Legislator Case Law & Legislation
1439/2010 AI generated

1439/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1439/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1439/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με την ένδικη από 10-10-2000 περί διεκδικήσεως ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Με το υπ' αριθμ. ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1439 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1439/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου ... (Ν.Π.Δ.Δ.), νόμιμα εκπροσωπουμένου που εδρεύει στο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Φριντζίλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7162/2001 μη οριστική, 2784/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 882/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τη διάταξη του άρθρου 1041 του Α.Κ. προκύπτει, ότι, για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος. Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του πραγματικών γεγονότων, αναφορικά με την ένδικη από 10-10-2000 περί διεκδικήσεως ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, τα ακόλουθα ουσιώδη: "Με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Κοσμοπούλου ο ενάγων Ψ αγόρασε από τον Λ το περιγραφόμενο στο συμβόλαιο αυτό ακίνητο και συγκεκριμένα ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, που βρίσκεται στη θέση ...του Δήμου ... εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του ... και επί των οδών ... και ανώνυμης εγκεκριμένης οδού, εκτάσεως 380 τετραγ.

μέτρων, το οποίο φαίνεται με τα αλφαβητικά στοιχεία Ε-Ζ-Λ-Μ-Ε στο από μηνός Νοεμβρίου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού ..., που έχει επισυναφθεί στο υπ' αριθμ. ...συμβόλαιο διανομής του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου. Το πωλούμενο οικόπεδο, που είναι το επίδικο ακίνητο, ο πωλητής, Λ, φέρεται να το έχει αποκτήσει από κληρονομιά της μητέρας του Ε χήρας Β, που αποβίωσε το έτος 1956, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε από κοινού με την αδελφή του ...

σύζυγο ... με την 3302/1978 πράξη αποδοχής του ίδιου συμβολαιογράφου Νικολάου Κοσμοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... πράξη διανομής του αυτού συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, με την οποία ο πωλητής και η πιο πάνω αδελφή του φέρονται να διανέμουν την κληρονομιαία περιουσία της μητέρας τους που αποτελείται από το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού εκτάσεως 2.042 τετραγ.

μέτρων. Ο αγρός αυτός, σύμφωνα με το συμβόλαιο αγοράς του ενάγοντος, προήλθε από διανομή μεγαλύτερης έκτασης που έγινε με το ... συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δημητρίου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα. Όμως, σύμφωνα με την υπ'αριθμ.... έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Τ, με το πιο πάνω ...

συμβόλαιο διανομής, οι Λ και Β έγιναν κύριοι, κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, η δε μητέρα τους Ε κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, μεταξύ άλλων και τεσσάρων οικοπέδων στη θέση ... της περιφέρειας του Δήμου ..., τα οποία περιλαμβάνονται στο Ο.Τ. 534 του εν λόγω Δήμου επί των οδών ..., το οποίο απέχει περί τα 200 μέτρα από το Ο.

Τ. 563, στο οποίο βρίσκεται το επίδικο ακίνητο που αγόρασε ο ενάγων. Γι' αυτό και ο πραγματογνώμονας, εφαρμόζοντας στο επίδικο και αναλύοντας όλα τα στοιχεία που του προσκομίστηκαν, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτό περιλαμβάνεται στα παραπάνω... συμβόλαια, όχι, όμως, και στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο διανομής.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε με την από ... έκθεση της και η πραγματογνώμονας ..., η οποία διορίστηκε για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης με την 459/1996 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε προγενέστερη αγωγή του ενάγοντος, έχουσα την ίδια ιστορική και νομική βάση με την κρινόμενη, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 5542/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο ενάγων, που είναι κάτοικος ... και κατά το χρόνο αγοράς του επιδίκου ακινήτου ήταν ναυτικός στο επάγγελμα, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι ο δικαιοπάροχος του πωλητής δεν ήταν κύριος του επιδίκου, αλλά αντιθέτως, κατά την απόκτηση της νομής του, τελούσε σε καλή πίστη σχετικά με την κυριότητα του πωλητή, καταβάλλοντας σ' αυτόν ως τίμημα για την αγορά του επιδίκου, σύμφωνα με το ανωτέρω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το ποσό των 750.000 δραχμών, από το οποίο 350.000 δραχμές σε μετρητά, παρουσία του συμβολαιογράφου, και τα υπόλοιπα σε μηνιαίες δόσεις των 20.000 δραχμών, για τις οποίες και αποδέχθηκε συναλλαγματικές εκδόσεως του πωλητή.

Έτσι, μετά και τη μεταγραφή του πιο πάνω 3303/1978 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου στο υποθηκοφυλακείο ..., έχοντας βέβαιη την πεποίθηση ότι έγινε κύριος, επισκεπτόταν συχνά το ακίνητο που αγόρασε, το καθάριζε από τα ξερά χόρτα και τα σκουπίδια, πλήρωνε τους φόρους και τα δημοτικά τέλη, έφερε δε και μηχανικό για να το καταμετρήσει, προκειμένου να ανοικοδομήσει σ' αυτό.

Μάλιστα το έτος 1982 υπέβαλε ένσταση κατά της 235/1982 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου ... για την τροποποίηση του σχεδίου του Ο.Τ. 563, όπου βρίσκεται το επίδικο. Η ένσταση του αυτή έγινε δεκτή και, αφού αποφασίστηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου στο παραπάνω Ο.Τ., εγκρίθηκε η μετατόπιση του πεζοδρομίου, έτσι ώστε το οικόπεδο του ενάγοντος να παραμείνει άρτιο.

Και ενώ συνέβαιναν αυτά, το καλοκαίρι του έτους 1984 δημότες του εναγόμενου Δήμου, με επικεφαλής το προεδρείο του τότε 7ου συνοικιακού συμβουλίου και με τη βοήθεια των νομίμων εκπροσώπων του εναγομένου, κατέλαβαν αυθαίρετα το ακίνητο του ενάγοντος και το δεντροφύτευσαν, με σκοπό να το μετατρέψουν σε κοινόχρηστο χώρο, επεκτείνοντας έτσι τον υπάρχοντα εκεί κοινόχρηστο χώρο, που προοριζόταν να γίνει πλατεία.

Ο ενάγων αντέδρασε και απέστειλε προς τον εναγόμενο την από 29-11-1984 εξώδικη διαμαρτυρία του, ενώ στη συνέχεια άσκησε, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής. Κατά τη συζήτηση της αίτησης εκείνης στις 15-1-1985, εμφανίστηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγομένου και συνομολόγησε την αίτηση, υπογράφοντας το με ίδια ημερομηνία πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού, στο οποίο δήλωσε ότι "ο Δήμος ...

δεν αντιποιείται τη νομή ή τη διακατοχή του επιδίκου ακινήτου. Τα παγκάκια και τα δέντρα τοποθετήθηκαν από παραδρομή του Δήμου, ο οποίος έχει τη διακατοχή χώρου κειμένου παραπλεύρως του επιδίκου και υπόσχεται ότι ο Δήμος θα αφαιρέσει τα παγκάκια και τα δέντρα από το επίδικο μέσα σε ένα μήνα". Το πρακτικό αυτό εκτελέστηκε με την αποβολή του εναγόμενου Δήμου και την εγκατάσταση στο επίδικο ακίνητο του ενάγοντος, αφού προηγουμένως ο δικαστικός επιμελητής αφαίρεσε τα δέντρα και τους πάγκους με τη βοήθεια συνεργείου του Δήμου και με επικεφαλής γεωπόνο, ο οποίος παρέλαβε τα δέντρα.

Όμως, το μήνα Νοέμβριο του 1986 ο εναγόμενος Δήμος κατέλαβε και πάλι το επίδικο και, αφού διαμόρφωσε πέριξ αυτού πεζοδρόμιο, τοποθέτησε στο πεζοδρόμιο παγκάκια και φύτεψε δένδρα, με σκοπό να επεκτείνει τον παραπλεύρως κοινόχρηστο χώρο για τη δημιουργία πλατείας. Ο ενάγων κατήγγειλε αμέσως την ενέργεια αυτή του Δήμου, υποβάλλοντας την από 25-11-1986 μήνυση κατά του Δημάρχου ...

και κατά παντός υπευθύνου. Κατόπιν της μήνυσης αυτής ασκήθηκε εναντίον του τότε Δημάρχου Περιστερίου ποινική δίωξη για αυτοδικία. Απολογούμενος προανακριτικά τη 1-9-1987 ο κατηγορούμενος Δήμαρχος αρνήθηκε την κατηγορία και συγκεκριμένα αρνήθηκε ότι αυτός έδωσε εντολή να διαμορφωθεί πεζοδρόμιο στο επίδικο και να τοποθετηθούν παγκάκια και ακόμη ανέφερε ότι έδωσε εντολή στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου να τα αφαιρέσει και ότι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου ...

είχε συζητήσει το θέμα της εξαγοράς του επιδίκου οικοπέδου, πλην όμως μέχρι τότε δεν είχε δοθεί κάποια λύση. Έκτοτε ο εναγόμενος σταμάτησε τις ενέργειες για κατάληψη του επιδίκου ακινήτου, αλλά, ενόψει των διαπραγματεύσεων για την εξαγορά αυτού, με την ανοχή και του ενάγοντος, δεν αφαίρεσε τα παγκάκια από το πεζοδρόμιο.

Όταν δε ο ενάγων το έτος 1988 υπέβαλε αίτηση για την εξαγορά του επιδίκου, ο εναγόμενος ζήτησε από αυτόν να προσκομίσει τους τίτλους του, προκειμένου να αρχίσει η σχετική διαδικασία. Έτσι αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, μετά την κατάληψη για δεύτερη φορά του επιδίκου ακινήτου από μέρους του εναγομένου, περί το τέλος του έτους 1986, δεν αδράνησε, αλλά αντέδρασε, προβαίνοντας στις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες εναντίον του νόμιμου εκπροσώπου του εναγομένου και αναγκάζοντας τον τελευταίο να σταματήσει να αντιποιείται τη νομή του επί του ακινήτου του.

Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από το έτος 1978, που αγόρασε το επίδικο ακίνητο και εγκαταστάθηκε στη νομή του, παρέμεινε σ' αυτή συνεχώς μέχρι το έτος 1994, αποκρούοντας οποιαδήποτε προσβολή της νομής του από τον εναγόμενο Δήμο, την οποία και δεν απώλεσε κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, αφού, όπως εκτέθηκε, όταν το έτος 1984 ο εναγόμενος τον απέβαλε από τη νομή ολόκληρου του επιδίκου, αυτός την ανέκτησε πάλι και εγκαταστάθηκε στο ακίνητο το έτος 1985, ενώ κατά το έτος 1986, όταν και πάλι ο εναγόμενος προσέβαλε τη νομή του επί του επιδίκου, αυτός δεν αδράνησε, αλλά προέβη στις παραπάνω αναφερόμενες ενέργειες κατά του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου, αλλά και στις λοιπές ενέργειες για εξαγορά του επιδίκου από τον εναγόμενο, ο οποίος δια του νομίμου εκπροσώπου του τον αναγνώρισε νομέα του επιδίκου ακινήτου.

Συνεπώς οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι ο ενάγων δεν άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο μέχρι και την έγερση της αγωγής, διότι αυτό από το έτος 1960 ήταν διαμορφωμένο σε πλατεία, δεν ευσταθούν. Ενόψει αυτών, ο ενάγων κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου, αφού, όπως προαναφέρθηκε, από το έτος 1978 που εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου ακινήτου μέχρι και το τέλος του έτους 1994, που ο εναγόμενος το επαναχαρακτήρισε ως χώρο πλατείας και το κατέλαβε, νεμόταν αυτό με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δέκα ετών, με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο το παραπάνω ...

συμβόλαιο αγοράς, που μεταγράφηκε νόμιμα, έχοντας τη βέβαιη πεποίθηση κατά την κτήση της νομής του ότι ο μεταβιβάσας (πωλητής) ήταν κύριος του πωληθέντος ακινήτου και ότι το πιο πάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το οποίο έφερε εξωτερικά όλα τα στοιχεία του έγκυρου τίτλου, δεν έπασχε από την έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του πωλητή".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος περί διεκδικήσεως του επιδίκου ακινήτου είναι ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τη βάση αυτής τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα με τακτική χρησικτησία, και ότι, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που είχε κρίνει αντιθέτως και απορρίψει την αγωγή και ως προς τη βάση αυτή, έσφαλε.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κατά την πιο πάνω βάση της και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής των αναγκαίων, κατά το άρθρο 1041 Α.Κ, προϋποθέσεων για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της διάταξης αυτής του ΑΚ.

Ειδικότερα, αναφορικά με το χρόνο χρησικτησίας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου, ότι αυτός νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το έτος 1978, που το αγόρασε, και μέχρι το τέλος του έτους 1994 που το κατέλαβε ο εναγόμενος, συνεχώς και αδιαλείπτως, χωρίς κατά το μήνα Νοέμβριο του έτους 1986, κατά τον οποίο ο εναγόμενος προσέβαλε για δεύτερη φορά τη νομή του, να την απωλέσει, αφού, συνεπεία των ενεργειών του εναντίον του τότε Δημάρχου και νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου (υποβολή μηνύσεως κ.λ.π.), ο τελευταίος σταμάτησε έκτοτε να αντιποιείται τη νομή του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα της συμπλήρωσης στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου του απαιτούμενου για την τακτική χρησικτησία χρόνου, στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες , είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1041 ΑΚ, διότι έκρινε νόμιμη και ορισμένη την ένδικη αγωγή, ως προς τη βάση της τακτικής χρησικτησίας, ενώ αυτή ήταν αόριστη, γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτήν ότι ο αναιρεσίβλητος νεμόταν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τις 27-10-2007 προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο ο αναιρεσείων, ως εφεσίβλητος, ο παραπάνω ισχυρισμός του περί αοριστίας της αγωγής κατά την προδιαληφθείσα βάση της, στον οποίο ο λόγος αυτός στηρίζεται, δεν προτάθηκε από αυτόν στο Εφετείο.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ. Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθ. 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο όρος πράγματα, στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει δηλαδή τους ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε και αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής ή της ένστασης, ούτε ισχυρισμούς που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. α' και 10 του ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, αφενός έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αφετέρου δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, γιατί δέχθηκε ότι "ο αναιρεσείων Δήμος, δια του νομίμου εκπροσώπου του, σταμάτησε να αντιποιείται τη νομή του επιδίκου ακινήτου", ενώ κάτι τέτοιο δεν προτάθηκε από κανέναν από τους διαδίκους και ούτε υπάρχει καμιά απόδειξη περί τούτου.

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δη του θεμελιούντος τη βάση αυτής τη στηριζόμενη στην κτήση της κυριότητας του επιδίκου με τακτική χρησικτησία ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, ότι αυτός νεμόταν το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1978 μέχρι το τέλος του έτους 1994, που το κατέλαβε ο εναγόμενος, και συνεπώς δεν αποτελεί ουσιώδες για την έκβαση της δίκης πράγμα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 559 αριθ. 8 εδ.

α' και 10 ΚΠολΔ., που αναφέρθηκαν. Γι' αυτό οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-5-2008 αίτηση του Δήμου .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 882/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ