Legislator Case Law & Legislation
1439/2007 AI generated

1439/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1439/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1771/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3481/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1439/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η άνω αποβιώσασα Ζ1 η οποία τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν από το θάνατο της επισκεπτόταν κάθε χρόνο την Ελλάδα και ειδικότερα τη νήσο Ύδρα, όπου και έμενε επί μερικούς μήνες, κατά το θάνατο της, είχε κατάθεση σε δραχμές, στον υπ' αριθμό ...... τραπεζικό λογαριασμό στην εναγόμενη Τράπεζα στο υποκατάστημα της νήσου Ύδρας, ανερχόμενη σε 24.598.911 δραχμές.

Keywords

AI generated
short-term credit commercial bank depositor reproduction and imitation of banknotes custodian bank negotiable instrument
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1439 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1439/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αντωνοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1 , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μιχαλάκη-Δρακούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1771/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3481/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Ιουλίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", η οποία ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 Α.Κ. "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξωφλημένην δια της επ' αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν ετέλει εν δόλω ή εν βαρεία αμελεία". Ο Α.Κ. δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της. Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή.

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Ζ1 , η οποία είχε γεννηθεί στη νήσο Ύδρα απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη στο Τορόντο Καναδά στις 29-4-1998, όπου είχε την τελευταία εν ζωή κατοικία της, άφησε δε κατά το χρόνο του θανάτου της πλησιέστερους συγγενείς της την ενάγουσα Ζ2 αμφιθαλή αδελφή της, και τον πρώτο των εναγομένων Ζ3 ανεψιό της (γιο του προαποβιώσαντος αδελφού της ......), ως προς τον οποίο μετά τη γενόμενη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αυτή θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς αυτόν.

Το κληρονομικό δικαίωμα καθενός απ' αυτούς, σε σχέση με την κληρονομιά της Ζ1 , ανέρχεται σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε όλη τη κινητή και ακίνητη περιουσία της αποβιώσασας, έχει αναγνωριστεί δε με το υπ' αριθμό ...... πιστοποιητικό κληρονομητηρίου του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών το οποίο στηρίχθηκε στην υπ' αριθμ. 6.040/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας, επί της από 20-4-2000 αιτήσεως της ήδη ενάγουσας.

Η άνω αποβιώσασα Ζ1 η οποία τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν από το θάνατο της επισκεπτόταν κάθε χρόνο την Ελλάδα και ειδικότερα τη νήσο Ύδρα, όπου και έμενε επί μερικούς μήνες, κατά το θάνατο της, είχε κατάθεση σε δραχμές, στον υπ' αριθμό ...... τραπεζικό λογαριασμό στην εναγόμενη Τράπεζα στο υποκατάστημα της νήσου Ύδρας, ανερχόμενη σε 24.598.911 δραχμές.

Ο Ζ3 προσκόμισε στο άνω υποκατάστημα της εναγομένης το με αριθμό πρωτοκόλλου ....... πιστοποιητικό διορισμού διαχειριστή περιουσίας χωρίς διαθήκη, του Δικαστηρίου του Οντάριο (Γενικό Τμήμα) στο Τορόντο, με το οποίο ο ίδιος, ως αιτών, διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της Ζ1 , τις από 23-2-2000 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ......

και ........, αντιστοίχως, για τους πλησιέστερους συγγενείς της αποβιώσασας Ζ1 ενώπιον του Επιτρόπου επί ορκοδοσίας κ.λ.π. Ανδρέα Σολωμού δικηγόρου και συμβολαιογράφου της Επαρχίας του Οντάριο, το βιβλιάριο ταμιευτηρίου, καθώς και το με αριθμό πρωτοκόλλου .......πιστοποιητικό περί του φόρου κληρονομιάς της Δ.Ο.Υ., κατοίκων Εξωτερικού, και ζήτησε την απόδοση σ' αυτόν, ως μοναδικού κληρονόμου της άνω αποβιώσασας, του ανωτέρω χρηματικού ποσού των 24.598.911 δραχμών.

Οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγόμενης Τράπεζας στηριχθέντες στα προαναφερόμενα έγγραφα, από την άποψη της νομιμοποιήσεως του Ζ3 , απέδωσαν, στις 30-6-2000, ολόκληρο το άνω χρηματικό ποσό σ' αυτόν. Η γενόμενη απόδοση ολόκληρου του πιο πάνω ποσού από τον προαναφερθέντα τραπεζικό λογαριασμό της αποβιώσασας Ζ1 , στον Ζ3 , οφείλεται σε βαρεία αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της εφεσίβλητης Τράπεζας, οι οποίο δεν προέβησαν στην επιβαλλόμενη από το νόμο και τις ισχύουσες διατάξεις περί αποδόσεως στους κληρονόμους καταθέσεων τραπεζικών λογαριασμών, την καλή πίστη και την κρατούσα αντίληψη διαπίστωση της νομιμοποιήσεως του εμφανισθέντος ως μοναδικού κληρονόμου και ως εκ τούτου δικαιούχου ολόκληρου του ανωτέρω ποσού της κατάθεσης.

Ειδικότερα αυτοί (προστηθέντες υπάλληλοι της εφεσίβλητης τράπεζας) αν επιδείκνυαν κατά την ανωτέρω συναλλαγή όχι εξιδιασμένη, αλλά στοιχειώδη επιμέλεια έπρεπε πριν από την απόδοση ολόκληρου του ποσού των 24.598.911 δραχμών στον Ζ3 να του ζητήσουν προηγουμένως αφενός μεν την κήρυξη εκτελεστού του άνω αλλοδαπού τίτλου (πιστοποιητικού διαχειρίσεως) από τα ημεδαπά Δικαστήρια, αφετέρου δε την έκδοση πιστοποιητικού κληρονομητηρίου, λόγω του ύψους του αποδοτέου ποσού και της εμφανίσεως του διαχειριστή και ως μοναδικού κληρονόμου της κληρονομιάς της Ζ1 .

Έτσι με την ως άνω παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης Τράπεζας, η οποία συνίσταται στην προεκτεθείσα υπαίτια παράλειψη τούτων (προστηθέντων υπαλλήλων) να διαπιστώσουν τη νομιμοποίηση του εμφανισθέντος πιο πάνω Ζ3 ως δικαιούχου ολόκληρου του ανωτέρω ποσού της κατάθεσης της Ζ1 , η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά το ποσό των 12.299.455 δραχμών ή 36.095,25 ευρώ, το οποίο αναλογεί στο ποσοστό της κληρονομικής της μερίδας του 1/2 εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω από τα αποδεικτικά μέσα που πιο πάνω αναφέρθηκαν, αποδείχτηκαν και τα εξής: Η ενάγουσα Ζ2 δυνάμει της υπ' αριθμ. 3.762/2001 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και έχει καταστεί τελεσίδικη, τέθηκε σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης με διορισθέντα προσωρινό δικαστικό συμπαραστάτη ως την τελεσιδικία αυτής (απόφασης) και στη συνέχεια οριστικό τον Ψ1 , ο οποίος με την ιδιότητα του αυτή άσκησε την κρινόμενη αγωγή.

Αυτή (ενάγουσα) απεβίωσε στις 13-2-2002 και άφησε την από ......ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύτηκε με την υπ' αριθμ. ........ από 24-7-2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και κηρύχθηκε κυρία, με την οποία εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της τον άνω δικαστικό συμπαραστάτη Ψ1 , εξάδελφο του αποθανόντος συζύγου της ο οποίος με την ιδιότητα του αυτή (κληρονόμου) επανέλαβε τη βιαίως διακοπείσα δίκη στο Πρωτόδικο Δικαστήριο.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία, με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α. Ε." οφείλει να καταβάλει στο Ψ1 ς, ως καθολικό διάδοχο της αρχικής ενάγουσας Ζ2 , το ισόποσο σε ευρώ των 12.299,455 δραχμών, δηλαδή 36.095,25 ευρώ, καθώς και τους τραπεζικούς τόκους του ποσού αυτού (κεφαλαίου) από τον θάνατο της κληρονομούμενης Ζ1 και μέχρι της αποδόσεως στον Ζ3 , ήτοι μέχρι την 30-6-2000, αλλά και τους τόκους υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο τη συνδρομή βαριάς αμέλειας των οργάνων της αναιρεσείουσας, παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 330 ΑΚ, δεδομένου ότι η ανωτέρω αμέλεια δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί βαριά, ενόψει των περιστατικών που ανελέγκτως έγιναν δεκτά, και ιδίως του ότι η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου επί αντικειμένου της εκούσιας δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 780 ΚΠολΔ, ισχύει ενταύθα αυτοδικαίως, εφόσον συντρέχουν οι τασσόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις.

Συνεπώς, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μόνος λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3481/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εκ χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Μαϊου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ