Supreme Court allows appeal against company audit decision, remanding case for retrial with new judge.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the second ground of an appeal against a first-instance court's decision to reject a company audit request. The appellants argued that the lower court violated the law by failing to recognize their right to request an extraordinary audit based on specific factual circumstances. Consequently, the court set aside the contested decision and remanded the case for a new trial before a different judge, while awarding costs to the appellants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 et seq. and 788 of the Code of Civil Procedure; Article 40 of the Commercial Law 2190/1920: The Supreme Court held that a lower court's rejection of an extraordinary audit request constitutes a violation of substantive law if it fails to acknowledge the statutory right to request such an audit based on the alleged facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1439 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1439/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Β. Π. και 2) Σ. Β. Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βεργανελάκη και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βεργανελάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. Σ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. χας Β. Π., το γένος Ν., κατοίκου ..., 3) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., 4) Ι. Β. του Κ., κατοίκου ... και 5) Σ. (S.) Χ. (H.) του Τ. (T.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Τσουμάνη.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε ν’ αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το ζήτημα της αναβολής έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων, ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα του αντιδίκου του.
Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά του Προεδρεύοντός του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-2013 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 172/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 12-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της από 14-2-2015 αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του πρώτου λόγου, καθώς και την αναίρεση της εκδοθείσας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ’ αριθμ. 22/2015 απόφασης του δικάσαντος ως εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 14-2-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. και 788 ΚΠολΔ), υπ’ αριθμ. 22/2015 απόφαση του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, η οποία δέχτηκε κατ’ ουσίαν την από 10-3-2014 και με αριθμό καταθ. 28/2014 έφεση των καθών η αίτηση - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά των αιτούντων -εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμ. 172/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, που είχε δεχτεί ως κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 19.8.2013 και με αριθμ.
κατ. 146/20.8.2013 αίτηση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι πρώτοι (αναιρεσείοντες), με την ιδιότητά τους ως μετόχων της "Β. Σ. Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", εκπροσωπούντων πλέον του 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ζήτησαν να διαταχθεί από το Δικαστήριο η διενέργεια από τον οικονομολόγο Π.
Α. ή οποιονδήποτε τρίτο ήθελε επιλεγεί, οικονομικού ελέγχου για τα πεπραγμένα του Δ.Σ. της εταιρείας "Β. Σ. Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", κατά τις χρήσεις 2011 -2012. Με τις διατάξεις του άρθρου 40 του Κ.Ν. 2190/1920, υπό τον τίτλο "Αίτηση έκτακτου ελέγχου", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 49 του Ν. 3604/2007 (Φ.Ε.Κ.
A’ 189/8.8.2007), ορίζονται τα εξής: "1. Δικαίωμα να ζητήσουν έλεγχο της εταιρείας από το μονομελές πρωτοδικείο (ήδη ειρηνοδικείο) της περιφέρειας στην οποία εδρεύει η εταιρεία, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν: α) μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου.
Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως και πέραν του ημίσεος, το ποσοστό αυτό, β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προκειμένου περί εταιρειών, των οποίων οι μετοχές έχουν εισαχθεί σε χρηματιστήριο ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας προσφοράς στο πλαίσιο είτε κάλυψης μετοχικού κεφαλαίου είτε διάθεσης υφιστάμενων μετοχών, γ) ο Υπουργός Ανάπτυξης, ή η κατά περίπτωση αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. 2.
Ο έλεγχος κατά την προηγούμενη παράγραφο διατάσσεται, εάν πιθανολογούνται πράξεις που παραβιάζουν διατάξεις των νόμων ή του καταστατικού της εταιρείας ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση ελέγχου πρέπει να υποβάλλεται εντός τριών (3) ετών από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελλόμενες πράξεις. 3.
Μέτοχοι της εταιρείας, που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο της παραγράφου 1 τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση.
Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως και πέραν του ημίσεος, το ποσοστό του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος της παρούσας παραγράφου. Με τη διάταξη του άρθρου 40 του ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 49 ν. 3604/2007, καθιερώνεται, το δικαίωμα των μετόχων που αντιπροσωπεύουν τη μειοψηφία του 1/20 και του 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου ανώνυμης εταιρίας, με τις ειδικότερες διακρίσεις που κατωτέρω εκτίθενται, να ζητήσουν από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, να διαταχθεί ο έκτακτος έλεγχος της εταιρίας, δικαίωμα το οποίο αποβλέπει καταρχήν στη συγκέντρωση στοιχείων για την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά εταιρικών οργάνων, στην αναζήτηση τυχόν ευθυνών τους, αλλά και γενικότερα στην ενημέρωση της γενικής συνέλευσης σχετικά με τον τρόπο άσκησης της διαχείρισης και η άσκηση του οποίου δεν εμποδίζεται από την έγκριση του ισολογισμού ή την απαλλαγή του διοικητικού συμβουλίου από την ευθύνη του με απόφαση στην οποία συμμετείχαν και οι αιτούντες.
Ειδικότερα, προϋπόθεση ασκήσεως δικαιώματος ελέγχου από τη "μικρή μειοψηφία" (που αντιπροσωπεύει το 1/20 του καταβεβλημένου κεφαλαίου) είναι η καταγγελία συγκεκριμένων πράξεων, από τις οποίες πιθανολογείται η παραβίαση διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή του καταστατικού ή των αποφάσεων της γενικής συνέλευσης, με σκοπό, κατά κύριο λόγο, την προστασία των συμφερόντων των ενδιαφερομένων προσώπων και ιδιαίτερα της μειοψηφίας των μετόχων.
Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της μικρής μειοψηφίας περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρίας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες.
Η αξιούμενη πιθανολόγηση στην περίπτωση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο το νομικό χαρακτηρισμό των επικαλούμενων γεγονότων ως παράβασης. Ο νομικός χαρακτηρισμός γίνεται από το δικαστήριο κατά την υπαγωγική μέθοδο και δεν υπόκειται στην αξιολογική εκτίμηση του πιθανού, διότι αντικείμενο της πιθανολόγησης είναι μόνον πραγματικά γεγονότα.
Αντίστοιχα, για την άσκηση του δικαιώματος ελέγχου που ζητείται από τη "μεγάλη μειοψηφία", (που αντιπροσωπεύει το 1/5 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου), δεν απαιτείται να γίνει επίκληση πράξης που πιθανολογεί παράβαση νόμου, του καταστατικού ή των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης, αλλά αρκεί να προταθεί ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης "καθίσταται πιστευτόν εκ της όλης πορείας των εταιρικών υποθέσεων ότι η διοίκηση της εταιρίας δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διοίκηση".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δηλαδή, πρέπει να γίνεται επίκληση και απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συνιστούν μη χρηστή και ασύνετη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων που αναφέρονται στις συναλλαγές της εταιρίας με τρίτους ή στην διοίκηση του νομικού προσώπου της (ΑΠ 289/1999). Ο έκτακτος έλεγχος, λοιπόν, της μεγάλης μειοψηφίας δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων (σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων) των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρίας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες, αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας (συνέσεως), ήτοι επεκτείνεται στην εξακρίβωση του εάν οι διαχειριστικές πράξεις ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρία, δηλαδή εάν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι.
Εξάλλου, με τις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 42α του Κ.Ν. 2190/1920 υπό τον τίτλο "Γενικές διατάξεις για τους ετήσιους λογαριασμούς (ετήσιες οικονομικές καταστάσεις)" ορίζονται τα εξής: "1. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις περιλαμβάνουν: α) τον ισολογισμό, β) το λογαριασμό "αποτελέσματα χρήσεως", γ) τον "πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων" και δ) το προσάρτημα.
Τα έγγραφα αυτά αποτελούν ενιαίο σύνολο και ελέγχονται όπως ορίζουν τα άρθρα 36, 36α και 37... 5. Για να ληφθεί από τη Γενική Συνέλευση έγκυρη απόφαση πάνω στις οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, πρέπει να έχουν υπογραφεί από τρία διαφορετικά πρόσωπα, ήτοι από: α) τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του, β) το διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητά του συμπίπτει με εκείνη των ανωτέρω προσώπων, από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου που ορίζεται από αυτό και γ) τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου.
Οι παραπάνω σε περίπτωση διαφωνίας από πλευράς νομιμότητας του τρόπου κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, οφείλουν να εκθέτουν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους στη γενική συνέλευση". Περαιτέρω, με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου (42Α του Κ.Ν. 2190/1920) ορίζεται: "2. Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται υποχρεωτικά με βάση τις διατάξεις αυτού του άρθρου, καθώς και των άρθρων 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43 και 43α και εμφανίζουν με απόλυτη σαφήνεια την πραγματική εικόνα της περιουσιακής διάρθρωσης, της χρηματοοικονομικής θέσης και των αποτελεσμάτων χρήσης της εταιρείας".
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 37 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ίσχυε πριν από την κατάργησή του στις 19-8-2015 με το άρθρο 2 του ν. 4336/ 2015 (Α’ 94/14.8.2015) και σύμφωνα με το άρθρο 4 του ιδίου νόμου η κατάργηση ισχύει από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Β’ του άρθρου 3 αυτού, ήτοι από 19.8.2015, "Εκ της εκθέσεως ταύτης (των ελεγκτών περί ελέγχου του ισολογισμού) δέον να προκύπτει σαφώς, μετ’ έλεγχον της ακρίβειας και νομιμότητας των εγγραφών στα βιβλία της επιχειρήσεως, εάν ο ισολογισμός απεικονίζει την οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως κατά την ημερομηνία της λήξεως της ελεγχθείσας χρήσεως, ο δε λογαριασμός αποτελεσμάτων χρήσεως τα προκύψαντα κατ’ αυτήν αποτελέσματα".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας, οι οποίες, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν και τον ισολογισμό, πρέπει να είναι υπογεγραμμένες από τρία διαφορετικά πρόσωπα, και συγκεκριμένα από: τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του, το διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητα του συμπίπτει με εκείνη των ανωτέρω προσώπων, από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου που ορίζεται από αυτό και τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου, ακόμη δε, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για να καταρτισθεί ένας ισολογισμός είναι η ειλικρίνεια και η σαφήνεια, δηλ.
ο ισολογισμός, θα πρέπει να εμφανίζει με απόλυτη σαφήνεια την πραγματική εικόνα της περιουσιακής κατάστασης της εταιρίας.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον υπό στοιχ. Β’ λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 εδ. Α’ και παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3604/2007.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. επισκοπούμενη με αριθμ. πρωτ. 146/20.8.2013 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων κατά των καθών η αίτηση και ήδη αναιρεσιβλήτων, από τους οποίους η δεύτερη Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνουσα Σύμβουλος της πρώτης τούτων ανώνυμης εταιρίας, οι δε λοιποί, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, επικαλούμενοι την ιδιότητά τους ως μετόχων της πρώτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας "Β.
Σ. Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", εκπροσωπούντων πλέον του 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, της οποίας μέτοχοι επίσης, είναι οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να διαταχθεί από το Δικαστήριο η διενέργεια οικονομικού ελέγχου για τα πεπραγμένα του Δ.Σ. της εταιρείας "Β. Σ. Π. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε.", κατά τις χρήσεις 2011 -2012, από τον οικονομολόγο Π.
Α. ή οποιονδήποτε τρίτο ήθελε επιλεγεί από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους ζήτησαν τη διενέργεια του ως άνω οικονομικού ελέγχου οι αιτούντες επικαλέστηκαν με την αίτησή τους αυτολεξεί τα εξής: "Επειδή το Διοικητικό Συμβούλιο της εν λόγω Α.Ε. - στο οποίο μέχρι και 31-6-2013 συμμετείχαν η δεύτερη των καθ’ ών, ως Πρόεδρος αυτού και Διευθύνουσα Σύμβουλος της Εταιρείας, οι δε Ε.
Ν. Π., Ε. συζ. Κ. Π. και Μ. συζ. Ι. Β., συστηματικά και παρά τις οχλήσεις μας αρνείτο να μας παραθέσει στοιχεία για την οικονομική θέση και κατάσταση της εταιρείας και ειδικότερα για την τύχη σημαντικών κεφαλαίων που είχαν εισρεύσει στο ταμείο της εταιρείας μας και είχαν καταστεί αντικείμενα διαχειρίσεως κατά τρόπο ο οποίος σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, εγκυμονούσε κινδύνους για την αντιμετώπισή της από τις Φορολογικές Αρχές, ζητήσαμε από την τότε διοίκησή της με την από 30-11-2012 εξώδικη αίτησή μας που επιδόθηκε σ’ αυτήν την 30-11-2012 σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. ...Γ/30-11-2012 έκθεση επιδόσεως της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χανίων, Σ.
Α., να συγκαλέσει έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της συγκεκριμένης Α.Ε. με μοναδικό θέμα ΗΔ "Λήψη αποφάσεως αναφορικά με τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας". Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με το νόμο, η αίτησή μας αυτή, υποβληθείσα από μετόχους εκπροσωπούντες πλέον του 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, έπρεπε να γίνει δεκτή και να συγκληθεί μέσα στην νόμιμη προθεσμία η ανωτέρω έκτακτη γενική συνέλευση, τούτο μέχρι σήμερα δεν συνέβη, γεγονός που μας ανάγκασε να προσφύγομε στο Δικαστήριό Σας με την από 1-2-2013 αίτησή μας, με την οποία ζητήσαμε κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει τα δέοντα ώστε να συγκληθεί η ανωτέρω έκτακτη Γενική Συνέλευση.
Επί της συγκεκριμένης αιτήσεώς μας δεν έχει υπάρξει ακόμα απόφαση. Κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την άσκηση της συγκεκριμένης αιτήσεώς μας μέχρι και σήμερα και συγκεκριμένα την 30-6-2013 συγκλήθηκε η τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας κατά την οποία συμμετείχαμε και ζητήσαμε έγκαιρα με την από 10-6-2013 εξώδικη αίτησή μας, που επιδόθηκε νόμιμα στην εταιρεία (Α’ καθ’ ης) κατά τις διατάξεις του ΚΝ 2190/1920 όπως ισχύουν σήμερα, καθώς και αυτές του καταστατικού, να περιληφθεί ως θέμα ΗΔ, προταθέν από την μειοψηφία, και το εξής: "Ανάθεση στον Π.
Α., οικονομολόγο, της διενέργειας Οικονομικού Ελέγχου για τα πεπραγμένα του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας "Β. Σ. Π. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΧΡΗΣΕΩΝ 2011-2012". Η Α’ καθ’ ης δια του τότε Συμβουλίου της αρνήθηκε να προστεθεί ως θέμα ΗΔ της προαναφερόμενης τακτικής Γ.Σ. αυτό που ζητήσαμε ως μέτοχοι της μειοψηφίας, εκπροσωπούντες πλέον του 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, με την αβάσιμη δικαιολογία ότι το αίτημά μας είχε υποβληθεί άκαιρα.
Ακολούθησε από πλευράς μας η από 18-6-2013 διαμαρτυρία μας προς την Α’ καθ’ ης για την άρνησή της να συμπεριλάβει το παραπάνω θέμα σε αυτά της Γ.Σ. της 30-6-2013 και η προειδοποίησή μας ότι αν τελικά το θέμα αυτό δεν αντιμετωπισθεί, θα προσφύγομε στην Δικαιοσύνη. Από πλευράς της Α’ καθ’ ης υπήρξε εμμονή επί της αρνήσεως να συμπεριληφθεί το παραπάνω θέμα στα προς συζήτηση από την Γ.Σ.
της 30-6-2013 μέχρι και την προτεραία της άνω ημερομηνίας. Αιφνιδιαστικά την επομένη, δηλαδή την 30-6-2013, και ενώ ο εκπρόσωπός μας έχοντας κατά νου ότι το ανωτέρω θέμα δεν επρόκειτο να περιληφθεί στα προς συζήτηση και λήψη αποφάσεως από την Γ.Σ., παραλείψας για τον λόγο αυτόν να φέρει τα έγγραφα παραστατικά με τα οποία θα αποδεικνυόταν το βάσιμο των ισχυρισμών μας, άκουσε από την Πρόεδρο της Γ.Σ.
και Β’ καθ’ ης να προτείνει να προστεθεί ως εκτός ΗΔ θέμα και αυτό που είχαμε ζητήσει. Ήταν προφανές ότι η κίνηση αυτή της Εταιρείας και ιδίως της Β’ καθ’ ης, ήταν σκηνοθετημένη, επιδιώκουσα να δημιουργηθούν σε βάρος μας εντυπώσεις και για τον λόγο αυτόν καταψηφίσαμε την πρόταση, με συνέπεια το θέμα αυτό να μην συζητηθεί από την Γ.Σ.
Εν τω μεταξύ τα στοιχεία που εξασφαλίζουμε καθημερινά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση των οικονομικών πραγμάτων της εταιρείας κατά τις χρήσεις 2011 - 2012, υπήρξε "σκοτεινή", με συνέπεια απώλεια σημαντικών ποσών για το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και κατ’ επέκταση για τους μετόχους της, η δε εξ αυτών δημιουργηθείσα κατάσταση εγκυμονεί κινδύνους οικονομικής ισοπέδωσης του εταιρικού ταμείου, αν ήθελε πραγματοποιηθεί φορολογικός έλεγχος από την αρμόδια αρχή (ΣΔΟΕ) εξ αιτίας των προστίμων που θα επιβληθούν Συγκεκριμένα και παρά το γεγονός ότι η Α’ καθ’ ης αρνήθηκε να θέσει στην διάθεσή μας έγγραφα στοιχεία που ζητήσαμε για να ελέγξομε τις προαναφερόμενες δύο χρήσεις, από τις κατά νόμον δημοσιοποιήσεις στις οποίες έχει ήδη προβεί έχει ανακύψει μία σειρά περίεργων συμπτώσεων που οδηγεί ακόμα και τον πιο καλόπιστο ερευνητή στην σκέψη ότι η διαχείριση των συγκεκριμένων χρήσεων δεν ήταν ορθή, ούτε νόμιμη, με συνέπεια την πρόκληση ζημιάς στα οικονομικά της εταιρείας:
α) Κατ’ αρχάς όλως περιέργως και ενώ ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης των καθ’ ών είχε την ιδιότητα αυτή μέχρι 19.6.2011, που απεβίωσε, εν τούτοις στον ισολογισμό της χρήσης 2010 που συνετάγη μεταγενέστερα, φέρεται ως ένας εκ των υπογραφόντων αυτόν. Σημειώνομε ότι ενώ κατά τις διατάξεις του καταστατικού της εταιρείας, το σώμα κάθε ισολογισμού φέρει 3 υπογραφές, εν τούτοις στον προαναφερόμενο ισολογισμό της χρήσης 2010 οι εις αυτόν υπογραφές είναι μόνο δύο και μάλιστα η μία του έχοντος τότε αποβιώσει Β.
Σ. Π., γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή αυτή δεν έχει τεθεί από αυτόν. β) Το Ταμείο της εταιρείας κατά την 31.12.2011 και 31.12.2012 εφέρετο ότι είχε διαθέσιμα 411.104,53 και 390.622,94 ευρώ αντίστοιχα. Τις ίδιες περιόδους η εταιρεία φέρεται να οφείλει σε Τραπεζικά Ιδρύματα από δάνεια ποσό που υπερβαίνει τις 220.000 ευρώ και εξαιτίας της οφειλής της αυτής να καταβάλει τόκους ετησίως της τάξεως των 20.000 ευρώ.
Τούτο σημαίνει ότι η διαχείριση των χρήσεων αυτών δεν ήταν ορθή, καθ’ όσον επιβαρύνθηκε η εταιρεία με το υπέρογκο ποσό των 40.000 ευρώ περίπου χωρίς, να συντρέχει λόγος, εκτός αν τα διαθέσιμά της δεν ήταν κυριολεκτικά διαθέσιμα αλλά είχαν χρησιμοποιηθεί παρανόμως αλλού. γ) Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές μας, η εταιρεία διά των οργάνων της αρνήθηκε να θέσει υπ’ όψιν μας έγγραφα παραστατικά από τα οποία θα προέκυπτε πού ευρίσκοντο τα κατά την 31.12.2011 και 31.12.2012 διαθέσιμά της και συγκεκριμένα εάν ευρίσκοντο κατατεθειμένα ασφαλώς επ’ ονόματί της σε Τραπεζικό Ίδρυμα ή αλλού.
δ) Δεν έχουν τεθεί υπ’ όψιν μας οι διαδικασίες πρόσληψης και απασχόλησης του προσωπικού που απασχόλησε η εταιρεία τις δύο προαναφερόμενες χρήσεις, ώστε να διαπιστώσομε αν το προσωπικό αυτό προσλήφθηκε και απασχολήθηκε νόμιμα, καθώς και αν αμείφθηκε κατά τις ισχύουσες στην χώρα ΣΣΕ. ε) Δεν μας δόθηκαν στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εκμετάλλευση διαφόρων τμημάτων του ξενοδοχείου "..." της εταιρείας, στον ... (εστιατόριο - μπαρ - αιγιαλός κ.λπ.), ώστε να ελέγξομε αν η εκμετάλλευση αυτή ήταν σωστή και εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της εταιρείας.
στ) Δεν τέθηκαν υπ’ όψιν μας οι συμβάσεις που είχε καταρτίσει η εταιρεία για την μίσθωση χώρων του ξενοδοχείου σε αλλοδαπά τουριστικά γραφεία τις προαναφερόμενες δύο χρήσεις, ώστε να μπορούμε να ελέγξομε αν η εταιρεία τήρησε τις φορολογικές της προς την Ελληνική Πολιτεία υποχρεώσεις και επίσης αν τα εισοδήματα αυτά ήταν τα πραγματικά, πράγμα που θα επιτυγχάναμε με διασταύρωση των λογιστικών στοιχείων των ανωτέρω τουριστικών γραφείων με τις εγγραφές καταβολών - εισπράξεων στα βιβλία της εταιρείας.
Έτσι κατ’ αρχάς δεν γνωρίζομε αν οι όροι των εν λόγω συμβάσεων εξυπηρετούσαν τα εταιρικά συμφέροντα και αν τελικά δεν είχε υπάρξει διαρροή κεφαλαίων εις βάρος του ταμείου της εταιρείας. ζ) Παρά το γεγονός ότι ζητήσαμε έγγραφα στοιχεία για να ελέγξομε και να επαληθεύσομε τις εγγραφές που σχετίζονται με τα διαθέσιμα στους ισολογισμούς 2011 και 2012, εν τούτοις τα στοιχεία αυτά ουδέποτε μας δόθηκαν, με αποτέλεσμα να αδυνατούμε να επιβεβαιώσομε αν τα αναγραφόμενα ως διαθέσιμα είναι πραγματικά ή όχι.
Ως εκ τούτου θεωρούμε ότι επιβάλλεται, προκειμένου να τηρηθεί η νομιμότητα και να προστατευθούν τα συμφέροντα τόσο της ίδιας της Εταιρείας (Α’ καθ’ ης), όσο και των κατ’ ιδίαν μετόχων της, να διαταχθεί με απόφαση του Δικαστηρίου Σας κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτηθείς παρ’ ημών οικονομικός έλεγχος των χρήσεων 2011 και 2012 της εταιρείας, είτε υπό του οικονομολόγου Π.
Α., είτε υπό τρίτου οικονομολόγου που θα επιλέξει το Δικαστήριό Σας από τον σχετικό πίνακα. Επειδή για την ευδοκίμηση της προκειμένης αιτήσεώς μας συντρέχει επείγουσα περίπτωση, καθ’ όσον, αν ο έλεγχος δεν πραγματοποιηθεί άμεσα, οι καθ’ ων θα εξαφανίσουν τα στοιχεία και έτσι δεν θα καταστεί ποτέ δυνατόν να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Το τελευταίο μάλιστα θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την ίδια την εταιρεία, όσο και για μας ως μετόχους της, σε περίπτωση κατά την οποία ήθελαν ελεγχθεί τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας από την Φορολογική Αρχή". Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απορριπτέα την αίτηση, ως μη νόμιμη, και ακολούθως δέχτηκε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης που κρίνοντας αντιθέτως είχε δεχτεί την αίτηση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε απορριπτέα την αίτηση, ως μη νόμιμη, με την εξής αιτιολογία: "Στην από 19-8-2013 και με αριθμ. πρωτ. κατ. 146/2013 αίτησή τους, οι αιτούντες, Μ. Π. και Σ. Π., εκθέτοντας ότι τυγχάνουν μέτοχοι της πρώτης των καθ’ ων ανώνυμης εταιρίας, αντιπροσωπεύοντας πλέον του 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, ζήτησαν να διαταχθεί η διενέργεια έκτακτου ελέγχου νομιμότητας της εταιρίας, όσον αφορά τις αναφερόμενες στην αίτησή τους πράξεις του Δ.Σ.
της, ισχυριζόμενοι ότι κατά τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων συντελέστηκαν παραβάσεις του νόμου και του καταστατικού της εταιρίας και ειδικότερα στους ισολογισμούς χρήσεως 2011 και 2012 και για το λόγο αυτό ζήτησαν να διοριστεί ελεγκτής από τον ειδικό κατάλογο ελεγκτών ανωνύμων εταιριών που θα διενεργήσει το σχετικό έλεγχο και να καταδικασθούν οι καθ’ ων στη δικαστική τους δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού έκρινε την αίτηση παραδεκτή και νόμιμη, δέχθηκε αυτήν στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση οι εκκαλούντες - καθ’ ων η αίτηση, για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, επιδιώκοντας να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η ως άνω αίτηση.
Πλην όμως, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου η υπό κρίση αίτηση τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, από την εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, προκύπτει ότι οι αιτούντες επιδιώκουν έλεγχο σκοπιμότητας της πρώτης των καθ’ ων ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με την ανάλυση που προηγήθηκε στην υπό στοιχεία III μείζονα σκέψη της παρούσας και όχι έλεγχο νομιμότητας αυτής, όπως λανθασμένα δέχτηκε η εκκαλούμενη και συνεπώς προκειμένω να ζητήσουν τέτοιο έκτακτο οικονομικό έλεγχο θα έπρεπε αυτοί να εκπροσωπούν το 1/5 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, όπως ορίζει η παρ. 3 του άρ. 40 του ν. 2190/ 1920, προϋπόθεση που δεν συντρέχει στην παρούσα αίτηση [οι αιτούντες κατέχουν 58.123 μετοχές (25.707 + 32.416), επί συνόλου 575.253 μετοχών του μετοχικού κεφαλαίου, ήτοι εκπροσωπούν μεν το 1/20 αλλά όχι το 1/5 του μετοχικού καταβεβλημένου κεφαλαίου].
Ειδικότερα, από την αίτησή τους προκύπτει ότι επιδιώκουν τον έλεγχο σκοπιμότητας και όχι τον έλεγχο νομιμότητας διότι σε αυτήν αναφέρουν: "Εν τω μεταξύ, τα στοιχεία που εξασφαλίζουμε καθημερινά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διαχείριση των οικονομικών πραγμάτων της εταιρίας κατά τις χρήσεις 2011 - 2012, υπήρξε "σκοτεινή", με συνέπεια απώλεια σημαντικών ποσών για το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και κατ’ επέκταση για τους μετόχους της, η δε εξ αυτών δημιουργηθείσα κατάσταση εγκυμονεί κινδύνους οικονομικής ισοπέδωσης του εταιρικού ταμείου, αν ήθελε πραγματοποιηθεί φορολογικός έλεγχος από την αρμόδια αρχή (ΣΔΟΕ) εξαιτίας των προστίμων που θα επιβληθούν.
Συγκεκριμένα και παρά το γεγονός ότι η α’ καθ’ ης αρνήθηκε να θέσει στη διάθεσή μας έγγραφα στοιχεία που ζητήσαμε για να ελέγξουμε τις προαναφερόμενες δύο χρήσεις, από τις κατά νόμον δημοσιοποιήσεις στις οποίες έχει ήδη προβεί έχει ανακύψει μία σειρά περίεργων συμπτώσεων που οδηγεί ακόμα και τον πιο καλόπιστο ερευνητή στην σκέψη ότι η διαχείριση των συγκεκριμένων χρήσεων δεν ήταν ορθή, ούτε νόμιμη, με συνέπεια την πρόκληση ζημίας στα οικονομικά της εταιρίας. ...
Τούτο σημαίνει ότι η διαχείριση των χρήσεων αυτών δεν ήταν ορθή, καθόσον επιβαρύνθηκε η εταιρία με το υπέρογκο ποσό των 40.000 ευρώ περίπου, χωρίς να συντρέχει λόγος, εκτός αν τα διαθέσιμά της δεν ήταν κυριολεκτικά διαθέσιμα αλλά είχαν χρησιμοποιηθεί παρανόμως αλλού". Και σε περίπτωση όμως, που ήθελε κριθεί ότι η υπό κρίση αίτηση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920 και πάλι αυτή τυγχάνει μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι τα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, αληθή υποτιθέμενα, δεν εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις του πραγματικού του σιωπηρά επικαλούμενου κανόνα δικαίου και συνεπώς αδυνατούν να επισύρουν την έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού.
Συγκεκριμένα, τα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα δεν στοιχειοθετούν την έννοια της πράξης, όπως ορίζεται από την παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου, αφού δεν αναφέρονται σε αυτήν συγκεκριμένες πράξεις, με συγκεκριμένο περιεχόμενο, που να έλαβαν χώρα σε συγκεκριμένο χρόνο και από τις οποίες να μπορεί να πιθανολογηθεί από το Δικαστήριο ότι παραβιάζονται συγκεκριμένες διατάξεις των νόμων ή του καταστατικού της εταιρείας ή απόφασης της γενικής συνέλευσης αυτής.
Ειδικότερα, στην αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα που όμως δεν συνιστούν καταγγελλόμενες πράξεις, όπως αναλυτικά εκτέθηκε στην υπό στοιχεία III μείζονα σκέψη της παρούσας: "α) Κατ’ αρχάς όλως περιέργως και ενώ ο Πρόεδρος του Δ.Σ. και Διευθύνων Σύμβουλος της πρώτης των καθ’ ων είχε την ιδιότητα αυτή μέχρι 19.6.2011, που απεβίωσε, εν τούτοις στον ισολογισμό της χρήσης 2010 που συνετάγη μεταγενέστερα, φέρεται ως ένας εκ των υπογραφόντων αυτόν. ...
β) ... Τις ίδιες περιόδους η εταιρία φέρεται να οφείλει σε τραπεζικά ιδρύματα από δάνεια ποσό που υπερβαίνει τις 220.000 ευρώ και εξ αιτίας της οφειλής της αυτής να καταβάλει τόκους ετησίως της τάξεως των 20.000 ευρώ. Τούτο σημαίνει ότι η διαχείριση των χρήσεων αυτών δεν ήταν ορθή, καθόσον επιβαρύνθηκε η εταιρία με το υπέρογκο ποσό των 40.000 ευρώ περίπου, χωρίς να συντρέχει λόγος, εκτός αν τα διαθέσιμά της δεν ήταν κυριολεκτικά διαθέσιμα αλλά είχαν χρησιμοποιηθεί παρανόμως αλλού.
γ) Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές μας, η εταιρία διά των οργάνων της αρνήθηκε να θέσει υπόψη μας έγγραφα παραστατικά από τα οποία προέκυπτε που ευρίσκοντο τα κατά την 31.12.2011 και 31.12.2012 διαθέσιμά της.... δ) Δεν έχουν τεθεί υπόψη μας οι διαδικασίες πρόσληψης και απασχόλησης του προσωπικού που απασχολούσε η εταιρία τις δύο προαναφερόμενες χρήσεις, ώστε να διαπιστώσουμε αν....
ε) Δεν μας δόθηκαν στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εκμετάλλευση διαφόρων τμημάτων του ξενοδοχείου "..." της εταιρίας, ώστε να ελέγξουμε αν.... στ) Δεν τέθηκαν υπόψη μας οι συμβάσεις που είχε καταρτίσει η εταιρία για τη μίσθωση χώρων του ξενοδοχείου σε αλλοδαπά τουριστικά γραφεία τις προαναφερόμενες δύο χρήσεις, ώστε να μπορούμε να ελέγξουμε αν...
ζ) Παρά το γεγονός ότι ζητήσαμε έγγραφα στοιχεία για να ελέγξουμε και να επαληθεύσουμε τις εγγραφές που σχετίζονται με τα διαθέσιμα στους ισολογισμούς 2011 και 2012, εν τούτοις τα στοιχεία αυτά ουδέποτε μας δόθηκαν, με αποτέλεσμα να αδυνατούμε να επιβεβαιώσουμε αν τα αναγραφόμενα ως διαθέσιμα είναι πραγματικά ή όχι".
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη την αίτηση και δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη νομικές σκέψεις (II και III) που προηγήθηκαν. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να δικάσει επί της αίτησης (άρθρο 525 παρ. 1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια ν’ απορριφθεί αυτή εν όλω, ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα, ακόμη και χωρίς ειδικό λόγο έφεσης, καθ’ όσον η απόφαση καθίσταται ευνοϊκότερη για τους εκκαλούντες".
Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την ένδικη αίτηση των αναιρεσειόντων μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα ως μη νόμιμη με την κύρια αιτιολογία ότι από την εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, προκύπτει ότι οι αιτούντες επιδιώκουν έλεγχο σκοπιμότητας της πρώτης των καθ’ ων ανώνυμης εταιρίας, και όχι έλεγχο νομιμότητας αυτής, όπως λανθασμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη και συνεπώς αφού δεν εκπροσωπούσαν το 1/5 τουλάχιστον του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, δεν είχαν δικαίωμα να τον ζητήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 1 εδ.
Α’ και παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3604/2007, καθώς και με την επάλληλη αιτιολογία ότι "Και σε περίπτωση όμως, που ήθελε κριθεί ότι η υπό κρίση αίτηση υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920 και πάλι αυτή τυγχάνει μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι τα αναφερόμενα σε αυτήν γεγονότα, αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν καταγγελλόμενες πράξεις".
Όπως, όμως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της πιο πάνω αίτησης, με αυτή οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, πέραν των αορίστως αναφερόμενων υπό στοιχ. δ’ έως στ’ , αναφορικά με τη μη χορήγηση στοιχείων για τις διαδικασίες πρόσληψης και απασχόλησης του προσωπικού που απασχολούσε η εταιρία κατά τις προαναφερόμενες δύο χρήσεις, την εκμετάλλευση διαφόρων τμημάτων του ξενοδοχείου "..." της εταιρίας και τις συμβάσεις που είχε καταρτίσει η εταιρία για τη μίσθωση χώρων του ξενοδοχείου σε αλλοδαπά τουριστικά γραφεία, που δεν συνιστούν καταγγελλόμενες πράξεις κατά την έννοια του ως άνω άρθρου και δεν αφορούν έλεγχο νομιμότητας αυτής, όπως ορθώς δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν συνδέονται με συγκεκριμένες παραβάσεις των διατάξεων του νόμου, του καταστατικού και της γενικής συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρίας, επικαλέστηκαν παραβάσεις του Κ.Ν. 2190/1920 και του καταστατικού της καθής και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας ως προς την κατάρτιση των ισολογισμών χρήσεως 2010, 2011 και 2012, συνιστάμενες Α) στο ότι, ενώ κατά τις διατάξεις του καταστατικού της εταιρίας, το σώμα κάθε ισολογισμού πρέπει να φέρει τρεις διαφορετικές υπογραφές, εν τούτοις στον προαναφερόμενο ισολογισμό της χρήσης 2010 οι εις αυτόν υπογραφές είναι μόνο δύο και μάλιστα η μία του Β.
Σ. Π., ως Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή αυτή δεν έχει τεθεί από αυτόν, επικαλούμενοι έτσι πέραν της παραβάσεως του καταστατικού και παράβαση του άρθρου 42α παρ. 5 του Κ.Ν. 2190/1920, από το οποίο προκύπτει ότι οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, που έχουν εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο και οι οποίες περιλαμβάνουν:
α) τον ισολογισμό, β) το λογαριασμό "αποτελέσματα χρήσεως", γ) τον "πίνακα διαθέσεως αποτελεσμάτων" και δ) το προσάρτημα, πρέπει να έχουν υπογραφεί από τρία διαφορετικά πρόσωπα, ήτοι από: α) τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ή τον αναπληρωτή του, β) το διευθύνοντα ή εντεταλμένο σύμβουλο και, σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοιος σύμβουλος ή η ιδιότητά του συμπίπτει με εκείνη των ανωτέρω προσώπων, από ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου που ορίζεται από αυτό και γ) τον υπεύθυνο για τη διεύθυνση του λογιστηρίου και Β) στο ότι οι ισολογισμοί των χρήσεων 2011 και 2012 είναι ανειλικρινείς ως προς τα ταμειακά διαθέσιμα (που αποτελούν στοιχείο του ενεργητικού της εταιρίας) δεδομένου ότι "οι ισολογισμοί των χρήσεων 2011 και 2012 δεν απεικονίζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως κατά τις ημερομηνίες λήξεως των ως άνω χρήσεων, αφού τα ποσά των 411.104,53 και 390.622,94 ευρώ, που φέρονται ως διαθέσιμα στο Ταμείο της εταιρίας, στις 31-12-2011 και 31-12-2012, αντίστοιχα, δεν ήταν πραγματικά διαθέσιμα, αλλά είχαν χρησιμοποιηθεί παρανόμως αλλού, καταγγέλλοντας έτσι παραβάσεις του άρθρου 42 παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, καθώς και του άρθρου 37 του ίδιου Κ.Ν., όπως το τελευταίο αυτό άρθρο ίσχυε πριν από την κατάργησή του στις 19-8-2015 με την περ.
α) της υποπερ.
ΙΙ της παρ. 6 της ΥΠΟΠΑΡ. Α1 της ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α του άρθρου 2 του ν. 4336/2015, οι οποίες επιβάλλουν τα κονδύλια του ενεργητικού και παθητικού του ισολογισμού της ανώνυμης εταιρίας να ανταποκρίνονται στην πραγματική κατάσταση ώστε από τον ισολογισμό να εξάγεται με σαφήνεια και με ασφάλεια η αληθινή οικονομική κατάσταση της εταιρίας. Τα παραπάνω αναφερόμενα υπό στοιχ. Α’ και Β’ γεγονότα, συνιστούν καταγγελλόμενες πράξεις, με τις οποίες παραβιάζονται οι διάταξεις του Κ.Ν. 2190/1920 και του καταστατικού της αναιρεσίβλητης εταιρίας, οι οποίες, θεμελιώνουν δικαίωμα των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων στο νόμο (άρθρο 40 παρ. 1 και 2 του Κ.Ν. 2190/1920, υπό τον τίτλο "Αίτηση έκτακτου ελέγχου", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 49 Ν. 3604/2007 (Φ.Ε.Κ. A’ 189/8.8.2007) να ζητήσουν τον έλεγχο της εταιρείας και τα οποία σε περίπτωση πιθανολόγησής τους δικαιολογούσαν τον αιτηθέντα έλεγχο από τους αιτούντες, με την ως άνω ιδιότητά τους.
Συνεπώς το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο, αναφορικά με τα ως άνω περιστατικά, έκρινε αντιθέτως με την αιτιολογία που προαναφέρθηκε, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 40 παρ. 1 εδ. Α’ και παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του ν. 3604/2007 και επομένως ο υπό στοιχ. Β’ δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αίτησης αναίρεσης, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση (και αποδοχή) της προβαλλόμενης με τον υπό στοιχ. Α’ λόγο αυτής αιτιάσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (άρθρ. 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι παραστάθηκαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 22/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ