος των άνω δύο προσώπων ορίστηκε ότι θα αναπληρώνονται διαζευκτικά από τους συμβούλους του Διοικητικού Συμβουλίου Α. Π. ή Ι. Φ.. Τέλος με το υπ' αρ. 249/01-4-2005 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της, το οποίο δημοσιεύθηκε στο υπ' αρ. 24449/19-4-2005 ΦΕΚ ο Ι. Π. έπαψε να είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας και τη θέση του ανέλαβε ο τότε οικονομικός διευθυντής της ενάγουσας Κ.

Τ.. Τα άνω πρακτικά αμέσως μετά τη δημοσίευση τους η ενάγουσα τα κοινοποιούσε στην εναγομένη, όπως το ζητούσε και η ίδια. Με βάση τα άνω πρακτικά του Δ.Σ της ενάγουσας ο Ι. Π. ποτέ δεν είχε μόνος του δικαίωμα εκπροσώπησης και δέσμευσης αυτής. Παράλληλα η ενάγουσα με την από 27/9/2002 εξουσιοδότησή της, την οποία απεύθυνε προς την εναγομένη και συγκεκριμένα προς τo "..." κατάστημα αυτής, παρείχε στον Ι.

Π. την εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει από αυτήν βιβλιάρια επιταγών, ειδοποιητήρια ή παραστατικά που αφορούσαν το λογιστήριό της, αντίγραφα εκδόσεως τραπεζικών επιταγών ή εντολών, αντίγραφα κινήσεως των λογαριασμών της, βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος και αντιγράφων που αφορούσαν αγοραπωλησίες συναλλάγματος, επιστρεφόμενες επιταγές και κάθε αξιόγραφο.

Έτσι ο Ι. Π. προέβαινε σε όλες τις πράξεις που αναφερόταν στην άνω εξουσιοδότηση κατά τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε με το άνω υποκατάστημα της εναγομένης, στο οποίο έγινε γνωστός, όπως προαναφέρθηκε, λόγω των συχνών και του όγκου των συναλλαγών. Από το μέσον του μηνός Μαρτίου του 2005 ήταν σε εξέλιξη ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της ενάγουσας, η διαδικασία εκπαίδευσης του νέου οικονομικού διευθυντή της, καθώς και η μετάβαση όλων των τραπεζικών συναλλαγών της ενάγουσας από όλες τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν στην τράπεζα …..

Στο στάδιο αυτό, ο Ι. Π. στις 04/4/2005, ήτοι αμέσως μετά την αποχώρηση του από το Δ.Σ της ενάγουσας, εμφανίστηκε στην τότε πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο της ενάγουσας Ε. Γ. και δήλωσε προφορικώς ότι είχε αφαιρέσει, τμηματικώς, χρήματα από την εταιρία, πλαστογραφώντας την υπογραφή της, ενώ και για τα ίδια γεγονότα ενημέρωσε προφορικά και το νέο οικονομικό διευθυντή της ενάγουσας Κ.

Τ.. Στη συνέχεια ο ίδιος στις 18/4/2005 απέστειλε γραπτή επιστολή στο Δ.Σ της ενάγουσας στην οποία ανέφερε ότι είχε αφαιρέσει τμηματικώς χρήματα από την εταιρία χωρίς μέχρι τότε κάποιος από την ενάγουσα και δη η Ε. Γ. να γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό για τις ενέργειές του αυτές. Συγχρόνως, ζητούσε συγγνώμη ιδίως από την κα Γεωργιάδη και δήλωνε ότι θα προσπαθούσε να "ξεπληρώσει το χρέος του".

Ο Ι. Π. προκειμένου να συγκαλύψει την παράνομη εκ μέρους του είσπραξη των χρηματικών ποσών είχε δημιουργήσει ως διαχειριστής και λειτουργούσε ένα πλήρη μηχανισμό εκτεταμένης "παραδιαχείρισης", η πραγματική κατάσταση και το μέγεθος της οποίας δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή, όχι μόνο κατά τους ετήσιους οικονομικούς ελέγχους, αλλά ακόμα και με τη χρήση εξωτερικών ελεγκτών, καθώς τα βιβλία που τηρούσε έδειχναν μία άλλη πλασματική (στρεβλή) εικόνα, όχι αυτοτελώς, αλλά συγκρινόμενα με τα αντίστοιχα στοιχεία των τρίτων που συναλλάσσονταν με την ενάγουσα.

Οι εγγραφές δε και οι καταχωρήσεις στα βιβλία της ενάγουσας γίνονταν από τον μοναδικό κωδικό χρήση "...", ο οποίος ανήκε στον Ι. Π. και ο οποίος ανιχνευόταν από ειδικό μηχανογραφικό σύστημα καταγραφής, που υπήρχε σε όλες τις εταιρίες του ομίλου Διαφήμισης και επικοινωνίας στην Ελλάδα ... ..., μέλος του οποίου αποτελεί η ενάγουσα.

Μετά την άνω ομολογία του Ι. Π.υ, η ενάγουσα προκειμένου να εντοπίσει και να προσδιορίσει την έκταση και το μέγεθος του ελλείμματος της εταιρίας από τις άνω ενέργειες του διαχειριστή της ανέθεσε στον διεθνή ελεγκτικό οίκο "... Α.Ε" να διενεργήσει ειδικό ενδελεχή διαχειριστικό έλεγχο, κάνοντας χρήση της συγκριτικής μεθόδου συγκεκριμένης χρονικής στιγμής μεταξύ των οικονομικών καταστάσεων και βιβλίων της εταιρίας και των αντιστοίχων που τηρούνται από τρίτους συναλλασσόμενους με την ενάγουσα, καθώς και να αξιολογήσει όλες τις συναλλαγές -κινήσεις - εγγραφών της για το χρονικό διάστημα από 01/01/1999 έως και 30/4/2005.

Παράλληλα, η ενάγουσα ανέθεσε στην δικηγόρο - γραφολόγο Μ. Κ. να διερευνήσει το εύρος των πλαστογραφιών του Ι. Π.υ. Ο άνω ελεγκτικός οίκος στην από 03/3/2006 έκθεση του διαπίστωσε ότι είχε στηθεί και λειτουργούσε από τον ταμία - διαχειριστή της ενάγουσας Ι. Π. ένα σύστημα παραδιαχείρισης των διαθεσίμων, των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων της εταιρίας και ότι είχαν γίνει από την εναγομένη ένας μεγάλος αριθμός καταβολών σημαντικών χρηματικών ποσών προς τον εν λόγω ταμία - διαχειριστή σε βάρος των τραπεζικών λογαριασμών και του ενεργητικού της ενάγουσας, ο οποίος κατά δήλωσή του τα υπεξαίρεσε [γι' αυτό και ανέλαβε σύμφωνα με την προαναφερθείσα επιστολή του να επιστρέφει το χρέος του].

Οι παράνομες δε πράξεις του Ι. Π.υ στηρίχθηκαν και βασίσθηκαν και σε αντισυμβατικές πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης δια των προστηθέντων αρμοδίων υπαλλήλων της στο υποκατάστημα της "...", όπου η ενάγουσα τηρούσε λογαριασμούς και από το οποίο πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές του Ι. Π.υ με την εναγομένη.

Δηλαδή, οι υπάλληλοι του άνω υποκαταστήματος της εναγομένης κατέβαλαν παράνομα και αντισυμβατικά στον Ι. Π. διάφορα χρηματικά ποσά, τις οποίες καταβολές ο τελευταίος παράνομα και αντισυμβατικά ελόγιζε ως καταβολές προς την ενάγουσα, μειώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε αυτή στην εναγομένη.

Με το σύστημα της παραδιαχείρισης ο άνω ταμίας - διαχειριστής της ενάγουσας προέβαινε κατ' επανάληψη και σε συνεχή βάση αφαίρεση και επιστροφή χρημάτων από και προς την ενάγουσα με τελικό σκοπό και αποτέλεσμα την υπεξαίρεση μεγάλου μέρους αυτών. Ο τρόπος με τον οποίο ο εν λόγω ταμίας - διαχειριστής προέβαινε στην παράνομη είσπραξη χρηματικών ποσών μεταξύ άλλων περιελάμβανε:

α) αναλήψεις μεγάλων χρηματικών ποσών από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η ενάγουσα στο υπ' αρ. "..." κατάστημα της εναγομένης και β) εκδόσεις πλαστογραφημένων επιταγών ημέρας σε "διαταγή ημών των ιδίων". Για να καλύπτει λογιστικά τις παράνομες εισπράξεις ο Ι. Π. ακολουθούσε την ακόλουθη τακτική:

α) καταχωρούσε ψευδείς συναλλαγές στα βιβλία της ενάγουσας χρησιμοποιώντας ψευδές υποστηρικτικό υλικό, β) δεν εμφάνιζε στα βιβλία υπαρκτές συναλλαγές επί χρηματικών διαθεσίμων, γ) διενεργούσε άσχετες μη προσήκουσες εγγραφές στα βιβλία της ενάγουσας, δηλαδή χρεοπίστωνε λογαριασμούς που κανονικά δεν θα έπρεπε να επηρεαστούν από τη συγκεκριμένη συναλλαγή και δ) ενημέρωνε ετεροχρονισμένα τα βιβλία της ενάγουσας για πραγματικές συναλλαγές επί χρηματικών διαθεσίμων, ήτοι καταχωρούσε πολύ μεταγενέστερα της ημερομηνίας που ελάμβανε χώρα η συναλλαγή με σκοπό την παραπλάνηση των υπευθύνων της ενάγουσας και των τακτικών ελεγκτών.

Η άνω γραφολόγος στην από 28/02/2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης προσδιόρισε επακριβώς ότι οι υπό έλεγχο υπογραφές της Ε. Γ. στις αναφερόμενες σ' αυτές τραπεζικές επιταγές και δελτία αναλήψεων της εναγομένης [που ταυτίζονται με τις αναφερόμενες στην αγωγή] δεν είχαν τεθεί με το χέρι της ίδιας αλλά με το χέρι τρίτου γραφικού φορέα, διάφορου αυτής, γνώστη ωστόσο της συνήθους υπογραφής της, με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης των γραφικών κινήσεων, των γνησίων υπογραφών της Ε.

Γ., αποτυπώνοντας έτσι, υπογραφές ομοιάζουσες φυσιογνωμικώς με τις γνήσιες, διαφέρουσες όμως κυρίως σε ποιότητα χάραξης. Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου από τον προαναφερθέντα ελεγκτικό οίκο και τη διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης η ενάγουσα κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 15/5/2006 μήνυσή της κατά του Ι.

Π.υ και κατά παντός άλλου υπευθύνου υπαλλήλου της εναγομένης που εργαζόταν στον υποκατάστημά της "..." και ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών άσκησε ποινική δίωξη μεταξύ άλλων και για το αδίκημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως πλαστού και κατά συνήθεια κατά του Ι. Π.υ και για άμεση συνεργεία στην τέλεση της άνω πράξης κατά παντός υπευθύνου υπαλλήλου της εναγομένης που εργαζόταν κατά την κρίσιμη περίοδο στο υποκατάστημα "..." της εναγομένης στη …… Στο μεταξύ διάφοροι προμηθευτές και πιστωτές της ενάγουσας, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, άρχισαν να διαμαρτύρονται και να απαιτούν την εξόφληση των απαιτήσεών τους, οι οποίες είτε φαίνονταν ότι είχαν καταβληθεί, είτε αγνοούσε η ενάγουσα την ύπαρξη τους.

Μετά τη σύνταξη των εκθέσεων από τον άνω ελεγκτικό οίκο και την προαναφερθείσα γραφολόγο και σε συνέχεια σχετικών συζητήσεων και προφορικών εξηγήσεων του Ι. Π.υ με το Δ.Σ της ενάγουσας, ο πρώτος στις 10/6/2006 επιστολή του προς τη δεύτερη ομολογεί εκ νέου την εκ μέρους του πλαστογράφηση της υπογραφής της Ε.

Γ. σε δελτία αναλήψεων χρηματικών ποσών και επιταγών της εταιρίας αναφέροντας χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων τα εξής "... Είναι αλήθεια, όπως με ρωτήσατε, ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στα αναφερόμενα στην έκθεση της E. Y. αναληπτήρια και τις επιταγές της εταιρίας, κυρίως προς την τράπεζα ..., δεν είναι της κυρίας Γεωργιάδου, έχουν μπει από εμένα εν αγνοία της και χωρίς εξουσιοδότησή της

Ο τρόπος με τον οποίο διενεργούσα τις παραπάνω συναλλαγές ήταν ο ακόλουθος: Εμφάνιζα στον ταμία της τράπεζας το αναληπτήριο ή την επιταγή, το οποίο είχα μόνος εγώ υπογράψει και εισέπραττα τα χρήματα σε βάρος του λογαριασμού όψεως της εταιρίας, τα οποία στη συνέχεια δεν χρησιμοποιούσα για εταιρικούς σκοπούς και είτε τα έπαιρνα σε μετρητά είτε τα κατέθετα σε κοινό λογαριασμό στην ίδια τράπεζα, όπου ήμουν συνδικαιούχος εν αγνοία του άλλου συνδικαιούχου.

Επεδίωκα τις συναλλαγές αυτές να τις κάνω από το συγκεκριμένο κατάστημα της τράπεζας ..., καθώς ο έλεγχος εκεί ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτος και δεν μου δημιουργούσαν οι υπάλληλοι κανένα πρόβλημα με την νομιμοποίηση ή τις υπογραφές στα πιο πάνω έγγραφα. Όπως διαπιστώσατε και μόνοι σας, το υποκατάστημα της ..., που είναι κάτω από τα γραφεία μας, είναι πολύ μικρό και το προσωπικό απολύτως ολιγάριθμο και όλες οι συναλλαγές γίνονταν με τους ίδιους υπαλλήλους, οι οποίοι είχαν δείγματα υπογραφών των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας αλλά και της ίδιας εκπροσώπησης της εταιρίας αλλά δεν ασκούσαν ποτέ ουσιαστικό έλεγχο".

Κατά το χρονικό διάστημα από 03/02/2004 έως 01/4/2005 ο Ι. Π. θέτοντας κατ' απομίμηση και δίχως τη συναίνεση ή την έγκριση της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου της ενάγουσας Ε. Γ. την υπογραφή της σε (17) δελτία ανάληψης που εκδόθηκαν από τους υπαλλήλους της εναγομένης στο υπ' αρ. "..." κατάστημα της εναγομένης για την ανάληψη από τον υπ' αρ.......173 τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγόμενη τράπεζα, εισέπραξε το ποσό που αναφέρεται σε κάθε ένα από τα δελτία αυτά και συνολικά εισέπραξε το ποσό των 2.025.000 ευρώ, το οποίο παρακράτησε ο ίδιος καί το ιδιοποιήθηκε παρανόμως....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 21/8/2002 έως 04/4/2005 ο Ι. Π., θέτοντας αυθαίρετα και άνευ σχετικής εντολής την υπογραφή της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. κατ' ελεύθερη απομίμηση του γνησίου τρόπου της, στη θέση του εκδότη κάτω από την εταιρική σφραγίδα της ενάγουσας, εξέδωσε (80) επιταγές ημέρας, οι οποίες σύρονταν από τον υπ' αρ. .........173 λογαριασμό της ενάγουσας που τηρούσε αυτή στην εναγομένη τράπεζα, πληρωτέων σε διαταγή "ημών των ιδίων".

Στη συνέχεια τις οπισθογραφούσε εν λευκώ θέτοντας επί των σωμάτων αυτών την εταιρική σφραγίδα και πλαστογραφώντας την υπογραφή της άνω Διευθύνουσας Συμβούλου της ενάγουσας, εμφάνιζε αυτές στο κατάστημα "..." της εναγομένης ως τελευταίος κομιστής τους και εισέπραττε το ποσό εκάστης και συνολικά το ποσό των 2.815.458,32 € το οποίο και ιδιοποιήθηκε παρανόμους.

Οι επιταγές αυτές ως προς τον αριθμό τους, το ποσό εκάστης, την ημερομηνία έκδοσης, τον κωδικό και όνομα χρήστη καθώς και ως προς τον κωδικό και όνομα εγκρίνοντας είναι οι ακόλουθες:

Ποσό Επιταγής Ημ/νία έκδσης Κωδικός και όνομα Χρήστη Κωδικός και όνομα Εγκρίνοντος

1 ….69 61.958,92 21/8/2002 ...326 Μ. Π.....85 Τ. Ε.

2 …106 40.000,00 23/8/2002 ...232 Μ. Γ.....68 Α. Ε.

3 …505 30.000,00 9/9/2002 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

4 …138 12.000,00 7/10/2002 ...326 Μ. Π.....69 Κ. Π.

5 …749 10.000,00 10/10/2002 ...78 Λ. Δ..

6 …148 38.000,00 17/10/2002 ...78 Λ.Δ., ...36 Ν. Ε.

7 …099 160.000,00 20/10/2002 ...78 Λ. Δ., ...85 Τ. Ε.

8 …441 42.000,00 5/11/2002 ...326 Μ. Π.. ...36 Ν. Ε.

9 …444 18.000,00 6/11/2002 ...326 Μ. Π.. ...36 Ν. Ε.

10 …437 20.000,00 25/11/2002 ...78 Λ.Δ.. ...36 Ν. Ε.

11 …243 5.000,00 9/12/2002

12 …263 25.000,00 19/12/2002 ...78 Λ.Δ.....36 Ν. Ε.

13 …879 30.000,00 23/12/2002 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

14 …882 40.000,00 27/12/2002 ...78 Λ. Δ.. ...340 Ζ. Χ.

15 …884 48.000,00 15/1/2003 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

16 ….887 40.000,00 16/1/2003 ...326 Μ. Π.....340 Ζ. Χ.

7 ….089 40.000,00 29/1/2003 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

18 …091 50.000,00 30/1/2003 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

19 …149 20.000,00 28/2/2003 ...326 Μ. Π.....36 Ν. Ε.

20 …254 12.000,00 24/3/2003 ...78 Λ. Δ.....69 Κ. Π.

21 …680 40.000,00 3/4/2003 ...78 Λ. Δ.....340 Ζ. Χ.

22 ….684 17.000,00 8/4/2003 ...326 Μ. Π.....340 Ζ. Χ.

23 ….094 6.500,00 30/4/2003 ...326 Μ. Π..

- 24 …..096 10.000,00 2/5/2003

25 …097 3.000,00 2/5/2003

26 ….961 25.000,00 29/5/2003 ...575 Π. Η....85 Τ. Ε.

27 …590 5.000,0 5/6/2003 ...78 Λ. Δ..

28 ...94 10.000,00 9/6/2003

29 ..593 15.000,00 9/6/2003 ...78 Λ. Δ.....03 Γ. Ι.

30 …933 20.000,00 26/6/2003 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

31 …555 30.000,00 17/7/2003 ...575 Π. Η....36 Ν. Ε.

32 …553 32.000,00 5/1/2004 ...575 Π. Η....36 Ν. Ε.

33 …114 5.000,00 20/1/2004 ...576 Π. Ε..

34 ….133 30.000,00 30/1/2004 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

35 …971 20.000,00 29/3/2004 ...575 Π. Η....36 Ν. Ε.

36 ….974 8.000,00 30/3/2004 ...78 Λ. Δ..

37 ….434 5.000,00 16/4/2004 ...78 Λ. Δ..

38 …444 45.000,00 30/4/2004 ...09 Σ. Ά. Κ...50 Κ. Α.

39 …445 10.000,00 2/5/2004 ...78 Λ. Δ..

40 ...77 5.000,00 10/5/2004 ...575 Π. Η.

41 ...98 39.000,00 20/5/2004 ...78 Λ. Δ.. ...36 Ν. Ε.

42 ...95 37.000,00 20/5/2004 ...78 Λ. Δ..

43 ...03 15.000,00 1/6/2004 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

44 ...16 20.000,00 14/6/2004 ...78 Λ.Δ.. ...36 Ν. Ε.Λ.

45 ...28 10.000,00 18/6/2004 ...78 Λ. Δ..

46 ...32 30.000,00 21/6/2004 ...66 Ν. Γ.....36 Ν. Ε. .

47 ...31 20.000,00 8/7/2004 ...78 Λ. Δ.. ...36 Ν. Ε.

48 ...36 10.000,00 9/7/2004 ...78 Λ. Δ..

49 ...33 80.000,00 16/7/2004 ...78 Λ. Δ.....85 Τ. Ε.

50 ...11 2.000,00 23/8/2004 ...575 Π. Η.

51 ...12 17.000,00 24/8/2004 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

52 ...13 2.000,00 27/8/2004 ...78 Λ. Δ..

53 ...25 5.000,00 7/9/2004 ...575 Π. Η.

54 35116 25.000,00 16/9/2004 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

55 35117 22.000,00 17/9/2004 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

56 35833 40.000,00 1/10/2004 ...66 Ν. Γ.....36 Ν. Ε.

57 35838 35.000,00 8/10/2004 ...575 Π. Η....340 Ζ. Χ.

58 35845 20.000,00 19/10/2004 ...78 Λ. Δ.....85 Τ. Ε.

59 35846 6.000,00 21/10/2004 ...78 Λ. Δ..

60 ...32 6.000,00 29/10/2004 ...66 Ν. Γ..

61 ...41 12.000,00 2/11/2004 ...66 Ν. Γ.....03 Γ. Ι.

62 ...35 15.000,00 2/11/2004 ...575 Π. Η....03 Γ. Ι.

63 ...14 100.000,00 8/12/2004 ...78 Λ. Δ.....36 Ν. Ε.

64 38150 7.000,00 27/12/2004 ...575 Π. Η.

65 38153 200.000,00 4/1/2005 ...78 Λ. Δ.....51 Φ. Α.

66 ...91 35.000,00 18/1/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

67 ...95 40.000,00 20/1/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

68 ...85 35.000,00 4/2/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

69 ...89 30.000,00 7/2/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

70 ...93 130.000,00 9/2/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

71 ...29 140.000,00 14/2/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

72 ...03 15.000,00 21/2/2005 ...78 Λ. Δ..

73 ...04 215.000,00 22/2/2005 ...369 Κ. Π.....221 Τ. Λ.

74 ...90 45.000,00 1/3/2005 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

75 ...99 45.000,00 4/3/2005 ...575 Π. Η....221 Τ. Λ.

76 ...35 25.000,00 18/3/2005 ...575 Π. Η....340 Ζ. Χ.

77 ...36 60.000,00 21/3/2005 ...78 Λ. Δ.....51 Φ. Α.

78 ...82 60.000,00 1/4/2006 ...78 Λ. Δ.....340 Ζ. Χ.

79 ...86 37.000,00 4/4/2006 ...575 Π. Η....340 Ζ. Χ.

80 ...85 45.000,00 4/4/2006 ...78 Λ. Δ.....221 Τ. Λ.

Σύνολο 2.815.458,92 Οι υπογραφές όμως που τέθηκαν από τον Ι. Π. στις άνω επιταγές στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου, κατ' ελεύθερη απομίμηση του γνησίου τρόπου της υπογραφής της άνω Διευθύνουσας Συμβούλου της ενάγουσας Ε. Γ., εμφανίζουν σε τόσο μεγάλο βαθμό ομοιότητα με τις γνήσιες υπογραφές της τελευταίας, έτσι ώστε να απαιτείται από τους υπαλλήλους της εναγομένης του εν λόγω καταστήματος της εξειδιασμένη επιμέλεια και ειδικές γνώσεις γραφολόγου ή ειδικού πραγματογνώμονα για την εξακρίβωση της πλαστότητας κατά τον έλεγχο της γνησιότητας τους, συγκριτικά με το δείγμα υπογραφής του εκδότη τους που υπήρχε στο αρχείο του καταστήματος της εναγομένης.

Όπως προαναφέρθηκε στην αρχή της απόφασης, η υποχρέωση της πληρώτριας τράπεζας, [στην προκειμένη περίπτωση της εναγόμενης], κατά την πληρωμή επιταγών, είναι να ελέγχει την κανονικότητα της συνέχειας των γενομένων οπισθογραφήσεων, όχι όμως και το υπαρκτό των υπογραφών των οπισθογράφων. Επίσης, με βάση της σύμβασης περί επιταγής η πληρώτρια τράπεζα υποχρεούται να ελέγχει την υπογραφή του εκδότη με αντιπαραβολή προς το τηρούμενο δείγμα υπογραφής του, ενώ όταν κατονομάζεται ο λήπτης της επιταγής, η τράπεζα οφείλει να ελέγχει κατά πόσο η ταυτότητα του αιτούντος την πληρωμή κομιστή συμπίπτει με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής με βάση το κείμενο του τίτλου.

Στην προκειμένη περίπτωση οι επιφορτισμένοι προς τούτο υπάλληλοι της εναγομένης ήλεγχαν τη γνησιότητα των υπογραφών της επιταγής με το δείγμα υπογραφής της Ε. Γ., που φερόταν ως εκδότρια και οπισθογράφος των επιταγών, το οποίο υπήρχε στο αρχείο του καταστήματος της εναγομένης και δεν διαπίστωσαν από την αντιπαραβολή τους καμία διαφορά λόγω του πολύ μεγάλου βαθμού ομοιότητας αυτών.

Η διαφορετικότητα των υπογραφών στα σώματα των επιταγών με το δείγμα της υπογραφής της Ε. Γ. μόνο από ειδικό γραφολόγο και κατόπιν εξειδιασμένης επιμέλειας μπορούσε να εξακριβωθεί, που τέτοιες ειδικές γνώσεις δεν είχαν οι υπάλληλοι της εναγομένης, αλλά ούτε και ο μέσος τραπεζικός υπάλληλος. Όσον αφορά τον έλεγχο της κανονικότητας των στοιχείων των ενδίκων επιταγών, στον οποίο προέβαιναν οι υπάλληλοι του άνω καταστήματος της εναγομένης με την οπτική παρατήρηση αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι οι επιταγές προσκομίζονταν στους υπαλλήλους της εναγομένης εξ υπαρχής πλαστές και συμπληρωμένες ως προς όλα τα στοιχεία της εγκυρότητας τους από τον πλαστογράφο Ι.

Π.. Τα σώματα των επιταγών δεν έφεραν εμφανώς επίμεμπτα εξωτερικά στοιχεία της εγκυρότητάς τους, που να καταμαρτυρούν ή να υπονοούν νόθευση τους. Οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν είχαν ούτε όφειλαν να έχουν οποιεσδήποτε υπόνοιες για την αυθαίρετη απομίμηση της υπογραφής της Ε. Γ. στα σώματα των επιταγών από τον Ι.

Π., αφού πέραν του ότι δεν έφεραν εμφανώς επίμεμπτα εξωτερικά στοιχεία, αυτές εμφανίζονταν προς πληρωμή και είσπραξη από τον Ι. Π., ταμία και διαχειριστή διαθεσίμων της ενάγουσας, ο οποίος ήταν γνωστός στους υπαλλήλους της εναγόμενης από πολλά έτη ως ανώτερο οικονομικό στέλεχος αυτής και της απολύτου εμπιστοσύνης της αλλά και από τις αναρίθμητες και καθημερινές συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων.

Επί πλέον ήταν γνωστό σ' αυτούς ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να παραλαμβάνει από αυτή τα μπλοκ επιταγών, αντίγραφα κινήσεως λογαριασμών, ειδοποιητήρια κ.λπ. Επομένως, με βάση τις τραπεζικές συνήθειες και την αντικειμενική καλή πίστη, οι υπάλληλοι του συγκεκριμένου καταστήματος της εναγομένης δεν υποχρεούνταν και δεν μπορούσαν να προβούν σε άλλες περαιτέρω ενέργειες προ κειμένου να εξακριβώσουν την γνησιότητα των υπογραφών στα σώματα των ενδίκων επιταγών, ούτε είχαν τη δυνατότητα να διαγνώσουν τη σχετική πλαστογραφία.

Η δε πληρωμή τους και η επιγενόμενη από το λόγο αυτό ζημία της ενάγουσας από τη χρέωση του λογαριασμού της από τον οποίο σύρονταν οι επιταγές δεν οφείλεται σε υπαίτια αμελή πράξη ή παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και συνακόλουθα δεν συνιστά παράβαση της υποχρέωσης της εναγομένης, απορρέουσας από τη σύμβαση της επιταγής, ερμηνευόμενη πάντα υπό το πρίσμα της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών.

Ακόμη και στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών από την εναγόμενη τράπεζα όσον αφορά την πληρωμή των ενδίκων επιταγών δεν διαπιστώθηκε ούτε εκδηλώθηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους της συμπεριφορά που δεν ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε η εναγομένη να τηρήσει απέναντι στην ενάγουσα πελάτη της.

Συνεπώς εφόσον δεν βαρύνει τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης κανένα πταίσμα κατά την πληρωμή των εν λόγω επιταγών, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγομένης ούτε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία του καταναλωτή", ούτε με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, αναφορικά με τις ένδικες επιταγές, τόσο τη κύρια βάση της αγωγής όσο και τις δύο επικουρικές ορθώς το νόμο ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το 2° λόγο έφεσης της ενάγουσας περί βαρείας αμέλειας των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον πρώτο λόγο της έφεσης της, κατά το πρώτο σκέλος της, η ενάγουσα παραπονείται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε τον αγωγικό ισχυρισμό ότι (25) από τις ένδικες επιταγές συνολικού ποσού 1.398.000 €, που εξέδωσε ο I. Π. θέτοντας κατ' απομίμηση και αυθαίρετα την υπογραφή της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου Ε.

Γ. στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου υπό την εταιρική σφραγίδα, πληρωτέες σε διαταγή της στο χρονικό διάστημα από 01/10/2004 έως 04/4/2005, πληρώθηκαν ακύρως από την εναγομένη από τα διαθέσιμα του λογαριασμού όψεως της ενάγουσας, καθόσον με το υπ' αρ. …40/27-9-2004 πρακτικό του Δ.Σ αυτής την εταιρία δεν εκπροσωπούσε μόνο η άνω Διευθύνουσα Σύμβουλος, αλλά απαιτούνταν και 2η υπογραφή μέλους του Δ.Σ αυτής (I.

Π.). Ωστόσο στα σώματα των επιταγών υπάρχει στη θέση της υπογραφής του εκδότη μία μόνο υπογραφή αυτή της Ε. Γ., η οποία έχει τεθεί κατ' απομίμηση από τον I Π., ενώ για την εγκυρότητά τους έπρεπε να υπάρχουν δύο υπογραφές. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου η εκκαλούσα -ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υποχρέωσε την εναγομένη - εφεσίβλητη να της καταβάλει το πόσο των [1.264.000] για την αξία (18) επιταγών που εκδόθηκαν από τον Ι.

Π. θέτοντας κατ' απομίμηση και αυθαίρετα την υπογραφή της Προέδρου και Διευθύνουσας Συμβούλου Ε. Γ. στη θέση του εκδότη και του πρώτου οπισθογράφου υπό την εταιρική σφραγίδα, πληρωτέες σε διαταγή της στο χρονικό διάστημα από 08/12/2004 έως 04/4/2005, δηλαδή από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της σχετικής απόφασης του ΔΣ αυτής στο ΦΕΚ τ.

ΑΕ και ΕΠΕ με αριθμό 14.001/23-11-2004, αφότου η εναγομένη έλαβε εξ αντικειμένου γνώση της μεταβολής της εκπροσώπησης, δυνάμει του οποίου την εταιρία εκπροσωπούσαν από κοινού και τη δέσμευαν δύο άτομα και όχι μόνο η Ε. Γ. από μόνη της και συνεπώς για την εγκυρότητα των επιταγών έπρεπε να υπάρχουν δύο υπογραφές και όχι μία.

Η αμέλεια δε των υπαλλήλων της εναγομένης συνίσταται στο ότι μη επιδείξαντες την προσήκουσα επιμέλεια ως όφειλαν από αμέλεια παρέλειψαν να εξετάσουν ότι βάσει της δημοσιευμένης στο ΦΕΚ και ισχύουσας από τις 23/11/2004 εκπροσώπησης της ενάγουσας, απαιτούνταν δύο υπογραφές επί της εταιρικής σφραγίδας και όχι μία.

Τέλος με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση δεν υποχρέωσε την εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 227.000 € για την αξία (5) επιταγών που εκδόθηκαν από τον Ι. Π. κατά τον άνω τρόπο κατά το χρονικό διάστημα από 17/3/2005, όταν, όπως συνομολόγησε η εναγομένη, της προσκομίστηκε η νέα νομιμοποίηση της ενάγουσας, έως την 04/4/2005.

Όπως προαναφέρθηκε η νομιμοποίηση και τροποποίηση της εκπροσώπησης και δέσμευσης της ενάγουσας που πραγματοποιήθηκε δυνάμει του υπ' αρ. ….40/27-9-2004, με την οποία η εκπροσώπηση και η δέσμευση της ενάγουσας ανατέθηκε από κοινού στον Ι. Π. και την Ε. Γ., γνωστοποιήθηκε στην εναγομένη στις 17/3/2005.

Συνεπώς από τότε, και όχι από την έκδοση ή από τη δημοσίευση στο ΦΕΚ του άνω πρακτικού, η εναγομένη γνώριζε ότι την ενάγουσα την δεσμεύουν πλέον δύο και όχι μία υπογραφές. Η εναγομένη δεν όφειλε και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αυθημερόν την έκδοση του από 27/9/2004 πρακτικού του ΔΣ της ενάγουσας περί αλλαγής της εκπροσώπησης της ούτε πότε δημοσιεύθηκε αυτό.

Κατά την κρατούσα συναλλακτική πρακτική στον τραπεζικό κλάδο οι πελάτισσες εταιρίες είναι αυτές που ενημερώνουν τις συνεργαζόμενες με αυτές τράπεζες για τις αλλαγές στη σύνθεση του Δ.Σ. και τις τροποποιήσεις στη νομιμοποίηση τους ή το καταστατικό τους αφού δεν είναι δυνατόν οι τράπεζες να παρακολουθούν συνεχώς την Εφημερίδα της Κυβέρνησης μήπως τυχόν εντοπίσουν κάποια αλλαγή που να αφορά τις εταιρίες που συναλλάσσονται μαζί της.

Και αυτή την συμβατική υποχρέωση, ήτοι την ενημέρωση για αλλαγή εκπροσώπησης της ενάγουσας είχε αναλάβει η Ε. Γ. ως εκπρόσωπος αυτής. Αναφορικά με το τρίτο σκέλος του άνω λόγου έφεσης οι υπ' αρ. ...82/01-4-2005 ποσού 60.000 €, 41.085/04-4-2005 ποσού 45.000 € και 41.086/04-4-2005 ποσού 37.000 επιταγές φέρουν υπό την εταιρική σφραγίδα δύο και όχι μία υπογραφή, ήτοι του I.

Π. και αυτή της Ε. Γ. τεθείσα κατ' απομίμηση από τον I Π.. Οι υπ' αρ. 40.635/18-3-2005 ποσού 25.000 € και 40.636/21-3-2005 ποσού 60.000 € επιταγές πράγματι αυτές εμφανίστηκαν με μία υπογραφή στην πρόσθια όψη τούς αλλά με δύο υπογραφές στην οπίσθια όψη της μεταβίβασης με οπισθογράφηση και πληρώθηκαν καλόπιστα δεδομένου ότι η σχετική νομιμοποίηση στο δίκτυο δεν είχε δημοσιευθεί λόγω του Σαββατοκύριακου που μεσολάβησε (19 και 20/3/2005) και ολοκληρώθηκε εντός (5) εργασίμων ημερών...".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις ασκηθείσες από τους διαδίκους εφέσεις καθώς και τους πρόσθετους λόγους έφεσης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (ΚΠολΔ 106), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (ΚΠολΔ 110 § 2), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (ΚΠολΔ 561 § 2) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή ισχυρισμοί που διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που, παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Ολομ ΑΠ 12/2000, Ολομ ΑΠ 3/1997, ΟλομΑΠ 2/2001, ΑΠ 354/2011, ΑΠ 760/2004).

Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση, καθόσον το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή και συγκροτούν την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της οποίας δεν έκαναν τον απαιτούμενο έλεγχο, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο η ταυτότητα του αιτήσαντος την πληρωμή των επίμαχων επιταγών προσώπου συνέπιπτε με το όνομα του δικαιούχου της επιταγής, με βάση το κείμενο του τίτλου.

Έτσι όπως είναι διατυπωμένος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και ως τέτοιος απορριπτέος, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο με το προεκτεθέν περιεχόμενο ισχυρισμός, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από την αναιρεσείουσα - εκκαλούσα με λόγο έφεσης, ούτε γίνεται επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο ζήτημα ότι οι 80 τραπεζικές επιταγές πληρώθηκαν, χωρίς προηγούμενο έλεγχο εκ μέρους των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, σε πρόσωπο που εμφανίστηκε να ενεργεί για λογαριασμό της και που δεν είχε εξουσιοδοτηθεί από την ίδια (αναιρεσείουσα) ειδικά για το σκοπό αυτό και συγκεκριμένα στον Ι.

Π.. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο, με την κρίση του, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στο ζήτημα της ύπαρξης εξουσιοδότησης στον προαναφερόμενο Ι. Π. για την είσπραξη επιταγών για λογαριασμό της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι η αναιρεσείουσα "...με την από 27/9/2002 εξουσιοδότησή της, την οποία απεύθυνε προς την εναγομένη και συγκεκριμένα προς τo "..." κατάστημα αυτής, παρείχε στον Ι. Π. την εξουσιοδότηση να παραλαμβάνει από αυτήν βιβλιάρια επιταγών, ειδοποιητήρια ή παραστατικά που αφορούσαν το λογιστήριό της, αντίγραφα εκδόσεως τραπεζικών επιταγών ή εντολών, αντίγραφα κινήσεως των λογαριασμών της, βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος και αντιγράφων που αφορούσαν αγοραπωλησίες συναλλάγματος, επιστρεφόμενες επιταγές και κάθε αξιόγραφο..." και ότι ο ανωτέρω "...με βάση την από 27/9/2004 εξουσιοδότηση της ενάγουσας, η οποία είχε κοινοποιηθεί στην εναγομένη, δεν είχε δικαίωμα να προβαίνει σε αναλήψεις χρημάτων για λογαριασμό της ενάγουσας, αλλά μόνο να προβαίνει στην παραλαβή μπλοκ επιταγών από την τράπεζα, ειδοποιητηρίων και παραστατικών που αφορούσαν το λογιστήριο, αντιγράφων κινήσεως λογαριασμών...", ακολούθως δέχεται ότι "ήταν γνωστό σ' αυτούς (εννοεί τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης) ότι ήταν εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να παραλαμβάνει από αυτή τα μπλοκ επιταγών, αντίγραφα κινήσεως λογαριασμών, ειδοποιητήρια κ.λπ." και ότι "...η δε πληρωμή τους και η επιγενόμενη από το λόγο αυτό ζημία της ενάγουσας από τη χρέωση του λογαριασμού της από τον οποίο σύρονταν οι επιταγές δεν οφείλεται σε υπαίτια αμελή πράξη ή παράλειψη των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και συνακόλουθα δεν συνιστά παράβαση της υποχρέωσης της εναγομένης, απορρέουσας από τη σύμβαση της επιταγής, ερμηνευόμενη πάντα υπό το πρίσμα της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών.

Ακόμη και στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών από την εναγόμενη τράπεζα όσον αφορά την πληρωμή των ενδίκων επιταγών δεν διαπιστώθηκε ούτε εκδηλώθηκε από τους προστηθέντες υπαλλήλους της συμπεριφορά που δεν ανταποκρινόταν στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε η εναγομένη να τηρήσει απέναντι στην ενάγουσα πελάτη της.

Συνεπώς εφόσον δεν βαρύνει τους προστηθέντες υπαλλήλους της εναγομένης κανένα πταίσμα κατά την πληρωμή των εν λόγω επιταγών, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη της εναγομένης ούτε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία του καταναλωτή", ούτε με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών....".

Με τα δεδομένα αυτά είναι προφανές ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της προσβαλλόμενης απόφασης για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για την ύπαρξη ευθύνης των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, είναι ανεπαρκή, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση του Εφετείου για την υπαγωγή ή μη της υπό κρίση περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Κατ' ακολουθίαν τούτων ο ανωτέρω λόγος του αναιρετηρίου, κατά το συγκεκριμένο δεύτερο σκέλος του, είναι βάσιμος. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου νοείται το διαγνωστικό σφάλμα (εσφαλμένη ανάγνωση) του δικαστηρίου, εξαιτίας του οποίου αποδόθηκε στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό και το οποίο ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, εφόσον συνέβαλε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου και έτσι αυτό κατέληξε σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 13/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναφορικά με τις υπ' αριθμ. 40.635/18-3-2005 ποσού 25.000 € και 40.636/21-3-2005 ποσού 60.000 € επιταγές δέχθηκε ότι "...πράγματι αυτές εμφανίστηκαν με μία υπογραφή στην πρόσθια όψη τούς αλλά με δύο υπογραφές στην οπίσθια όψη της μεταβίβασης με οπισθογράφηση και πληρώθηκαν καλόπιστα δεδομένου ότι η σχετική νομιμοποίηση στο δίκτυο δεν είχε δημοσιευθεί λόγω του Σαββατοκύριακου που μεσολάβησε (19 και 20/3/2005) και ολοκληρώθηκε εντός (5) εργασίμων ημερών...".

Σε αντίθεση, όμως, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, από τα φωτοαντίγραφα των ως άνω επιταγών προκύπτει, ότι στην οπίσθια όψη αυτών έχει τεθεί στην σφραγίδα της αναιρεσείουσας μία μόνο και όχι δύο υπογραφές. Έτσι, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραμόρφωσε τα, ως άνω, αποδεικτικά έγγραφα. Εξ αιτίας δε του τελευταίου διαγνωστικού αυτού σφάλματος οδηγήθηκε στην κρίση ότι καλώς πληρώθηκαν οι συγκεκριμένες επιταγές και δεν έλαβε χώρα παραβίαση της σύμβασης έκδοση επιταγών.

Ενόψει τούτων, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ και κατά συνέπεια οι σχετικοί τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος του, καθώς και ο σχετικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατόπιν τούτων, συνδυαστικά λαμβανομένων υπόψη, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας από την είσπραξη των 80 (πλαστογραφημένων) επιταγών από τον Ι.

Π., εμφανισθέντα για λογαριασμό της, αλλά χωρίς εξουσιοδότηση προς τούτο και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (ΚΠολΔ 580 § 3), απορριπτομένων των λοιπών αναιρετικών λόγων ως αλυσιτελών. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου (ΚΠολΔ 495 § 4).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3951/2014 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. –

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2019.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ