1439/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1439/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δεν ελέγχεται όμως ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα.
Full text
Απόφαση 1439 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1439/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 16 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΕ Λήζινγκ Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοδοτικής Μίσθωσης" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ Leasing Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δέσποινα Κασαπίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Πτωχευσάσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΤΕΞ Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία - Βιομηχανία Πλεκτών Υφασμάτων και Εκμετάλλευσης Αθλητικών Χωρων και Αστικών Ακινήτων, καθώς και Κλωστηρίων Νημάτων, Φινιριστηρίων και Εκκοκιστηρίων Βάμβακος", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το σύνδικο της ενώσεως, δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αργύριο Αργυριάδη, ο οποίος παραστάθηκε με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36880/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1633/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 5-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 404 Α.Κ.: "Ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 405 του ίδιου κώδικα: "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμιά ζημία". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 361 Α.Κ. προκύπτει ότι στα πλαίσια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων είναι έγκυρος ο όρος της συμβάσεως χρηματοδοτικής μισθώσεως κατά τον οποίο, αν καταγγελθεί η μίσθωση λόγω παραβάσεως όρου της συμβάσεως από το μισθωτή, καθίστανται απαιτητά και ληξιπρόθεσμα όλα τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, στην πραγματικότητα δε ο όρος αυτός αποτελεί συνομολόγηση ποινικής ρήτρας.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 409 Α.Κ.: "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για τη μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπόψη τα περιστατικά που σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, το βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 Α.Κ. των περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, δεν ελέγχεται όμως ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο κρίθηκε ότι πρέπει να μειωθεί η ποινική ρήτρα.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (του αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου) ο προσδιορισμός της ποινικής ρήτρας από το ουσιαστικό δικαστήριο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο - μόνον - για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (πρβλ. μειοψηφούσα γνώμη εις Α.Π. 1257/2011).
Για τη σχετική πάντως κρίση του δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή της συζητήσεως μετά την οποία αυτή εξεδόθη, ασχέτως αν κατά τις περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη περιστατικά αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο. Περαιτέρω κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (Α.Π. 605/ 2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 4813/16-12-2003 έγγραφης σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης που καταρτίσθηκε μεταξύ της ανακόπτουσας [και ήδη αναιρεσείουσας] ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ATELEASING A.E. Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοδοτικής Μίσθωσης" και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΒΑΦΕΙΑ ΚΙΛΚΙΣ Α.Ε.
Φινιριστήρια" [μη διαδίκου], καθώς και των συνοδευόντων την άνω σύμβαση παραρτημάτων με αριθμούς 1, 2 και 3, η πρώτη εκμίσθωσε στη δεύτερη τα αναφερόμενα στα παραρτήματα της σύμβασης αυτής κινητά πράγματα, ήτοι μηχανολογικό εξοπλισμό... για τις ανάγκες της επιχείρησης της μισθώτριας, αξίας 2.200.000, 225.000 και 525.000 ευρώ αντίστοιχα, συνολικής δε αξίας 2.950.000 ευρώ.
Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε εξαετής και το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 15,93, 15,91 και 15,90 ευρώ ανά χίλια ευρώ καθαρής αξίας του εξοπλισμού πλέον του φόρου προστιθέμενης αξίας ποσοστού 18%, ήταν δε καταβλητέο το πρώτο μίσθωμα ένα μήνα μετά την αγορά του εξοπλισμού από την ανακόπτουσα, το δεύτερο ένα μήνα μετά το πρώτο και τα υπόλοιπα 70 μισθώματα κάθε μήνα στις αντίστοιχες ημερομηνίες.
Σύμφωνα με τον όρο 23 της βασικής συμβάσεως, η εκμισθώτρια (ανακόπτουσα) είχε το δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση με τα αντίστοιχα παραρτήματά της σε περίπτωση καθυστέρησης, για οποιονδήποτε λόγο, της πληρωμής του μισθώματος ή οποιασδήποτε γενικά οφειλής που εβάρυνε τη μισθώτρια (π.χ. ασφαλίστρων) πέραν των τριάντα ημερών από τη συμφωνημένη ημέρα καταβολής.
Με την καταγγελία της σύμβασης η εκμισθώτρια είχε το δικαίωμα να αφαιρέσει με δαπάνη της μισθώτριας τα μίσθια οπουδήποτε και αν βρίσκονταν και να επιδιώξει ταυτόχρονα την είσπραξη όλων των μέχρι το συμφωνημένο χρόνο λήξης της σύμβασης οφειλομένων μισθωμάτων, τα οποία καθίσταντο έτσι ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, με τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημέρας επιδόσεως της καταγγελίας, επιβάλλοντας κάθε νόμιμο αναγκαστικό μέτρο σε κάθε ακίνητη ή κινητή περιουσία της μισθώτριας.
Την τήρηση των όρων της συμβάσεως αυτής και την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εκπλήρωση από τη μισθώτρια όλων των χρηματικών υποχρεώσεών της που απέρρεαν από την άνω σύμβαση εγγυήθηκε προς την εκμισθώτρια υπέρ της μισθώτριας, πλην άλλων (φυσικών προσώπων), η εταιρεία "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" [καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη], ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτρια, παραιτηθείσα της ενστάσεως της διζήσεως και κάθε άλλης ενστάσεως και δικαιώματος που απορρέουν από τα άρθρα 853, 862, 863, 864, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης λειτούργησε για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών, αφού η μισθώτρια παρέλαβε τα μίσθια την 29-6-2004 και χρησιμοποιούσε αυτά ακωλύτως χωρίς όμως να καταβάλλει τα συμφωνηθέντα μισθώματα. Η εκμισθώτρια-ανακόπτουσα επικαλέσθηκε πρωτοδίκως, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η μόνη καταβολή που έλαβε χώρα από τη μισθώτρια για την άνω σύμβαση ήταν της τάξεως των 328,50 ευρώ που αφορούσε διαχειριστικά έξοδα, περιλαμβάνεται δε το ποσό αυτό στον ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα, ως πίστωση ...
Λόγω της υπερημερίας της μισθώτριας περί την καταβολή των μισθωμάτων η ανακόπτουσα, κατ' εφαρμογή του ως άνω συμβατικού όρου, κατήγγειλε τη μίσθωση με την από 17-12-2004 καταγγελία-δήλωση που κοινοποιήθηκε στη μισθώτρια και στην εγγυήτρια εταιρεία στις 28-12-2004 και κάλεσε αυτές να της καταβάλουν τα ληξιπρόθεσμα έως τότε (17-12-2004) μισθώματα...
συνολικού ποσού 321.029,90 ευρώ, καθώς και τα μεταγενέστερα της καταγγελίας και έως τη λήξη της συμβάσεως μισθώματα, τα οποία, κατά τον άνω όρο της συμβάσεως, κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά με την επίδοση της καταγγελίας... ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 3.788.332,01 ευρώ. Επίσης ζήτησε από τη μισθώτρια να της παραδώσει το μίσθιο εξοπλισμό, όπως είχε συμβατική υποχρέωση.
Επειδή τόσο η μισθώτρια όσο και η εγγυήτρια υπήρξαν ασυνεπείς στις ανωτέρω υποχρεώσεις τους, καθόσον ούτε τα μισθώματα κατέβαλαν ούτε τα μίσθια παρέδωσε η μισθώτρια, η ανακόπτουσα ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για το ποσό του 1.022.059,20 ευρώ, στο οποίο περιόρισε τις άνω απαιτήσεις της. Επί της αιτήσεώς της εκδόθηκε η υπ' αριθ. 68/2005 διαταγή (πληρωμής) του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν η μισθώτρια και η εγγυήτρια να της καταβάλουν το άνω αιτηθέν ποσό (1.022.059,20 ευρώ) και ειδικότερα για το σύνολο των ληξιπροθέσμων μισθωμάτων το ποσό των 272.059,24 ευρώ, καθώς και το ποσό των 750.000 ευρώ που αφορά μέρος των 67 μη δεδουλευμένων μισθωμάτων, τα οποία επίσης κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά, λόγω της καταγγελίας, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβατικού όρου...
Αντίγραφο εξ απογράφου με επιταγή προς πληρωμή της άνω διαταγής πληρωμής επέδωσε η ανακόπτουσα στην εγγυήτρια "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", επιτάσσοντάς την να της καταβάλει το ποσό του 1.615.692,14 ευρώ, ενώ στις 14-4-2005 επέδωσε στην τελευταία την από 5-4-2005 εξώδικη δήλωση, με την οποία περιόριζε την εν λόγω απαίτησή της στο ποσό του 1.071.994,06 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα αφαίρεσε, όπως είχε το δικαίωμα, μετά την καταγγελία της μισθώσεως, μικρό μέρος των μισθίων πραγμάτων και προέβη στην πώληση αυτών σε τρίτους, αποκομίζοντας τίμημα 77.000 ευρώ περίπου. Το τίμημα αυτό το κατελόγισε ως πίστωση στην εν γένει κίνηση του λογαριασμού της μισθώτριας με την ένδειξη "είσπραξη από τρίτους"...
Εν τω μεταξύ η εγγυήτρια εταιρεία "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως με την υπ' αριθ. 5914/1-3-2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ορίσθηκε δε ως οριστικός σύνδικος της πτωχεύσεως αυτής ο ήδη παριστάμενος ως διάδικος, δικηγόρος Θεσσαλονίκης. Η ανακόπτουσα με την από 9-5-2005 αναγγελία της αναγγέλθηκε στην πτώχευση για το ποσό του 1.071.994,06 ευρώ, ήτοι κατά το ποσό στο οποίο περιόρισε την απαίτησή της με την ως άνω από 5-4-2005 εξώδικη δήλωσή της, επιφυλασσόμενη για τη δικαστική επιδίωξη των υπολοίπων ποσών, όπως αυτά αναφέρονται στην καταγγελία της.
Ο σύνδικος της πτωχεύσεως, κατά τη διαδικασία της εξέλεγξης των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών, εξέφρασε αντιρρήσεις για την παραδοχή της απαίτησης αυτής, η εισηγήτρια της πτωχεύσεως την δέχθηκε προσωρινώς κατά ένα μέρος και για το ποσό των 958.774,06 ευρώ, η δε ανακόπτουσα ζήτησε, με την υπ' αριθ.2670/18-1-2007 ανακοπή της, από το πτωχευτικό δικαστήριο, να αναγνωρισθεί ότι υφίστατο η απαίτησή της αυτή κατά το μέρος που δεν έγινε δεκτή από την εισηγήτρια της πτωχεύσεως, κατά το στάδιο της εξελέγξεως.
Επί της ανακοπής εκείνης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 35372/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και αναγνωρίσθηκε ότι η εκμισθώτρια-ανακόπτουσα είναι πτωχευτική πιστώτρια της "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" για το ως άνω ποσό του 1.071.994,06 ευρώ. Η απαίτηση αυτή δεν προκύπτει εάν επαληθεύθηκε ή όχι.
Από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι, κατά τη σύντομη λειτουργία της χρηματοδοτικής μίσθωσης, η μισθώτρια, παρά το ότι η αντισυμβαλλομένη της υπήρξε συνεπής στις υποχρεώσεις της, ουδέν ποσό κατέβαλε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της τελευταίας για είσπραξη των μισθωμάτων, μετά δε τη νομίμως ασκηθείσα καταγγελία δεν μερίμνησε, όπως είχε υποχρέωση, να παραδώσει τον μίσθιο εξοπλισμό στην εκμισθώτρια, ώστε να αξιοποιήσει αυτόν πωλώντας τον σε τρίτους.
Και τούτο παρά το ότι η χρηματοδοτική μίσθωση από τη φύση και το σκοπό της δεν αποβλέπει στο να παραλάβει η εκμισθώτρια πίσω τον εξοπλισμό σε περίπτωση υπερημερίας του μισθωτή, επιβαρυνόμενη και με νέα έξοδα (μεταφοράς, πωλήσεως κ.λ.π.) αλλά να λάβει την αξία της επενδύσεώς της βάσει της οποίας υπολογίζονται τα μισθώματα, καλύπτοντας τα έξοδα που έκανε με την αγορά του εξοπλισμού και το κέρδος της.
Λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων στοιχείων, ήτοι του ποσού των οφειλόμενων ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων πλέον εξόδων, που ανέρχονται κατά τη διαταγή πληρωμής, όπως προεκτέθηκε, σε 272.059,24, την αξία του μισθίου εξοπλισμού, ύψους 2.950.000 ευρώ, το γεγονός ότι μετά τη μη παράδοση των μισθίων από τη μισθώτρια, η εκμισθώτρια μερίμνησε να τα παραλάβει (όσα κατόρθωσε να ανεύρει, όπως επικαλείται) και να τα διαθέσει σε τρίτους με τίμημα 77.000 ευρώ περίπου, τη σχετικώς μικρή απαξία τους λόγω του είδους τους και της σύντομης χρήσης τους από τη μισθώτρια και επίσης της οικονομικής κατάστασης των μερών, από τα οποία η μεν ανακόπτουσα είναι οικονομικά εύρωστη ανώνυμη εταιρεία, η δε εγγυήτρια περιήλθε σε κατάσταση πτωχεύσεως, τα συμφέροντα της δανείστριας-εκμισθώτριας που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παράβασης της οφειλέτριας υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η μετά την καταγγελία πτωχεύσασα "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ", το βαθμό του πταίσματος της τελευταίας και την ενδεχόμενη ωφέλειά της από τη μη εκπλήρωση της παροχής, το δικαστήριο κρίνει ότι η συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο του 1.000.000 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσείουσας και είχε αναγνωρισθεί ότι η τελευταία είναι πτωχευτική πιστώτρια της αναιρεσιβλήτου για το ποσό του 1.052.059,20 ευρώ) και δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα είναι πτωχευτική πιστώτρια της αναιρεσιβλήτου για το ποσό του 1.272.059,24 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του "μέτρου που αρμόζει", στο οποίο έπρεπε να μειωθεί η συμφωνηθείσα μεταξύ των διαδίκων ποινική ρήτρα.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της εισηγήτριας αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του το εφετείο στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εξειδίκευση της εννοίας του "μέτρου που αρμόζει", στο οποίο έπρεπε κατά την κρίση του να μειωθεί η συμφωνηθείσα ποινή, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 409 Α.Κ.
Ειδικότερα: 1) Δεν καθορίζεται με την προσβαλλομένη απόφαση ποιος χρόνος λήφθηκε υπόψη από το εφετείο ως προσδιοριστικός του υπερμέτρου της ποινής. 2) Δεν διαλαμβάνονται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά σχετικά με: α) τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, β) την έκταση της συμβατικής παραβάσεως της οφειλέτριας υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η αναιρεσίβλητη, γ) το βαθμό του πταίσματος της τελευταίας και δ) την ενδεχόμενη ωφέλειά της από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα οποία μόνο στερεοτύπως μνημονεύονται. 3) Αρχικά διαλαμβάνεται σ' αυτήν ότι η αξία του μισθίου εξοπλισμού της αναιρεσείουσας κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης συμβάσεως ανερχόταν σε 2.950.000 ευρώ, ότι μετά την καταγγελία της συμβάσεως η οφελέτρια υπέρ της οποίας εγγυήθηκε η αναιρεσίβλητη δεν απέδωσε τον εξοπλισμό αυτό στην αναιρεσείουσα, ότι η τελευταία με δικές της ενέργειες ανέκτησε μικρό μόνο μέρος του το οποίο διέθεσε σε τρίτους αντί τιμήματος 77.000 ευρώ και ότι το τελευταίο αυτό ποσό καταλόγισε υπέρ της οφειλέτριας.
Στη συνέχεια όμως η προσβαλλομένη δέχεται ότι η απαξία του εξοπλισμού ήταν μικρή λόγω του είδους του και της σύντομης χρήσεώς του από τη μισθώτρια. Οι αιτιολογίες αυτές είναι αντιφατικές διότι: α) ο χαρακτηρισμός της απαξίας του μισθίου εξοπλισμού ως "μικρής" είναι ασύμβατος με την προηγούμενη παραδοχή ότι αυτός είχε αρχική αξία 2.950.000 ευρώ και ότι το μικρό ανακτηθέν μέρος του εκποιήθηκε αντί τιμήματος 77.000 ευρώ που μάλιστα καταλογίσθηκε υπέρ της οφειλέτριας και β) ο χαρακτηρισμός της χρήσεως του μισθίου εξοπλισμού ως "σύντομης" είναι ασύμβατος με την προηγούμενη παραδοχή ότι το μεγαλύτερο μέρος του ουδέποτε αποδόθηκε στην αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πιο πάνω πλημμέλειες, είναι βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 39/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση για τη θεμελίωση των λοιπών λόγων αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται κατά λέξη τα εξής: "... σύμφωνα και με το άρθρο 562 παρ.4 η προσβαλλομένη απόφαση είναι αναιρετέα και για οποιονδήποτε από τους λόγους που περιέχονται στο άρθρο 559 αριθ. 1, 4, 14, 15, 17 και 19 Κ.Πολ.Δ.". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αόριστοι αφού για τη θεμελίωσή τους η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται συγκεκριμένα περιστατικά, δεν συνιστά δε τέτοιο περιστατικό η επίκληση τής κατά το άρθρο 562 παρ.4 Κ.Πολ.Δ. δυνητικής ευχέρειας του Αρείου Πάγου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγους αναιρέσεως που δεν προτάθηκαν, περιελήφθησαν όμως στην έγγραφη εισήγηση του εισηγητή αρεοπαγίτη.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αιτήμα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-3-2010 αίτηση της εταιρείας "ΑΤΕ Λήζινγκ Ανώνυμη Εταιρεία Χρηματοδοτικής Μίσθωσης" για αναίρεση της 1633/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ