Legislator Case Law & Legislation
1438/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax penalty enforcement, upholding lower court's burden of proof assessment.

Case Number 1438/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding tax penalty enforcement. The appellant argued that the lower court incorrectly applied burden of proof rules by deeming the debtor's declaration dishonest without sufficient evidence. The court ruled that the appellant failed to meet the evidentiary burden required to challenge the enforcement action, thereby validating the lower court's findings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 13 K.Pol.D.; Art. 561 para. 2 K.Pol.D.: An appeal based on alleged violation of objective burden of proof rules is inadmissible if the lower court correctly assessed the evidence presented by the appellant to support their claim.

Keywords

AI generated
burden of proof tax penalty enforcement objective weight civil appeal evidentiary assessment

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 13 K.Pol.D.
Art. 561 para. 2 K.Pol.D.
Art. 495 para. 3 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 191 para. 2 K.Pol.D.
Art. 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1438 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1438/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ατομικά και ως πρώην ...". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Μίτζα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Διοικητή αυτής, καθώς και από τον Προϊστάμενο της Δ' Δ.Ο.Υ. ... που εδρεύει στον .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4292/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 655/2013 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26-4-2016 αίτησή του.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2095/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 14-10-2021 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την από 20-10-2007 ανακοπή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., ισχυρίσθηκε ότι έχει απαίτηση κατά του Ν. Κ., υπό την ιδιότητά του ως ... (όπως η επωνυμία της εταιρίας αυτής παραδεκτά διορθώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο), συνολικού ύψους ... (ήτοι ...

προσαυξήσεις), που αφορά ληξιπρόθεσμα χρέη του προς αυτό (ανακόπτον Δημόσιο) από πρόστιμα Κ.Β.Σ. Ότι ο ως άνω οφειλέτης αυτού (ανακόπτοντος), ..., έχει απαίτηση, ύψους 24.681 ευρώ, κατά της καθ'ης η ανακοπή ομόρρυθμης εταιρίας, βάσει του ποσοστού συμμετοχής του σ' αυτή (50%) ως ομόρρυθμου μέλους της, από διανεμητέα κέρδη της συνολικού ύψους 49.362,25 ευρώ, για τα οποία η καθ' ης υπέβαλε δήλωση φόρου εισοδήματος για το οικονομικό έτος 2007.

Ότι με σχετικό κατασχετήριο έγγραφο του Προϊσταμένου της ..., που επιδόθηκε στην καθ' ης εταιρία την 26-9-2007, αυτό (ανακόπτον) προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή, ως τρίτης, της ανωτέρω απαίτησης του ως άνω οφειλέτη του, Ν. Κ.. Ότι η καθ' ης η ανακοπή εταιρία προέβη, εντός της νόμιμης προθεσμίας, σε αρνητική δήλωση ότι, κατά τον χρόνο επίδοσης σ' αυτήν του ως άνω κατασχετήριου εγγράφου (26-9-2007), δεν υπήρχε οιαδήποτε οφειλή της προς τον εταίρο της ..., η οποία (αρνητική δήλωση), όμως, είναι ανειλικρινής.

Με βάση το ιστορικό αυτό το ανακόπτον, ζήτησε: α) να αναγνωριστεί η ανακρίβεια και συνακόλουθα η ακυρότητα της ως άνω αρνητικής δήλωσης της καθ' ης η ανακοπή ως προς την ύπαρξη της κατασχεθείσας στα χέρια αυτής, ως τρίτης, απαίτησης του οφειλέτη του Δημοσίου Ν. Κ. και β) να αναγνωρισθεί ότι η καθ' ης οφείλει σ' αυτό (ανακόπτον) όλο το ποσό της κατασχεθείσας απαίτησης των ..., άλλως το ποσό των 24.681 ευρώ, και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από τον χρόνο επιβολής της κατάσχεσης στα χέρια της (26-9-2007), άλλως από την επίδοση της ανακοπής έως την εξόφληση.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4292/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσίβλητο -ανακόπτον- Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθ. 655/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή η ανακοπή κατά το επικουρικό της αίτημα.

Η κρινόμενη από 26-4-2016 αίτηση αναίρεσης, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την από 14-10-2021 κλήση του αναιρεσίβλητου, μετά την έκδοση της υπ' αριθ.10/2018 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία λύθηκε το νομικό ζήτημα που αφορούσε το εμπρόθεσμο της άσκησης αυτής (αναίρεσης) και για το οποίο είχε αναβληθεί η εκδίκαση της υπόθεσης με την υπ' αριθ.2095/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε παρήλθε τριετία από τη δημοσίευσή της (Ολ.Α.Π.10/2018).

Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέσει εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ. 2 εδ.

α).... Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως (παρ. 3 εδ. α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

και 1 αριθ. 4 π.δ. 16/1989), πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών, ενόψει της διαφορετικότητας της περαιτέρω διαδικασίας κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, καθώς και την έννομη σχέση (π.χ.

μίσθωση, εντολή, εταιρεία κ.λ.π.) που συνδέει τον καθ'ου η κατάσχεση με τον τρίτο, από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 ΚΕΔΕ (αμάχητο παλαιότερα και ήδη μαχητό μετά την τροποποίηση του άρθρου 33 δυνάμει του άρθρου 67 παρ. 1 του Ν. 3842/2010, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (Α.Π.821/2018, Α.Π.139/2018).

Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε.

και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως (Α.Π.1162/2013, Α.Π.117/2011). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθού η εκτέλεση.

Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του.

Αντικείμενο, εξάλλου, της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (Α.Π.1081/2015).

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει ο,τιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (Α.Π.919/2019, Α.Π.825/2018).

Κατά τη διάταξη του επομένου άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, όπως ήδη κατά τα άνω ισχύει, "εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί εκπρόθεσμα ή χωρίς την τήρηση του τύπου που προβλέπεται από το άρθρο 32 του παρόντος, λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου για το σύνολο της απαίτησης, για την οποία επιβλήθηκε η κατάσχεση, εκτός αν αυτός αποδείξει ότι δεν οφείλει στον καθ`ου ή ότι η οφειλή του είναι μικρότερη από την απαίτηση του Δημοσίου, οπότε απαλλάσσεται ή ευθύνεται μέχρι του ύψους της οφειλής του, κατά περίπτωση." Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατά τον ΚΕΔΕ η παράλειψη του τρίτου να δηλώσει αν υπάρχει η απαίτηση ή αν έχει στα χέρια του το πράγμα που κατασχέθηκε, ή η εκπρόθεσμη ή παράτυπη δήλωση, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι ο τρίτος είναι οφειλέτης της ποσότητας που κατασχέθηκε στα χέρια του, κατ` αντίθεση με τον ΚΠολΔ (άρθρο 985 παρ. 3), κατά τον οποίο η ως άνω παράλειψη του τρίτου εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση.

Το τεκμήριο αυτό δημιουργείται μόνο στις ως άνω αναφερόμενες τρεις περιπτώσεις του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ. Άρα δεν δημιουργείται τούτο, όταν η δήλωση του τρίτου δεν περιέχει κάποιο από τα στοιχεία, την αναφορά των οποίων αξιώνει όχι η διάταξη του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά η διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται και στη διοικητική εκτέλεση κατά τον ΚΕΔΕ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 89 του ΚΕΔΕ.

Επομένως, η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ.3 εδ. β` ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και (στο οποίο αυτό παραπέμπει) 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού, ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ) (Α.Π.96/2016), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ.

β` ΚΠολΔ - Α.Π.185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθού η εκτέλεση με τον τρίτο (Α.Π.1261/2019). Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή (Α.Π.92/2016).

Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρo 990 ΚΠολΔ η κατ` αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (Α.Π.624/2021, A.Π.1132/2019, Α.Π.1092/2015, Α.Π.1182/2009).

Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (Α.Π.663/2017, Α.Π.1500/2017, Α.Π.480/2012).

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (Α.Π.1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.

Σε περίπτωση που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (Α.Π.1132/2019, Α.Π.480/2012).

Για να συντρέχει, όμως, η ως άνω περίπτωση, θα πρέπει η μη αμφισβήτηση να αφορά σαφώς προσδιοριζόμενη απαίτηση από συγκεκριμένη έννομη σχέση, πράγμα που δεν συμβαίνει επί διαρκούς μη επώνυμης έννομης σχέσης, όταν ο τρίτος με τη δήλωσή του, χωρίς να αναφέρει πραγματικά περιστατικά και σαφείς όρους λειτουργίας της εν λόγω σχέσης, από την οποία απορρέει σαφής και ορισμένη απαίτηση, μάλιστα δε και δυνατότητα παραγωγής αυτής επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, προβαίνει απλώς σε γενική άρνηση οποιασδήποτε οφειλής του προς τον καθού η εκτέλεση από τη σχέση αυτή, αιτιολογώντας ασαφώς και αορίστως την ανυπαρξία οποιασδήποτε οφειλής του προς αυτόν.

Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, είναι υποχρεωμένος ο ανακόπτων, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, να επικαλεσθεί με την ανακοπή του τόσο τη βασική έννομη σχέση όσο και τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή, υπάρχουσα ή μέλλουσα, του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (Α.Π.1120/2022, Α.Π.259/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π.18/08, Ολ.Α.Π.15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π.50/2020, Α.Π.1075/2019, Α.Π.708/2017).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ.Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/2008, Α.Π.1383/2021).

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π.1496/2017).

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π. 357/2018).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π.371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π.1206/2019, Α.Π.2081/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ... βεβαιώθηκε σε βάρος του Ν. Κ., υπό την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "...", συνολικό χρέος αυτού προς το ανακόπτον (ήδη εκαλούν) Ελληνικό Δημόσιο, ύψους ... (ήτοι ...

προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι την 31-8-2007), που αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς αυτό (Δημόσιο) από πρόστιμα Κ.Β.Σ, για τις οποίες έχει συνταχθεί ο από 31-8-2007 πίνακας χρεών. Για την ικανοποίηση της απαίτησης αυτής του Δημοσίου ο Προϊστάμενος της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." (ήδη εφεσίβλητης), ως τρίτης, για λογαριασμό του οφειλέτη του Δημοσίου ..., επιδίδοντας σε αυτήν, την 26-9-2007, το υπ' αριθ.

πρωτ. 12138/αρ. ειδ. βιβλ. 491/2007/31-8-2007 κατασχετήριο έγγραφο, με το εξής περιεχόμενο: "Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ..., αφού έλαβα υπόψη α) τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο του ... με Α.Φ.Μ ...ΑΣ- Γ. ... Ο.Ε", συνολικά ..., όπως ειδικότερα αναλύονται στον ενσωματωμένο στο παρόν πίνακα χρεών και β) τα άρθρα 7, 9 και 30 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύουν σήμερα, κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας ως τρίτου, όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε από τα κέρδη της Ο.Ε.

του πιο πάνω οφειλέτη και μέχρι του ποσού των ευρώ 94.468,52 και σας προσκαλώ, όπως εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του παρόντος, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου, καταθέσετε τα κατασχημένα χρήματα στη Δ.Ο.Υ.... θέτουμε υπόψη σας τα εξής: Σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 33 του Κ.Ε.Δ.Ε. η δήλωση τρίτου, έστω και αρνητική, θα πρέπει να γίνει εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.

Η δήλωση τρίτου γίνεται εγγράφως και επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που εξέδωσε το κατασχετήριο ή προφορική ενώπιον του Ειρηνοδίκη της κατοικίας ή διαμονής του. Εάν ο τρίτος δεν προβεί σε δήλωση ή προβεί σε εκπρόθεσμη δήλωση ή η δήλωση δεν έχει τον προαναφερόμενο τύπο, ο τρίτος λογίζεται ως οφειλέτης της όλης ποσότητας, για την οποία έγινε η κατάσχεση και διώκεται ως οφειλέτης, λαμβανομένων σε βάρος του όλων των προβλεπομένων από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρων".

Σημειώνεται, ότι είναι νόμιμη η κατάσχεση στα χέρια εταιρίας ως τρίτης, η οποία επιβλήθηκε σε απαίτηση εταίρου εναντίον της για κέρδη της εταιρικής χρήσης, εφόσον κατά τον χρόνο της κατάσχεσης υπήρχε η βασική σχέση, δηλαδή η ιδιότητα του οφειλέτη ως εταίρου της, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Και τούτο, γιατί από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 982 παρ. 1, 983, 986 και 990 ΚΠολΔ συνάγεται ότι είναι δυνατή η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης του οφειλέτη στα χέρια τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή, τέτοια δε περίπτωση είναι και η απαίτηση του εταίρου προσωπικής εταιρίας επί των κερδών αυτής ή επί του προϊόντος της εκκαθάρισής της, η οποία (απαίτηση) είναι δεκτική κατάσχεσης και δεν εξαιρείται από αυτήν κατ' άρθρο 982 παρ. 2 εδ.

β' ΚΠολΔ ...Ακολούθως, την 2-10-2007, η καθ' ης η ανακοπή εταιρία επέδωσε στον Προϊστάμενο της ως άνω Δ.Ο.Υ. την από 28-9-2007 έγγραφη δήλωσή της κατά το άρθρο 32 του Κ.Ε.Δ.Ε., που έχει το εξής περιεχόμενο: "Την 26.9.2007 ημέρα επιδόσεως του κατασχετήριου εγγράφου Σας και μέχρι σήμερα δεν υφίσταται καμία οφειλή της εταιρίας μας προς τον καθ' ού η εκτέλεση (...).

Σε περίπτωση που προκύψει στο μέλλον η οποιαδήποτε οφειλή μας προς τον κ. ..., Σας δηλώνουμε ότι σύμφωνα με το ανωτέρω κατασχετήριο έγγραφο Σας, θα το παρακρατήσουμε υπέρ Σας". Στη συνέχεια, το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ, άσκησε εμπροθέσμως την από 20-10-2007 ένδικη ανακοπή του με τα αναφερόμενα...αιτήματα (κύριο και επικουρικό).

Ειδικότερα, το ανακόπτον Δημόσιο επικαλούμενο ότι ο οφειλέτης του, ..., έχει απαίτηση, συνολικού ύψους 24.681 ευρώ, κατά του καθ' ης η ανακοπή εταιρίας, με βάση την υποβληθείσα στην Δ.Ο.Υ. ... δήλωση φόρου εισοδήματος αυτής για το οικονομικό έτος 2007, αντιστοιχούσα στα διανεμητέα κέρδη, που όφειλε η εν λόγω εταιρία στον τελευταίο, λόγω του ποσοστού συμμετοχής του (50%) ως ομόρρυθμου μέλους της, ζήτησε, αφού αναγνωριστεί η ανακρίβεια και συνακόλουθα η ακυρότητα της ως άνω αρνητικής δήλωσης της καθ' ης, να αναγνωρισθεί ότι η τελευταία οφείλει σ' αυτό όλο το ποσό της κατασχεθείσας απαίτησης των ..., άλλως το ποσό των 24.681 ευρώ, καθώς και να υποχρεωθεί να του καταβάλει νομιμοτόκως το ανωτέρω ποσό.

Η καθ' ης η ανακοπή εταιρία, με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνομολόγησε : α) την ιδιότητα του Ν. Κ. (οφειλέτη του Δημοσίου) ως ομόρρυθμου εταίρου αυτής κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικά κατά τον χρόνο της επιβληθείσης στα χέρια της κατάσχεσης (26-9-2007) και β) την οφειλή της προς αυτόν, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 24.681 ευρώ και απορρέουσα από τα αναλογούντα σ' αυτόν κέρδη της εταιρίας που αφορούν τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2006 μέχρι 31-12-2006, πλην όμως ισχυρίσθηκε ότι έχει εξοφλήσει πλήρως την εν λόγω οφειλή της προς τον ...

πριν τον ως άνω χρόνο της κατάσχεσης, καθόσον αυτή, δυνάμει του άρθρου 13 του καταστατικού της εταιρίας, κατά τη διάρκεια των ετών 2006 και 2007, προέβαινε, μέσω του τότε διαχειριστή της..., ανά δίμηνο στον προσδιορισμό των κερδών της εταιρίας και, στη συνέχεια, προχωρούσε στην καταβολή των αναλογούντων κερδών στους εταίρους, μεταξύ αυτών και στον τότε εταίρο της, ..., χωρίς να αναμένεται ο συγκεντρωτικός προσδιορισμός αυτών στο τέλος του έτους, η τακτική δε αυτή της εταιρίας είχε ως αποτέλεσμα ότι (κατ' ακριβή αντιγραφή των προτάσεων της καθ' ης ): "...ο τότε εταίρος μας ...

εισέπραξε ... ανά δίμηνο όλα τα αναλογούντα σ' αυτόν κέρδη για την παραπάνω διαχειριστική και φορολογική χρήση ... τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 24.681 ευρώ (όπως προκύπτει και από τη σχετική δήλωση εισοδήματος μας) και ως εκ τούτου κατά τον χρόνο της κατάσχεσης (26.9.2007) δεν υπήρχε καμία απαίτηση ή αξίωση του τότε εταίρου Ν.

Κ. έναντι της εταιρίας για το ανωτέρω χρονικό διάστημα". Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση πλήρους εξόφλησης (ΑΚ 416), που παραδεκτώς προτείνεται από την έχουσα και το βάρος απόδειξης αυτής, καθ' ης η ανακοπή εταιρία στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης, στην οποία κατ' ουσίαν εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι της ως άνω εταιρίας απαίτηση του Ν.

Κ. (οφειλέτη του ανακόπτοντος)... Περαιτέρω, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν, ως προς τον ανωτέρω ισχυρισμό (ένσταση εξόφλησης) της καθ' ης, τα ακόλουθα: Η καθ' ης η ανακοπή εταιρία με την επωνυμία "... κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβολής της επίδικης κατάσχεσης στα χέρια της ως τρίτης (26-9-2007), διατηρούσε και εκμεταλλευόταν κατάστημα "καφετέρια-εστιατόριο-μπαρ" στην ...

επί της ... (παραλία ...), με ομόρρυθμους εταίρους, κατά ποσοστό 50% έκαστος, τους ... του ...υ και Ι. Κ. του Σ.. Η εταιρία αυτή είχε συσταθεί, από τους ίδιους ως άνω εταίρους, με το από 21-11-1994 "καταστατικό ομόρρυθμης εταιρίας", που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αύξοντα αριθμό 2076/1994, με την ίδια επωνυμία, με το διακριτικό τίτλο "Κ." και με έδρα την ....

Ήδη με την από 11-10-2007 τροποποίηση του καταστατικού, η οποία έγινε μετά τον κρίσιμο χρόνο της ανωτέρω κατάσχεσης (ήτοι μετά την 26-9-2007) και δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με αριθμό κατάθεσης 1757/17-10-2007, ο προαναφερόμενος εταίρος ... αποχώρησε από την καθ' ης εταιρία και μεταβίβασε, λόγω πώλησης, την εταιρική του μερίδα, ήτοι το ποσοστό 50% επί του εταιρικού κεφαλαίου, ως εξής :

α) στον ήδη εταίρο 1 ποσοστό 48%, με συνέπεια το ποσοστό συμμετοχής αυτού να ανέλθει σε 98% και β) στην Θ. Κ. ποσοστό 2%. Ταυτόχρονα με την ίδια τροποποίηση αποφασίστηκε και η μετατροπή της μορφής της εταιρίας από ομόρρυθμη σε ετερόρρυθμη με την επωνυμία "Ι. Κ. Κ. Σ. «Ε., χωρίς, όμως, αυτές οι μεταβολές (της εταιρικής μορφής και της επωνυμίας) να επιδρούν στη νομική προσωπικότητά της ..., ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εταιρία αυτή ήδη έχει λυθεί (όπως το ίδιο το αντίδικο εκκαλούν αναφέρει στην έφεσή του) και εκπροσωπείται νομίμως από τον εκκαθαριστή της, Ι.

Κ.. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε αλλά και όπως συνομολογείται από την καθ' ης εταιρία κατά τα προεκτεθέντα, η τελευταία, την 11-4-2007, υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ... δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους 2007, ήτοι για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2006 έως 31-12-2006, με την οποία δήλωσε, ως κέρδη, το ποσό των 49.362,25 ευρώ, εκ των οποίων αναλογεί στον εταίρο της ... (...) ποσοστό 50% και συγκεκριμένα το ποσό των 24.681,13 ευρώ ...

Εξάλλου, με το άρθρο 13 του καταστατικού της καθ' ης εταιρίας ορίζεται ότι "Ο ισολογισμός της εταιρίας θα συντάσσεται εις το τέλος εκάστου ημερολογιακού έτους μερίμνη του Διαχειριστού, ο οποίος υποχρεούται εντός 15 ημερών από της συντάξεώς του, να τον θέτει υπόψη των εταίρων, μετά των σχετικών δικαιολογητικών προς έλεγχο.

Κατά τη διάρκεια της εταιρικής χρήσης, οι εταίροι δικαιούνται ανά δίμηνο απολήψεων, εφόσον υπάρχουν κέρδη, καθορίζοντες εγγράφως το ποσό των τοιούτων απολήψεων". Όμως, από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας περί εξόφλησης (ολικώς ή έστω εν μέρει) της οφειλής της προς τον ομόρρυθμο εταίρο της, ..., της απορρέουσας από τα αναλογούντα σ' αυτόν κέρδη της εταιρίας που αφορούν τη διαχειριστική περίοδο από 1-1- 2006 έως 31-12-2006 και συγκεκριμένα δεν αποδείχθηκε ότι αυτή, κατά τη διάρκεια των ετών 2006 και 2007, προέβαινε, μέσω του τότε διαχειριστή της..., ανά δίμηνο στον προσδιορισμό των κερδών της εταιρίας και ότι, στη συνέχεια, προχωρούσε στην καταβολή, επίσης ανά δίμηνο, των αναλογούντων κερδών στους εταίρους, μεταξύ αυτών δε και στον ως άνω (τότε) εταίρο της.

Και τούτο, γιατί η καθ' ης δεν προσκομίζει πρωτίστως τα έγγραφα καθορισμού του ποσού των ως άνω τμηματικών χρηματικών απολήψεων εκ μέρους του εταίρου της, Ν. Κ., τα οποία ήταν αναγκαία για να γίνουν οι απολήψεις αυτές, ενόψει και του προαναφερόμενου περιεχόμενου του άρθρου 13 του καταστατικού αυτής, σύμφωνα με το οποίο ο καθορισμός του ποσού των από τους εταίρους δικαιούμενων ανά δίμηνο απολήψεων γίνεται εγγράφως.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η καθ' ης δεν προσκομίζει ακριβή αντίγραφα των φορολογικών της βιβλίων με τις καταχωρήσεις των προβλεπόμενων, από την ως άνω διάταξη του καταστατικού, απολήψεων για τα έτη 2006 και 2007, από τα οποία (βιβλία) να προκύπτει η ύπαρξη τέτοιων απολήψεων από τον ..., καθώς και ο χρόνος αλλά και το ύψος των απολήψεων αυτών.

Επίσης, η καθ' ης δεν προσκομίζει ούτε τους ισολογισμούς ή τις έγγραφες εκκαθαρίσεις της εταιρίας για τα έτη 2006 και 2007, από τις οποίες να προκύπτει το απομένον προς διανομή στους εταίρους ποσό, μετά την αφαίρεση των τυχόν εκ μέρους τους απολήψεων για τα ως άνω έτη. Τέλος, μόνη η κατάθεση της εξετασθείσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μάρτυρος ... (εργαζόμενης στην καθ' ης εταιρία και οικογενειακής φίλης του διαχειριστή αυτής) δεν κρίνεται πειστική, αφού, εκτός του ότι είναι όλως γενική και αόριστη, δεν ενισχύεται και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

Σημειώνεται, ότι...η καθ' ης η ανακοπή φέρει το βάρος απόδειξης της σχετικής ένστασης εξόφλησης, ενώ το ανακόπτον Δημόσιο φέρει μόνο το βάρος της απόδειξης των θεμελιωτικών της κατασχεμένης απαίτησης περιστατικών, το οποίο (βάρος), στην προκειμένη περίπτωση, εκπλήρωσε. Επομένως, η απαίτηση του ... στα κέρδη της καθ' ης εταιρίας, εκ ποσού 24.681,13 ευρώ, δεν αποδείχθηκε ότι είχε αποσβεσθεί ήδη πριν από την επιβολή της επίδικης κατάσχεσης στα χέρια αυτής, ως τρίτης, την 26-9-2007.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός, ότι ο ..., κατά την αποχώρησή του από την καθ' ης εταιρία την 11-10-2007 (δηλαδή 15 ημέρες μετά την κατά τα ανωτέρω επιβολή της κατάσχεσης), δήλωσε, κατά την γενομένη τροποποίηση καταστατικού, ότι "δεν έχει ουδεμία αξίωση κατά της εταιρίας αμέσως ή εμμέσως απορρέουσα εκ της συμμετοχής του σ' αυτήν".

Και τούτο, γιατί τυχόν καταβολές κερδών από την καθ' ης στον ..., γενόμενες μετά την επιβολή της κατάσχεσης, δηλαδή μετά την 26-9-2007 (καθόσον προγενέστερες της κατάσχεσης καταβολές κερδών σ' αυτόν δεν αποδείχθηκαν κατά τα προεκτεθέντα), δεν παράγουν έννομες συνέπειες για το κατασχόναν ακόπτον (άρθρα 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ και 984 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η από 28-9-2007 αρνητική δήλωση της καθ' ης ανακοπή ήταν ανακριβής και, ως εκ τούτου, άκυρη." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ότι η ως άνω δήλωση της καθ' ης ήταν ειλικρινής και απέρριψε την ανακοπή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή κατά το επικουρικό αίτημά της, αναγνώρισε ότι η αρνητική δήλωση της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας είναι ανακριβής και ως εκ τούτου άκυρη και ότι αυτή οφείλει στο ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο το ποσό των 24.681 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή το επιδοθέν στην αναιρεσείουσα κατασχετήριο έγγραφο είναι έγκυρο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 983, 987 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και αυτές των άρθρων 30, 32, 34 και 75 του Κ.Ε.Δ.Ε. και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρο το κατασχετήριο και την βάσει αυτού επιβληθείσα κατάσχεση, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, το κατασχετήριο έγγραφο περιείχε όλα τα αναγκαία στοιχεία και δη τα στοιχεία του οφειλέτη του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου και της τρίτης εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία έγινε η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, καθώς και τη συνδέουσα τον καθ'ου η κατάσχεση με την αναιρεσείουσα έννομη σχέση (εταιρεία), από την οποία προέρχεται η απαίτηση, ενώ δεν ήταν απαραίτητο στοιχείο αυτού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, και το ακριβές ποσό της οφειλόμενης από την τρίτη - καθ'ης η κατάσχεση εταιρία προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητας χρημάτων.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 983, 987 του Κ.Πολ.Δ, καθώς και αυτές των άρθρων 30, 32, 34 και 75 του Κ.Ε.Δ.Ε. και παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη την κατάσχεση, επειδή στο επίμαχο κατασχετήριο δεν αναφέρεται η οφειλόμενη, από την τρίτη - καθ'ης η κατάσχεση εταιρία προς τον οφειλέτη του Δημοσίου, συγκεκριμένη ποσότητα χρημάτων, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 416 του Α.Κ., και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι η ένσταση της αναιρεσείουσας, καθ'ης η ανακοπή τρίτης, περί εξόφλησης της οφειλής προς τον καθ'ου η εκτέλεση, η οποία έφερε το βάρος της απόδειξης της ως άνω ένστασής της, δεν αποδείχθηκε και, συνεπώς, η αρνητική δήλωση αυτής ως τρίτης, ότι δεν υφίσταται απαίτηση του καθού η εκτέλεση σε βάρος της, είναι ανακριβής, με τις υποστηρίζουσες την ως άνω κρίση αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:

α) Ότι στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) ... βεβαιώθηκε σε βάρος του Ν. Κ., υπό την ιδιότητά του ως ομόρρυθμου μέλους της εταιρίας με την επωνυμία "...", συνολικό χρέος αυτού προς το ανακόπτον (ήδη αναιρεσίβλητο) Ελληνικό Δημόσιο, ύψους ... (ήτοι ... προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής μέχρι την 31-8-2007), που αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς αυτό (Δημόσιο) από πρόστιμα Κ.Β.Σ, για την ικανοποίηση της οποίας (ως άνω απαίτησης του Δημοσίου) επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της καθ' ης η ανακοπή ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." ως τρίτης, για λογαριασμό του οφειλέτη του Δημοσίου ..., επιδίδοντας σε αυτήν, την 26-9-2007, σχετικό κατασχετήριο έγγραφο.

β) Ότι ο οφειλέτης του ανακόπτοντος Δημοσίου, ..., έχει απαίτηση, συνολικού ύψους 24.681 ευρώ, κατά της καθ' ης η ανακοπή εταιρίας, αντιστοιχούσα στα διανεμητέα κέρδη, που όφειλε η εν λόγω εταιρία στον τελευταίο, λόγω του ποσοστού συμμετοχής του (50%) ως ομόρρυθμου μέλους της, για τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2006 μέχρι 31-12-2006.

γ) Ότι η καθ' ης η ανακοπή εταιρία δεν εξόφλησε την οφειλή της προς τον ομόρρυθμο εταίρο της, ..., όπως ισχυρίσθηκε, ότι δηλαδή προέβαινε ανά δίμηνο στον προσδιορισμό των κερδών της εταιρίας και στην καταβολή των αναλογούντων κερδών στους εταίρους, αφού δεν προσκόμισε, ούτε τα έγγραφα καθορισμού του ποσού των ως άνω τμηματικών χρηματικών απολήψεων εκ μέρους του εταίρου της, Ν.

Κ., τα οποία ήταν αναγκαία για να γίνουν οι απολήψεις αυτές (ενόψει του άρθρου 13 του καταστατικού αυτής, που ορίζει ότι ο καθορισμός του ποσού των από τους εταίρους δικαιούμενων ανά δίμηνο απολήψεων γίνεται εγγράφως), ούτε τα ακριβή αντίγραφα των φορολογικών της βιβλίων με τις καταχωρήσεις των προβλεπόμενων, από την ως άνω διάταξη του καταστατικού, απολήψεων για τα έτη 2006 και 2007, ούτε τους ισολογισμούς ή τις έγγραφες εκκαθαρίσεις της εταιρίας για τα έτη 2006 και 2007, από τις οποίες να προκύπτει το απομένον προς διανομή στους εταίρους ποσό, μετά την αφαίρεση των τυχόν εκ μέρους τους απολήψεων για τα ως άνω έτη.

δ) Ότι τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το γεγονός, ότι ο ..., κατά την αποχώρησή του από την καθ' ης εταιρία την 11-10-2007 (δηλαδή 15 ημέρες μετά την κατά τα ανωτέρω επιβολή της κατάσχεσης), δήλωσε, κατά την γενομένη τροποποίηση καταστατικού, ότι "δεν έχει ουδεμία αξίωση κατά της εταιρίας απορρέουσα εκ της συμμετοχής του σ' αυτήν", διότι οι τυχόν καταβολές κερδών από την καθ' ης στον ..., γενόμενες μετά την επιβολή της κατάσχεσης, δηλαδή μετά την 26-9-2007 (καθόσον προγενέστερες της κατάσχεσης καταβολές κερδών σ' αυτόν δεν αποδείχθηκαν), δεν παράγουν έννομες συνέπειες για το κατασχόν ανακόπτον.

Επομένως, ο τέταρτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα - καθ'ης η ανακοπή προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Ο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται, όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π.1484/2021, Α.Π.1223/2021).

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π.1864/2017, Α.Π.97/2016, Α.Π.677/2015).

Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ Δ. πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.87/2013, Α.Π.1304/2012, Α.Π.292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Α.Π.576/2018, Α.Π.360/2016, Α.Π.237/2016, Α.Π.1935/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα - καθ'ης η ανακοπή προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ.10 του άρθρου 559ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ως ανειλικρινή την επίμαχη δήλωση της καθ'ης η εκτέλεση τρίτης εταιρίας, χωρίς απόδειξη.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατέληξε στην κρίση ότι η καθ' ης η ανακοπή εταιρία, η οποία έφερε το βάρος απόδειξης της ένστασής της περί εξόφλησης, δεν εξόφλησε την οφειλή της προς τον ομόρρυθμο εταίρο της, ... και συνακόλουθα έκρινε ως ανειλικρινή την επίμαχη δήλωση αυτής (καθ'ης η εκτέλεση τρίτης εταιρίας), ύστερα από αξιολόγηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο αμέσως πιο πάνω αναιρετικός λόγος, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 338 παρ.1ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.

Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001). Αντίθετα αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (Α.Π.233/2011, Α.Π.1254/2010).

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, το οποίο, κατά την ανωτέρω έννοια, καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (Α.Π. 85/2018, Α.Π.946/2015).

Συνεπώς, από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης συντρέχει, όταν το βάρος της απόδειξης επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα, ενώ κατά το νόμο (άρθρο 338 ΚΠολΔ) αυτός δεν το έφερε, με αποτέλεσμα ο σχετικός ισχυρισμός του να απορριφθεί για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων (Α.Π.140/2006) ή ανάλογα παρά την έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων να γίνει σε βάρος του δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, αν και θα έπρεπε η έλλειψη ή η ανεπάρκεια των αποδείξεων να οδηγήσουν στην παραδοχή του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ή στην απόρριψη του ισχυρισμού του αντιδίκου του, με επίρριψη έτσι ορθά στον τελευταίο του βάρους της απόδειξης.

Διότι, αν έχουν προσαχθεί αποδείξεις, αδιάφορα από ποιόν διάδικο (και αυτό ενόψει της περί κοινότητας των αποδεικτικών μέσων διάταξης του άρθρου 346ΚΠολΔ) και εκτιμηθείσες από το δικαστήριο, θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος, για το λόγο αυτόν απορρίφθηκε, η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στερείται σημασίας, καθόσον δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προβολή της σχετικής αιτίασης (Α.Π.1803/2014, Α.Π.1842/2014, Α.Π.1085/2013).

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (Α.Π.193/2017, Α.Π138/2016, Α.Π. 847/2013). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση απόρριψης του ισχυρισμού επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς για την απόδειξη του αντιθέτου (Α.Π.1092/2021, Α.Π.1640/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα - καθ'ης η ανακοπή προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ως ανειλικρινή την επίμαχη δήλωση της καθ'ης η εκτέλεση τρίτης εταιρίας, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχθηκε ότι η καθ' ης ανακοπή εταιρία δεν εξόφλησε την οφειλή της προς τον ομόρρυθμο εταίρο της ..., δηλαδή ότι είχε αποσβεσθεί, πριν από την επιβολή της επίδικης κατάσχεσης στα χέρια της, ως τρίτης, η απαίτηση του ανωτέρω Ν.

Κ., όπως ισχυρίσθηκε, και έτσι έκρινε ως ανειλικρινή την επίμαχη αρνητική δηλωσή της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, αφού ενόψει της άρνησης της ανωτέρω ένστασης από το αναιρεσίβλητο, η αναιρεσείουσα έφερε το βάρος της απόδειξης των γεγονότων που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της ένστασής της καθώς και τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των ως άνω πραγματικών περιστατικών και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της ένδικης στην προκείμενη υπόθεση έννομης συνέπειας.

Επομένως, δεν υπέπεσε στην εκ του αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), στα όρια του άρθρου 22 ν. 3693/1957, όπως στο ειδικότερα διατακτικό αναφέρεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-4-2016 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 655/2013 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις ....

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις ....

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ