Legislator Case Law & Legislation
1439/2014 AI generated

1439/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1439/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1439/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1εδ. α του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1439 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1439/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωάννη Χαμηλοθώρη και Αριστείδη Πελεκάνο Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας που φέρει την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", εξομοιούται κατά την διάταξη του άρθρου 75 του κ.ν 2190/1920, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, έχει έδρα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη.

Της αναιρεσιβλήτου: σε εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" και με διακριτικό τίτλο "EUROPA CAMP", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Ιουνίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30627/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 449/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 7 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή και των δύο λόγων αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτό αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ'αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 938 ΑΚ, όποιος οφείλει αποζημίωση από αδικοπραξία έχει την υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, να αποδώσει ότι περιήλθε σ' αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση από την αδικοπραξία έχει παραγραφεί, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ.1εδ. α του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν από την τέλεση αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια του αδικοπραγήσαντος από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος τότε παρά την παραγραφή της αξίωσης από αδικοπραξία υφίσταται αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφεξής στη ρύθμιση των άρθρ. 904 επομ.

ΑΚ, για την απόδοση στο ζημιωθέντα κάθε ωφέλειας που αποκόμισε από την αδικοπραξία εκείνος που αδικοπράγησε, είτε η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε θετική αύξηση είτε σε μη ελάττωση της περιουσίας του. Για να τύχουν στην πιο πάνω περίπτωση εφαρμογής οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να αποτελέσουν βάση αγωγής πρέπει να συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας, να έχει παραγραφεί η αγωγή από αυτή (άρθρ. 937 Α.Κ.) και ακόμη να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1430/2012, ΑΠ 547/2008).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της υποχρέωσης για αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται παράνομη συμπεριφορά προσώπου, η οποία συνίσταται σε παράνομη ενέργειά του ή παράλειψη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευόμενου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, η παράνομη αυτή συμπεριφορά να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και να προκλήθηκε από αυτήν θετική ή αποθετική ζημία άλλου προσώπου, η οποία τελεί σε αιτιώδη με αυτή συνάφεια.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", αλληλόχρεος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την εισαγωγή τους στο λογαριασμό την αυτοτέλειά τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997).

Προϋπόθεση της εισαγωγής των αντίστοιχων απαιτήσεων των μερών στο λογαριασμό αποτελεί η πιο πάνω συμφωνία αλληλόχρεου λογαριασμού, όχι και η υλική λογιστική εγγραφή τους στο λογαριασμό, η οποία έχει απλώς αποδεικτικό και όχι δικαιοπρακτικό χαρακτήρα. Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ) χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς Οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Η απαίτηση για το κατάλοιπο είναι ανεξάρτητη από τις επί μέρους απαιτήσεις που εντάχθηκαν στο λογαριασμό, η ύπαρξη και εγκυρότητα όμως των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη γέννησή της.

Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο πιστούχος σε ένα τέτοιο λογαριασμό, ο οποίος κατέβαλε ορισμένο χρηματικό ποσό στην Τράπεζα, στο πλαίσιο λειτουργίας του λογαριασμού ή για την εξόφληση του καταλοίπου από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, το οποίο όμως δεν εντάχθηκε στο λογαριασμό, μπορεί να ζητήσει τον υπολογισμό του ποσού αυτού, ως απαίτησής του, στο λογαριασμό, η αν πρόκειται για εξόφληση μη οφειλόμενου καταλοίπου, την απόδοσή του, ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όχι όμως, ως αποζημίωση από αδικοπραξία και μάλιστα από υπεξαίρεση, αφού η είσπραξη του χρηματικού ποσού υπο τις προαναφερόμενες συνθήκες δεν συντελείται με παράνομη πράξη των υπαλλήλων της Τράπεζας, ούτε πολύ περισσότερο αποτελεί παράνομη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος και αν ακόμη η Τράπεζα διέθεσε ελευθέρως το εισπραχθέν ποσό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε δεκτή .η από 13.6.2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας για επιδίκαση σ' αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λόγω παραγραφής της αξίωσής της από αδικοπραξία, των ποσών των 29.668,61 και 23.465,88 ευρώ, ως ωφελείας, την οποία αποκόμισε η τελευταία από την περιουσία εκείνης με την εκεί περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των υπαλλήλων της κατά την τήρηση μεταξύ τους αλληλόχρεου λογαριασμού, το Εφετείο δέχθηκα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό για το ποσό των 100.000 δρχ. που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 13.5.1985 μεταξύ της ενάγουσας ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, έχουσας ως αντικείμενο δραστηριότητας την ίδρυση λειτουργία και εκμετάλλευση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων και της εναγομένης Τράπεζας, η τελευταία χορήγησε στην πρώτη πίστωση, η οποία στη συνέχεια αυξήθηκε σε 9.000.000 δρχ. Στα πλαίσια της ως άνω σύμβασης και προς εξυπηρέτηση της χορηγηθείσας πίστωσης, τηρήθηκε αλληλόχρεος λογαριασμός, τον οποίο στις 25.2.1993 κατήγγειλε η εναγομένη Τράπεζα, οπότε έκλεισε οριστικά με χρεωστικό κατάλοιπο, ανερχόμενο κατά την ως άνω ημερομηνία σε 15.355.404 δρχ., το οποίο η ενάγουσα δεν εξόφλησε.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 33272/Β.1278/4.8.1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β 627/16.8.1994 και η οποία προέβλεπε τη ρύθμιση του συνόλου των υφιστάμενων μέχρι 31.12.1993 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών, από κάθε φύσεως δάνεια ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, που ήταν εγκατεστημένες στην περιοχή της Μακεδονίας, καθώς επίσης ότι το Ελληνικό Δημόσιο θα κατέβαλλε τους οφειλόμενους μέχρι την 31.12.1993 τόκους υπερημερίας στους πιστωτές των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων.

Η ενάγουσα που υπαγόταν στην εν λόγω ρύθμιση υπέβαλε σχετικό αίτημα προς την εναγομένη Τράπεζα για ρύθμιση της οφειλής της εκ του άνω καταλοίπου με βάση την ανωτέρω υπουργική απόφαση, το οποίο η τελευταία αποδέχθηκε. Έτσι τη 16.10.1997 τα διάδικα μέρη ρύθμισαν την οφειλή του ως άνω καταλοίπου μέχρι την 31.12.1993, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ως άνω απόφαση και προς τούτο υπέγραψαν το πρόσθετο σύμφωνο ρύθμισης του καταλοίπου του ανοικτού λογαριασμού με αριθ. ....

Όπως προκύπτει δε από την επισκόπηση του περιεχομένου του, εκτός των άλλων, συμφωνήθηκε η επαναδιατύπωση του του υφιστάμενου μεταξύ των ανοικτού λογαριασμού σε μία κατάσταση στην οποία θα εμφανίζονται όλα τα χρεωστικά κονδύλια μέχρι την 31.12.1993 και σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής πράγματι καταρτίστηκε η εν λόγω κατάσταση που αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας.

Από την επισκόπηση δε της εν λόγω κατάστασης που υπογράφηκε από τα διάδικα μέρη προκύπτει ότι το σύνολο των χρεώσεων της περιόδου από 28.3.1991 μέχρι 31.12.1993 ανέρχεται σε 21.371.771 δρχ. από το οποίο οι καταλογισθέντες τόκοι υπερημερίας μέχρι την 31.12.1993 ανέρχονται στο ποσό των 11.583.016 δρχ., τους οποίους εισέπραξε η εναγομένη από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ από το υπόλοιπο ποσό των 9.788.755 δρχ., αφαιρέθηκε το ποσό των 2.000.000 δρχ., που αντιστοιχούσε σε καταβολές της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από 28.3.1991 μέχρι 31.12.1993 και απέμεινε υπόλοιπο ποσό ύψους 7.788.755 δρχ.

προς ρύθμιση, το οποίο σύμφωνα με την προαναφερόμενη υπουργική απόφαση τελούσε υπό την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Πράγματι το ποσό αυτό αποτέλεσε αντικείμενο της ρύθμισης θεωρούμενο κατά το άρθρο 4.2 του ως άνω συμφώνου, ως νέο έντοκο δάνειο δεκαετούς διάρκειας, διεπόμενο από τους συμφωνηθέντες με το εν λόγω σύμφωνο όρους και εκείνους που καθορίστηκαν με την ανωτέρω υπουργική απόφαση, ενώ συμφωνήθηκε με το άρθρο 5 του άνω συμφώνου η τμηματική αποπληρωμή του σε ίσες εξαμηνιαίες δόσεις μέχρι την 1.1.2004.

Κατά τα οριζόμενα δε στο άρθρο 12 του ανωτέρω συμφώνου συμφωνήθηκε ότι για την παραπάνω οφειλή η εναγομένη Τράπεζα θα τηρούσε λογαριασμό στον οποίο θα καταχωρούσε στη στήλη της χρέωσης το παραπάνω οφειλόμενο ποσό των 7.788.000 δρχ. πλέον τόκων περιόδου χάριτος, καθώς και τους τόκους (συμβατικούς ή υπερημερίας), τον ειδικό φόρο τραπεζικών εργασιών και τα έξοδα της Τράπεζας που θα γίνονταν εξαιτίας της οφειλής αυτής και στη στήλη της πίστωσης θα καταχωρούσε τις καταβολές της ενάγουσας οφειλέτριας, οι οποίες θα καταλογίζονταν εκεί κατά σειρά στα έξοδα, στις προμήθειες, στους τόκους υπερημερίας και συμβατικούς τόκους και τέλος στο κεφάλαιο.

Ενόψει δε του ότι η ανωτέρω ρύθμιση της οφειλής της ενάγουσας αφορούσε μόνο το χρέος της, όπως αυτό ήταν διαμορφωμένο στις 31.12.1993, δεν καταχωρήθηκαν κατά το χρόνο κατάρτισης της ανωτέρω κατάστασης στη στήλη της πίστωσης, οι καταβολές της ενάγουσας που έλαβαν χώρα μετά την ως άνω ημερομηνία ήτοι των ποσών 500.000 και 5.000.000 δρχ., που έγιναν μεταγενέστερα και συγκεκριμένα την 11.5.1996 και τη 10.6.1996 αντίστοιχα.

Η ενάγουσα με το προαναφερόμενο από 16.10.1997 πρόσθετο σύμφωνο ρυθμίσεως του καταλοίπου του άνω λογαριασμού, αναγνώρισε ότι το ποσό της οφειλής της την 31.12.1993 ανερχόταν στο προαναφερόμενο ποσό των 7.788.755 δρχ., πλην όμως η αναγνώριση αυτή δεν αφορούσε το μετέπειτα χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε η καταβολή από την ίδια του προαναφερόμενου συνολικού χρηματικού ποσού των 5.500.000 δρχ.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής τήρησε η εναγομένη Τράπεζα το νέο λογαριασμό, ο οποίος κινήθηκε μέχρι την 3.4.1998, οπότε και έκλεισε με την εξόφληση τούτου από την ενάγουσα. Η εναγομένη καταχώρησε στη στήλη της χρέωσης το παραπάνω οφειλόμενο ποσό των 7.788.755 δρχ., όπως τούτο ήταν διαμορφωμένο κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία της ρύθμισης (31.12.1993) και στη συνέχεια κινήθηκε ο λογαριασμός με καταχωρήσεις μόνο στη στήλη της χρέωσης των οφειλόμενων τόκων συμβατικών και υπερημερίας από 31.12.1993 και εφεξής, χωρίς όμως να καταχωρήσει στη στήλη της πίστωσης το καταβαλλόμενο από την ενάγουσα ως άνω συνολικό ποσό των 5.500.000 δρχ.

και να προβεί στην αφαίρεση τούτου. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ενάγουσα κατά τον ως άνω χρόνο των δύο καταβολών δεν είχε άλλο λογαριασμό στην εναγομένη, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να πιστώσει η τελευταία σ' αυτόν το καταβληθέν συνολικό ποσό των 5.500.000 δρχ. Όμως η εκ μέρους της εναγομένης μη καταχώριση του ως άνω καταβληθέντος ποσού στη στήλη της πίστωσης και η μη αφαίρεση τούτου από την αρχική οφειλή των 7.788.755 δρχ., είχε ως αποτέλεσμα τον υπολογισμό επί του ποσού αυτού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας και των λοιπών εξόδων και τη διαμόρφωση της τελικής οφειλής στο ποσό των 14.316.550 δρχ.

Στις 3.4.1998, η ενάγουσα εξόφλησε την ανωτέρω οφειλή, πλην όμως εμπιστευόμενη την εναγομένη Τράπεζα δεν προέβη κατά την εξόφληση σε σχετικό έλεγχο για να διαπιστώσει την ορθότητα του ως άνω καταλοίπου, εξαχθέντος εκ των βιβλίων της τελευταίας. Στη συνέχεια όμως αντιλήφθηκε η ενάγουσα τη μη πίστωση και τη αφαίρεση του άνω ποσού των 5.500.000 δρχ., και με σχετική εξώδικη δήλωσή της απευθυνόμενη προς την εναγομένη διαμαρτυρήθηκε για την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της, πλην όμως η τελευταία δεν απάντησε.

Κατόπιν τούτου η ενάγουσα άσκησε την υπ' αριθ. 3351/28.1.1999 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η τελευταία της οφείλει το ποσό των 5.500.000 δρχ. από τη συμβατική των σχέση και επικουρικά από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού...Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 16240/200 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε νόμιμη μόνο η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής και έγινε δεκτή και κατ'συσία και αναγνωρίστηκε ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 5.500.000 δρχ.

ως αχρεωστήτως καταβληθέν...Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την κατ' ουσία απόρριψη της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης, με τη υπ'αριθ. 1417/2003 απόφαση του Εφετείου τούτου, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12.5.2003. Μετά την τελεσιδικία της ως άνω, πρωτόδικης απόφασης, η εναγόμενη Τράπεζα, επέστρεψε στις 11.7.2003 στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 5.500.000 δρχ.

Ενόψει τούτων από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκη δεν παράγεται δεδικασμένο αναφορικά με τις ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας να αποδώσει σ' αυτήν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το εξαιτίας της εις βάρος της τελεσθείσας αδικοπραξίας και ήδη παραγραφείσας περιελθόν στην αδικοπραγήσασα εναγομένη Τράπεζα.

εφόσον το αίτημα αυτό δεν αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, έτσι ώστε να μη υφίσταται ταυτότητα διαφοράς, αφού ήταν διαφορετικά και το δικαίωμα που κατά τα πιο πάνω κρίθηκε στη δίκη αυτήν που προηγήθηκε, αλλά και το αντικείμενο της δίκης εκείνης, καθώς και η ιστορική και νομική αιτία στην οποία στηριζόταν η κατά τη δίκη εκείνη κριθείσα έννομη σχέση, ενώ το ζήτημα που κρίθηκε στην εν λόγω προηγηθείσα δίκη δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του δικαιώματος που κατά τα πιο πάνω ήδη προβάλλεται με την ένδικη αγωγή και κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος με τις ενώπιον του Εφετείου τούτου προτάσεις της εναγομένης ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου και απαραδέκτου της υπό κρίση αγωγής ελέγχεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ'αριθ. Κατάθεσης 43092/2003 αγωγή για αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας, και επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης Τράπεζας, συνιστάμενη στην παρακράτηση του ως άνω ποσού των 5.500.000 δρχ. (16.140,81 ευρώ) και στη μη πίστωση αυτού στο λογαριασμό της, γενόμενη υπαίτια και παράνομα, κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη ζημία της περιουσίας της ενάγουσας.

ζητούσε κατά τις διατάξεις της αδικοπραξίας και επικουρικώς εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού την αποκατάσταση της ζημία της συνιστάμενης, α) στο ποσό των 10.109.578 δρχ. και ήδη 29.669 ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην εναγομένη για έξοδα και τόκους υπερημερίας, τα οποία αντιστοιχούσαν επί του μη οφειλόμενου κεφαλαίου των 7.788.755 δρχ., διαμορφώνοντας έτσι τη συνολική οφειλή της σε 14.316.550 δρχ., ενώ συνυπολογίζοντας τα έξοδα και τους τόκους υπερημερίας επί του πράγματι οφειλόμενου κεφαλαίου των 2.288.755 δρχ., το οφειλόμενο συνολικό ποσό που έπρεπε να καταβάλει ανερχόταν σε 4.206.972 δρχ. (14.316.550-4.206.972=10.109.578) και β) στα διαφυγόντα κέρδη της, ποσού 7.996.000 δρχ.

και ήδη 23.465,88 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο 20% ετησίως του άνω παρακρατηθέντος από την εναγομένη ποσού των 5.500.000 δρχ. κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα (από την καταβολή στις 11.5.1994 των 500.000 ευρώ και στις 10.6.1996 των 5.000.000 δρχ. έως και την επιστροφή τους στις 11.7.2003), που θα αποκόμιζε η ενάγουσα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμετάλλευση του εν λόγω ποσού των 500.000 δρχ., ως κεφάλαιο κίνησης της επιχείρησής της, αποφεύγοντας τον ισόποσο δανεισμό της από Τράπεζες ή τρίτους με επιτόκιο 20% ετησίως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9082/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή και ως προς τις δύο βάσεις της και δη απορρίφθηκε η κύρια βάση από αδικοπραξία, κατόπιν της ουσιαστικής παραδοχής της προβαλλομένης από την εναγομένη Τράπεζα ένστασης της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, ενώ η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη και επιπλέον απορρίφθηκε ως απαράδεκτη και η επιχειρούμενη με την προσθήκη των προτάσεων μεταβολή του αιτήματος και θεμελίωση αυτού στις διατάξεις του άρθρου 938 ΑΚ.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από τα διάδικα μέρη αντίθετες εφέσεις, οι οποίες με την υπ'αριθ. 317/2008 απόφαση του Εφετείου αυτού απορρίφθηκαν, η μεν έφεση της εναγομένης Τράπεζας, ως απαράδεκτη, ενώ η έφεση της ενάγουσας εταιρίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επιπλέον κρίθηκε ότι η επιχειρούμενη την προσθήκη των προτάσεων που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη νέα βάση της αγωγής, ερειδόμενη στις διατάξεις του άρθρου 938 ΑΚ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Συνεπώς κατέστη τελεσίδικη η ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η εξ αδικοπραξίας αξίωση της ενάγουσας λόγω παραγραφή. Όμως από την άνω τελεσίδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, η με την προσθήκη των προτάσεων μεταβολή της βάσης της αγωγής επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο 938 ΑΚ, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για την παρούσα δίκη, καθότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο δικονομικό λόγο απόρριψης της αγωγής, που δεν υφίσταται όμως στην υπό κρίση αγωγή, η οποία παραδεκτώς ασκήθηκε.

Επίσης σύμφωνα με όσα αναλυτικά έχουν αναπτυχθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, από την ίδια τελεσίδικη απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο βλαπτικό για την εναγομένη που προέβαλε ένσταση παραγραφής και ως προς τη γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της επίδικης αξίωσης από αδικοπραξία, αφού στοιχεία της ένστασης παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση της εναγομένης οχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσας απαίτησης από αδικοπραξία.

Απο τα προαναφερόμενα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σαφέστατα προκύπτει ότι οι προστεθέντες υπάλληλοι της εναγομένης Τράπεζας κατά την άσκηση των ανατεθειμένων από την τελευταία καθηκόντων τους, τέλεσαν εις βάρος της ενάγουσας εταιρίας αδικοπραξία υπο την αναφερόμενη στην υπό στοιχείο 3 μείζονα σκέψη έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, που συνιστά την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης, από την οποία η ενάγουσα υπέστη ζημία, για την αποκατάσταση της οποίας έχει αντικειμενική ευθύνη η εναγομένη Τράπεζα, ως προστήσασα...Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά ενώ η ενάγουσα κατέβαλε κατά τις ως άνω ημερομηνίες, ήτοι στις 11.5.1994 και στις 10.6.1996 τα χρηματικά ποσά των 500.000 και 5.000.000 δρχ.

αντιστοίχως, προς μερική εξόφληση της εκ του καταλοίπου οφειλής της και προκειμένου η εναγομένη Τράπεζα δια των προστηθέντων υπαλλήλων της να τα πιστώσει στον τηρούμενο αλληλόγρεο λογαριασμό. ώστε να αφαιρεθούν αυτά από την οφειλή της, η τελευταία δεν καταχώρισε τα ως άνω χρηματικά ποσά στη στήλη της πίστωσης του νέου λογαριασμού που επαναδιατυπώθηκε μετά την προαναφερόμενη ρύθμιση της οφειλής σύμφωνα με τους όρους της ως άνω υπουργικής απόφασης, ούτε τα κατέθεσε σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό στο όνομα της ενάγουσας, ούτε τα επέστρεψε σ' αυτήν, αφού ουδεμία άλλη συμβατική σχέση υφίστατο μεταξύ των που να δικαιολογεί την καταβολή σ'αυτήν του συνολικού ποσού των 5.500.000 δρχ.

ή οποιουδήποτε άλλου ποσού, αλλά και ούτε κατά την εξόφληση του καταλοίπου που έλαβε χώρα στις 26.3.1998, αφαίρεσε το ανωτέρω ποσό από το εμφανιζόμενο συνολικό ποσό της οφειλής των 14.316.550 δρχ. και αποσκοπώντας απο την ενάγουσα τη μη πίστωση και μη αφαίρεση του εν λόγω ποσού από την οφειλή της και εκμεταλλευόμενη την παράλειψη της τελευταίας να προβεί σε έλεγχο του εξαχθέντος από τα βιβλία της (εναγομένης) οφειλομένου καταλοίπου, παρακράτησε αυτό παρανόμως και υπαιτίως, δηλώνοντας έτσι τη θέλησή της να εξουσιάζει και να διαθέτει το ως άνω χρηματικό ποσό των 5.500.000 δρχ.

σαν να ήταν κυρία, καίτοι γνώριζε ότι αυτό έπρεπε να πιστωθεί στον αλληλόχρεο λογαριασμό και να αφαιρεθεί από το οφειλόμενο κεφάλαιο των 7.788.755 δρχ., ώστε να διαμορφωθεί τούτο στο ποσό των 2.288.755 δρχ. (7.7788.755-5.500.000 = 2.288.755 δρχ.) και υπό την έννοια αυτή δεν ανήκε στην κυριότητά της, εκδηλώνοντας με την ως άνω συμπεριφορά της τη θέλησή της να το ιδιοποιηθεί παράνομα χωρίς τη συγκατάθεση της ενάγουσας και έτσι να καταστεί αδικαιολογήτως πλουσιότερη κατά το ως άνω ποσό εις βάρος της περιουσίας της τελευταίας...".

Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι, ύστερα από την καταβολή εκ μέρους της ενάγουσας προς την εναγομένη Τράπεζα των πιο πάνω ποσών των 500.000 και 5.000.000 δρχ. για μερική εξόφληση της οφειλής της από το κατάλοιπο του αρχικού αλληλόχρεου λογαριασμού και τη μη πίστωση του νέου λογαριασμού, που επαναδιατυπώθηκε μετά τη ρύθμιση της αρχικής οφειλής της σύμφωνα με τους όρους της σχετικής Υπουργικής Απόφασης, με την καταχώριση των ποσών αυτών στη στήλη των πιστώσεων από την τηρούσα το λογαριασμό εναγομένη Τράπεζα, η οποία, εκμεταλλευόμενη την παράλειψη της ενάγουσας να ελέγξει το εξαχθέν από τα βιβλία της Τράπεζας κατάλοιπο, παρακράτησε τα ποσά αυτά με πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης, συντελέστηκε υπεξαίρεση και συνακόλουθα αδικοπραξία, από την οποία, λόγω παραγραφής της αξίωσης- από αδικοπραξία, γεννιέται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (938, 904 ΑΚ), εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ.

Ειδικότερα οι πιο πάνω παραδοχές του Εφετείου δεν θεμελιώνουν υπεξαίρεση, ούτε άλλης μορφής αδικοπραξία, αφού τα καταβληθέντα στο πλαίσιο της συμφωνίας για τον αλληλόχρεο λογαριασμό ποσά των 500.000 και 5.000.000 δρχ., περιέρχονται στην κυριότητα της Τράπεζας και εισέρχονται στο λογαριασμό και αν ακόμη δεν ακολούθησε η λογιστική εγγραφή τους στη στήλη των πιστώσεων και, εφόσον πρόκειται για μερική εξόφληση του οριστικού καταλοίπου του λογαριασμού, καταλογίζονται αποσβεστικά στη σχετική οφειλή.

Η άρνηση της καταχώρισης και οποιαδήποτε αμφισβήτηση των παραπάνω αποτελεσμάτων εκ μέρους της τηρούσας το λογαριασμό Τράπεζας μπορεί να στηρίξει ενοχικές αξιώσεις του πιστούχου που κατέβαλε τα σχετικά χρηματικά ποσά, όχι όμως υπεξαίρεση. Συνακόλουθα δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αδικοπραξία, που αποτελεί προυπόθεση για την γέννηση της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, μετά την παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία (938 ΑΚ).

Επομένως είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 375 ΠΚ. Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την' έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφασης να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, πού την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθ. 580§3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 449/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους_δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ