Supreme Court dismisses appeal against car accident compensation for excessive moral damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant insurance company's appeal against the First Instance Court of Athens' award of €15,000 in moral damages for a car accident. The appellant argued this amount violated the principle of proportionality and exceeded the discretion of the lower court, citing Article 931 of the Civil Code. The court rejected this claim, ruling that the award was reasonable and consistent with judicial practice for similar cases, thereby upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 566, 564, 577, 931 of the Code of Civil Procedure and Article 931 of the Civil Code: An appeal challenging a moral damages award as disproportionate is inadmissible if the amount aligns with established judicial practice and does not exceed reasonable limits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1438 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1438/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "…." και ήδη "… Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "… ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην ως άνω από 4-5-2022 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2233/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-8-2019 (αριθμ. καταθ. 737/2019) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2233/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556, 558, 566 παρ. 1, 564 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.
Ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.
Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική- οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επίδρασης αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό-οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.
Κατά συνέπεια γίνεται δεκτό ότι προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί. Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του Α.Κ., δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή, να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του.
Είναι πρόδηλο ότι η κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ. αξίωση για αποζημίωση λόγω αναπηρίας ή παραμόρφωσης είναι διαφορετική από την κατά τη διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και από την κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν, είτε σωρευτικά, είτε μεμονωμένα, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη και των λοιπών (ΑΠ 599/2018, ΑΠ 158/2016, ΑΠ 150/2015).
Από την ως άνω διάταξη λοιπόν του άρθρου 931 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός αυτής είναι η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού, ακριβώς λόγω της αναπηρίας και παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί (ΑΠ 560/2013).
Το ποσό του επιδικαζομένου ευλόγου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ.
αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 560/ 2013, ΑΠ 2153/2013). Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στην διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος [άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος] με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (πρβλ.
Ολ.ΑΠ 9/2015). Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος, λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσεως.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ Ολομ. 10/2017, 9/2015).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Προσέτι, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον των υπό έρευνα λόγων αναίρεσης μέρος της, τα εξής: "Στις … και ώρα 11.45'περίπου, ο ενάγων οδηγούσε την με αριθμ. κυκλ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του και κινείτο στην πρώτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού … με κατεύθυνση από Σύνταγμα προς Ομόνοια πλησίαζε, δε, στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την κάθετη αυτής, από αριστερά, ....
Η ... στο παραπάνω σημείο της, είναι μονόδρομος, με πέντε λωρίδες κυκλοφορίας, πλάτος οδοστρώματος 16 μέτρων, ευθεία, με ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 χλμ. την ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο ήταν ημέρα, υπήρχε καλοκαιρία, η ορατότητα ήταν επαρκής και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο N. A.
οδηγούσε το με αριθμ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και κινείτο στην δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού…, παρακολουθώντας το GPS, το οποίο όταν έφτασε στο ύψος της συμβολής της οδού … με την ..., τον ειδοποίησε να στρίψει αριστερά και να εισέλθει σ' αυτήν, ελιγμό τον οποίο αυτός πραγματοποίησε, διασχίζοντας την τρίτη και τέταρτη λωρίδα κυκλοφορίας στις οποίες δεν κινούνταν οχήματα.
Όταν δε έφτασε στην πέμπτη λωρίδα κυκλοφορίας συνέχισε σταδιακά την πορεία του για να στρίψει αριστερά στην ..., χωρίς όμως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί στον ελιγμό αυτό χωρίς να παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων που κινούντο στην λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εισήλθε, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος, ο οδηγός της οποίας δεν κατάφερε λόγω της ταχύτητας με την οποία κινείτο να αποφύγει τη σύγκρουση, με συνέπεια και λόγω της ανεπιτηδειότητας περί την οδήγηση να προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του στην οπίσθια αριστερή πόρτα του ταξί και αφού περιστράφηκε στον αέρα ανετράπηκε με την δεξιά πλευρά της, όπως και ο αναβάτης της.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από τη συνταχθείσα έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος, από τα οποία προκύπτουν οι συνθήκες της οδού, οι αρχικές πορείες των οχημάτων και κηλίδες λαδιού και πλαστικών στην πέμπτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της οδού …., στο σημείο της συμβολής της με την ....
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του οδηγού του ταξί και του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, οι οποίοι δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν, υπό τις ίδιες περιστάσεις, να καταβάλουν ως μέσοι συνετοί οδηγοί και την οποία (επιμέλεια) εάν επιδείκνυαν, θα μπορούσαν να αποφύγουν το ένδικο ατύχημα, δεκτής εν μέρει της προβαλλόμενης από την εναγόμενη, ένστασης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, ως ουσιαστικά βάσιμης.
Ειδικότερα, η υπαιτιότητά του οδηγού του ταξί, ανερχόμενη σε ποσοστό 70%, συνίσταται στο ότι, ενώ σκόπευε να πραγματοποιήσει αριστερή στροφή, επιχείρησε απερίσκεπτα και χωρίς ιδιαίτερη προσοχή αριστερό ελιγμό, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει εάν μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κινούμενη όπισθεν και αριστερά του μοτοσικλέτα του ενάγοντος παρότι μπορούσε ευχερώς να το πράξει και να παρεμβληθεί στην πορεία της, την οποία και έφραξε, προκαλώντας το προπεριγραφέν ατύχημα (άρθρ. 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 23 παρ. 2, Κ.Ο.Κ.).
Η υπαιτιότητα του οδηγού της μοτοσικλέτας του ενάγοντος συνίσταται στο ότι κινείτο με ανεπτυγμένη ταχύτητα, η οποία υπερέβαινε την ανώτατη επιτρεπόμενη των 50χ/ω, όπως προκύπτει και από τις εκτεταμένες βλάβες που αυτή υπέστη και θ' αναφερθούν στην συνέχεια, με αποτέλεσμα αν και αντελήφθη πριν από 20 τουλάχιστον μέτρα το με αριθμ.
κυκλοφορίας …. αυτοκίνητο να έχει εισέλθει στο ρεύμα πορείας του, να μην είναι σε θέση να προβεί στην έγκαιρη τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του ή στη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού σε κάθε προβλέψιμο εμπόδιο που θα του εμφανιζόταν, παρά το ότι αυτό ήταν εφικτό (είτε αριστερά για να εισέλθει και αυτός στην ….), είτε δεξιά, για να εισέλθει στις δεξιά του λωρίδες κυκλοφορίας, όπου δεν εκινούντο άλλα οχήματα και ηδύνατο ευχερώς να ελιχθεί εκεί, καθώς οι υπόλοιπες λωρίδες κυκλοφορίας της οδού … ήταν ελεύθερες, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 12 §1,19 §§§ 1, 2, 3 και 20 του Κ.Ο.Κ. [σχ ΑΠ 448/2018 ΤΝΠ, ΔΣΑ].
Μάλιστα στις προτάσεις του ο εκκαλών συνομολογεί εμμέσως πλην σαφώς την δυνατότητα ελιγμού ισχυριζόμενος όμως ότι είχε τη δυνατότητα και θα έπρεπε να ενεργήσει αριστερή στροφή και να εισέλθει στην ..., ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση ακολουθώντας την κίνηση του αυτοκινήτου ταξί, πλην όμως θεωρεί αβασίμως τον εν λόγω ελιγμό ότι θα ήταν υπερβολικός όχι ομαλός και σκοπούμενος, αλλά εν μέρει ενστικτώδης και, για το λόγο αυτό, βίαιος και απότομος, δοθέντος ότι η σκοπούμενη πορεία του ήταν ευθεία...
Μετά το ατύχημα ο ενάγων μεταφέρθηκε στο …." και διενεργήθηκε ακτινολογικός και απεικονιστικός CT έλεγχος εγκεφάλου, θώρακα, κοιλίας, ΑΜΣΣ, ΘΜΣΣ, ΟΜΣΣ. Διαπιστώθηκε πνευμοθώρακας, μικρή υπαραχνοειδής αιμορραγία, πολλαπλά κατάγματα πλευρών ΔΕ, ανοικτό κάταγμα ΑΡ κνήμης και κάταγμα λεκάνης με κάταγμα ηβισχιακού κλάδου ΑΡ και διάσταση ηβικής σύμφυσης.
Υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση με εξωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα της ΑΡ κνήμης και εξωτερική οστεοσύνθεση για το κάταγμα της λεκάνης. Εξήλθε στις 25-8-2016 με οδηγίες για φυσικοθεραπεία κατ' οίκον, αναρρωτική άδεια 1 μήνα και επανεξέταση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Δ ορθοπαιδικού τμήματος.
Στις 5-10-2016 εισήχθη εκ νέου στο ανωτέρω νοσοκομείο λόγω πλευριτικής συλλογής και υποβλήθηκε σε παρακέντηση του θώρακα με εισαγωγή θωρακικού σωλήνα με πλευροδεσία. Παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 11-10-2016 και εξήλθε με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή, επανεκτίμηση στα ΤΕΙ Θ/Χ στις 18-10-2016, ενώ επί υποτροπής πνευμοθώρακα συνεστήθη χειρουργείο.
Από το ασφαλιστικό του φορέα ΙΚΑ κρίθηκε με γνωμάτευση της Αβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ανίκανος για εργασία αρχικά για ένα μήνα από τις 25-8-2016 και στην συνέχεια από 20-9-2016 μέχρι 15-1-2017. Στις 16-1-2017 υποβλήθηκε στα Ε.Ι του ανωτέρω νοσοκομείου σε νέο κλινικό έλεγχο, αλλαγή τραύματος και το έλεγχο και του δόθηκαν οδηγίες για αποφόρτιση σκέλους, αναρρωτική άδεια για ένα μήνα σε συνέχεια της προηγούμενης, ενώ εξετάστηκε επανειλημμένα έως και τις 7-4-2017 όπου και διαπιστώθηκε καλή κινητικότητα και του δόθηκαν οδηγίες.
Στην προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα ορθοπαιδική γνωμοδότηση του ιδιώτη Ορθοπαιδικού Χειρούργου, Χ. Π., αναφέρεται ότι υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης στις 31-7-2016, σε χειρουργική επέμβαση κλειστής ανάταξης της διάστασης της ηβικής σύμφυσης και συγκράτησης αυτής με τοποθέτηση εξωτερικής οστεοσύνθεσης στις 18-8- 2016, σε χειρουργική επέμβαση παροχέτευσης του διαφυγόντος αέρα, με την τοποθέτηση σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης (Billau), στις 5-10-2016.
Επίσης αναφέρεται ότι μετά την πάροδο δύο μηνών από την τοποθέτηση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης της λεκάνης, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσής της, ενώ του δόθηκε οδηγία για κινητοποίηση με χρήση βακτηριών μασχάλης, χωρίς φόρτιση του αριστερού σκέλους και ότι μετά από την πάροδο πέντε μηνών από την τοποθέτηση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης στην αριστερή κνήμη, πραγματοποιήθηκε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσής της.
Μετά την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης, τέθηκε κνημοποδικός γυψονάρθηκας και δόθηκε εκ νέου η οδηγία για βάδιση χωρίς φόρτιση του αριστερού σκέλους. Επίσης αναφέρει ότι στις 16/1/2017, επανεξετάσθηκε στο Τμήμα Εξωτερικών Ιατρείων της Δ' Ορθοπαιδικής Κλινικής, όπου υποβλήθηκε σε κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο και έγινε αλλαγή στο τραύμα που είχε προκληθεί από την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης της κνήμης.
Ο κνημοποδικός γυψονάρθηκας επανατοποθετήθηκε, δόθηκε και πάλι η οδηγία για βάδιση χωρίς φόρτιση του αριστερού σκέλους, ενώ χορηγήθηκε και αναρρωτική άδεια για ένα μήνα, σε συνέχεια της προηγούμενης. Κατά την εξέταση του ενάγοντα από τον ανωτέρω ιατρό στις 10/2/2017 και στις 13/10/2017 διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα:
Α. Η βάδιση χωρίς τη χρήση βοηθήματος είναι οριακά δυνατή, καθώς γίνεται με μεγάλη δυσχέρεια και ιδιαίτερα έκδηλη χωλότητα. Β. Η επιτάχυνση του βηματισμού είναι αδύνατη, όπως επίσης αδύνατη είναι η κάθοδος και η άνοδος κλίμακας. Γ. Η περιοχή του αριστερού μηρού και της αριστερής γαστροκνημίας εμφανίζουν εικόνα έντονης μυϊκής ατροφίας, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες περιοχές του δεξιού σκέλους.
Παράλληλα, η περιοχή της αριστερής κνήμης εξακολουθεί να εμφανίζεται οιδηματώδης. Δ. Η αριστερή ποδοκνημική άρθρωση εμφανίζει δυσκαμψία, με το εύρος κίνησής της να είναι σαφώς περιορισμένο. Συγκεκριμένα, η έκταση είναι εφικτή έως τις 0 μοίρες και η κάμψη έως τις 30 μοίρες, όταν οι ίδιες κινήσεις στη δεξιά ποδοκνημική άρθρωση είναι εφικτές έως τις 20 και έως τις 50 μοίρες αντίστοιχα.
Ε. Επισκοπικά, φέρει ουλή μήκους 7 εκατοστών στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνήμης. Στην περιοχή της λεκάνης, στις πρόσθιες λαγόνιες άκανθες και, επίσης, στην περιοχή της αριστερής κνήμης, στην πρόσθια επιφάνεια της, εμφανίζει πολλαπλές ουλές, μήκους 0,5 εκατοστών η κάθε μία. Επιπλέον, στην πρόσθια επιφάνεια του εγγύς τμήματος του αριστερού μηρού, εμφανίζει επιπολής ουλή μήκους 10 εκατοστών και, στην ίδια περιοχή, εμφανίζει και σχηματισμό ουλώδους ιστού στη μάζα του τετρακέφαλου μυός, με αποτέλεσμα να εκλύεται άλγος στην περιοχή κατά την κόπωση.
Κατά την δε εξέτασή του στις 13/10/2017, διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Α. Η άνοδος και η κάθοδος κλίμακας, όπως και το γρήγορο βάδισμα και το τρέξιμο, επιφέρουν ταχέως αίσθημα κόπωσης, αναγκάζοντας τον παθόντα να τα διακόψει. Β. Η παρατεταμένη παραμονή σε καθιστή θέση είναι αδύνατη, λόγω έκλυσης άλγους από την περιοχή της πυέλου και από την περιοχή του αριστερού μείζονα τροχαντήρα, στο αριστερό ισχίο.
Γ. Η αριστερή γαστροκνημία και ο αριστερός μηρός εξακολουθούν να εμφανίζονται ατροφικοί, γεγονός το οποίο αντανακλάται και στην περίμετρό τους κατά τη μεσότητά τους, η οποία υπολείπεται κατά 1 εκατοστό της περιμέτρου της δεξιάς γαστροκνημίας και του αριστερού μηρού αντίστοιχα. Δ. Η αριστερή ποδοκνημική άρθρωση εξακολουθεί να εμφανίζεται σχετικά οιδηματώδης και δύσκαμπτη, χωρίς ουσιαστική βελτίωση του εύρους κίνησής της.
Ε. Ο ουλώδης ιστός στην περιοχή του αριστερού τετρακέφαλου μυός εξακολουθεί να υφίσταται, όπως επίσης εξακολουθεί να εκλύεται άλγος από την ίδια περιοχή κατά την κόπωση. Στα συμπεράσματά του ο ιατρός εκθέτει ότι ο ενάγων υπέστη πολλαπλούς τραυματισμούς, οι οποίοι αφορούν το μυοσκελετικό σύστημα (κατάγματα στη λεκάνη και στην αριστερή κνήμη), το αναπνευστικό σύστημα (κατάγματα πλευρών και πνευμοθώρακας) και το κεντρικό νευρικό σύστημα (υπαραχνοειδής αιμορραγία στον εγκέφαλο).
Στην ιεράρχηση της αντιμετώπισης των κακώσεων αυτών, προτάχθηκε χρονικά η αντιμετώπιση του κατάγματος της διάφυσης αριστερής κνήμης, καθώς το εν λόγω κάταγμα ήταν ανοικτό- υπήρχε λύση της συνέχειας του δέρματος, δηλαδή, στην περιοχή του κατάγματος- με αποτέλεσμα να υφίσταται αυξημένος κίνδυνος μόλυνσης του τραύματος και, κατ' επέκταση, του οστού της κνήμης.
Ακολούθως, όταν η γενική κατάσταση του παθόντος βελτιώθηκε, καθώς, όπως σημειώθηκε, έφερε πολλαπλά κατάγματα πλευρών δεξιά και πνευμοθώρακα, αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά και η διάσταση της ηβικής σύμφυσης, με την τοποθέτηση εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Η παρουσία των δύο αυτών σοβαρών τραυματισμών, καθιστούσε αδύνατη την κινητοποίηση του παθόντος, με αποτέλεσμα να παραμένει κλινήρης.
Η κατάσταση περιπλέχθηκε περαιτέρω, με την υποτροπή του πνευμοθώρακα, την εκ νέου εισαγωγή του παθόντος στο Νοσοκομείο και την τοποθέτηση σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης. Τελικά, η στοιχειώδης κινητοποίησή του κατέστη δυνατή μετά από δύο μήνες, μετά, δηλαδή, από την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης της λεκάνης, καθώς τότε του επιτράπηκε η φόρτιση του δεξιού σκέλους.
Αντίθετα, η εξωτερική οστεοσύνθεση της αριστερής κνήμης παρέμεινε στη θέση της για πέντε, συνολικά, μήνες, καθώς η διαδικασία πώρωσης του κατάγματος της κνήμης είναι μία αργή διαδικασία. Ακόμη και μετά την αφαίρεση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης, όμως, τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας στην περιοχή και δεν επιτράπηκε η φόρτιση του αριστερού σκέλους.
Η φόρτιση αμφότερων των σκελών έγινε δυνατή, τελικά, μετά από τη συμπλήρωση έξι μηνών από τον τραυματισμό, αλλά και πάλι με πολύ εκσεσημασμένη χωλότητα.
Συνεπώς, για διάστημα έξι μηνών, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, με αποτέλεσμα να έχει ανάγκη από τη βοήθεια άλλου ατόμου. Ακολούθως, και για διάστημα δύο μηνών, ο τραυματισθείς βρισκόταν σε βάση σταδιακής επανόδου του σε αυτόνομη κινητικότητα. Μετά από την πάροδο αυτού του διαστήματος -και συνολικά οκτώ μηνών- κατέστη δυνατή η επιστροφή του στην εργασία του.
Εντούτοις, ακόμη και σήμερα, σχεδόν 15 μήνες μετά από τον τραυματισμό του, ο παθών εξακολουθεί να μην έχει επιστρέφει πλήρως στην εργασία του, καθώς, λόγω της έκλυσης άλγους στην περιοχή της πυέλου και του αριστερού μείζονα τροχαντήρα, αδυνατεί να παραμείνει σε καθιστή θέση για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παράλληλα, όπως σημειώθηκε, ορισμένες δραστηριότητες, όπως το γρήγορο βάδισμα, το τρέξιμο, η άνοδος κλίμακας και η κάθοδος κλίμακας εκτελούνται με δυσχέρεια, καθώς επέρχεται ταχέως αίσθημα κόπωσης. Υπεύθυνη για αυτή την κατάσταση είναι η έκλυση άλγους από την περιοχή του αριστερού μηρού, αλλά και η δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης, όπως και η ατροφία των μυών του αριστερού σκέλους.
Στα πλαίσια της αποκαταστάσης του παθόντος, θα απαιτηθεί η πραγματοποίηση πολλαπλών συνεδριών φυσικοθεραπείας. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί η διενέργεια τουλάχιστον 30 συνεδριών φυσικοθεραπείας, το κόστος των οποίων θα ανέλθει σε 1200 ευρώ, καθώς το κόστος κάθε συνεδρίας ανέρχεται σε 40 ευρώ.
Ακόμη και μετά από την πραγματοποίηση, όμως, αυτών των συνεδριών φυσικοθεραπείας, δεν αναμένεται πλήρης αποκατάσταση του παθόντος, καθώς θα απαιτηθεί η παρακολούθηση προγράμματος μυϊκής ενδυνάμωσης για την αντιμετώπιση της ατροφίας των μυών του αριστερού μηρού και της αριστερής γαστροκνημίας, το οποίο κρίνεται σκόπιμο να πραγματοποιηθεί υπό την καθοδήγηση ατόμου εξειδικευμένου στη φυσική αγωγή.
Εκτός της μυϊκής ατροφίας, όμως, υπάρχει και το οίδημα της περιοχής το οποίο δεν αναμένεται να υποχωρήσει ικανοποιητικά μετά από την εκτέλεση των συγκεκριμένων συνεδριών φυσικοθεραπείας, όπως επίσης υπάρχει και η δυσκαμψία της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης. Η υποχώρηση του οιδήματος είναι σταδιακή και είναι ιδιαίτερα πιθανό να μην είναι πλήρης.
Αντίστοιχα, η παραμονή, εν μέρει, της δυσκαμψίας της αριστερής ποδοκνημικής άρθρωσης θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, λόγω της παρατεταμένης ακινητοποίησης του αριστερού σκέλους. Όμως, ο συνδυασμός μυϊκής ατροφίας, οιδήματος στην περιοχή και δυσκαμψίας στην ποδοκνημική άρθρωση, θα συνεχίσει να καθιστά δυσχερή την εκτέλεση της εργασίας του (οδηγού ταξί), καθώς πρόκειται για μία εργασία, στην οποία απαιτείται πολύωρη άσκηση δυνάμεων από τα κάτω άκρα, τα οποία παραμένουν σε εξαρτημένη θέση προς τα κάτω, δηλαδή γεγονός το οποίο επιτείνει το οίδημα στην τραυματισμένη περιοχή.
Συνεπώς, εκτιμάται ότι για διάστημα έξι, τουλάχιστον, μηνών, ο τραυματισθείς θα δύναται να εργασθεί, αλλά με περιορισμούς, καθώς θα έχει ανάγκη μεγαλύτερων διαστημάτων ανάπαυσης μεταξύ των ωρών εργασίας. Η ανάγκη μεγάλων διαστημάτων ανάπαυσης ανάμεσα στις ώρες εργασίας του, είναι ιδιαίτερα πιθανό να παραμείνει για όλο τον εργασιακό του βίο και να καθιστά δυσχερή την εκτέλεση της εργασίας του οδηγού ταξί...
Μετά την έξοδό από το νοσοκομείο στις 25-8-2016 ο ενάγων συνέχισε την κατ' οίκον νοσηλεία του στο σπίτι των γονέων του, όπου για διάστημα 80 ημερών, όπως κατέθεσε ο ίδιος ήταν κλινήρης και στην συνέχεια κινείτο με πατερίτσες, ενώ στις 20 Φεβρουάριου επέστρεψε στην εργασία του, ως οδηγός ταξί... Πριν το ένδικο ατύχημα ο ενάγων εργαζόταν ως οδηγός ταξί σε 12ώρη βάρδια...
ενώ δεν αποδείχθηκε ότι όταν επέστρεψε στην εργασία του εργάζεται μόνο 6 ώρες ημερησίως και ότι το εισόδημά του ελαττώθηκε καθώς, όπως ο ίδιος κατέθεσε, εργάζεται και πάλι 12 ώρες αλλά εντός μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος, με διαστήματα ξεκούρασης. Ο ενάγων λόγω του ένδικου ατυχήματος, του ως άνω τραυματισμού του, της ανικανότητας του για εργασία για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, υπέστη ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος, του είδους και της έντασης της προσβολής, του ποσοστού συνυπαιτιότητας του στην πρόκληση του, της έλλειψης συνυπαιτιότητας του στην έκταση του τραυματισμού του καθώς η μη χρήση κράνους ασφαλείας δεν συνετέλεσε στο τραυματισμό του στην λεκάνη και στο αριστερό του άκρο, απορριπτόμενης της προβληθείσας από την εναγόμενη σχετικής ένστασης ως ουσιαστικά αβάσιμης και της κοινωνικής και οικονομικής του κατάστασης πρέπει να του επιδικαστεί το εύλογο ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητος και δικαστηριακής πρακτικής [ΑΠ 1788/ 2017 ΤΝΠ, ΔΣΑ], απορριπτομένου του μείζονος αιτουμένου συναφώς, ως αβάσιμου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς, που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 12000 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν και όσα υποστηρίζονται με την ένδικη έφεση του ενάγοντος πρέπει να γίνουν δεκτά μερικά, ως ουσιαστικά βάσιμα και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς την αγωγική αξίωση της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως θα πρέπει να του επιδικασθεί για την αιτία αυτή το ως άνω ποσό των 15.000 ευρώ. Τέλος, όπως προεκτέθηκε, το ένδικο ατύχημα προκάλεσε στον ενάγοντα σωματικές βλάβες, οι οποίες περιγράφονται λεπτομερώς στα προαναφερόμενα ιατρικά πιστοποιητικά, και ειδικότερα η προαναφερόμενη βλάβη στη λειτουργικότητα του αριστερού κάτω άκρου είναι τέτοιου χαρακτήρα, ώστε σε συνδυασμό και με το σοβαρό κάταγμα που ο εναγών υπέστη στη λεκάνη, εφεξής θα δύναται μεν να εργασθεί, αλλά με περιορισμούς, καθώς θα έχει ανάγκη μεγαλύτερων διαστημάτων ανάπαυσης μεταξύ των ωρών εργασίας του και, πιθανώς, περιόδων πλήρους αποχής από την εργασία του- περιόδων, δηλαδή, λήψης αναρρωτικής άδειας, το οποίο θα παραμείνει για όλο τον εργασιακό του βίο, καθιστώντας δυσχερή την εκτέλεση της εργασίας του οδηγού ταξί, καθώς πρόκειται για μία εργασία, στην οποία απαιτείται πολύωρη άσκηση δυνάμεων από τα κάτω άκρα, τα οποία παραμένουν σε εξαρτημένη θέση- προς τα κάτω, δηλαδή- γεγονός το οποίο επιτείνει το οίδημα στην τραυματισμένη περιοχή.
Περαιτέρω λόγω των ανωτέρω σωματικών βλαβών του ο εναγών θα αδυνατεί εφ' όρου ζωής να ασχοληθεί, και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικά πάσης φύσεως επαγγέλματα τα οποία απαιτούν ορθοστασία, βάδιση, πολύωρη χρήση και φόρτιση των κάτω άκρων, πολύωρη καθιστική εργασία, χρήση μυϊκής δύναμης, αντοχή, ευκινησία έλξη και ανύψωση βαρών, βαθύ κάθισμα, και εν γένει σωματική καταπόνηση, να ασχοληθεί με αθλητικές δραστηριότητες, να επιδοθεί σε δραστηριότητες πέραν των αναγκαίων καθημερινών και να είναι πλήρως αυτοεξυπηρετούμενος όπως προ του ένδικου ατυχήματος, βλάβες που σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ζωής επιδρούν δυσμενώς στο επαγγελματικό, οικονομικό, κοινωνικό μέλλον του και δικαιολογούν την επιδίκαση σε αυτόν χρηματικού ποσού ως ιδιαίτερη χρηματική παροχή αυτοτελή εκ του άρθρου 931ΑΚ, το οποίο λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία [52 ετών], προσωπικές ιδιότητες του ενάγοντας, την φύση και την έκταση της αναπηρίας του, την κοινωνική του κατάσταση και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, τις συνθήκες τελέσεως του ατυχήματος και τον βαθμό συνυπαιτιότητάς του, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 15.000 ευρώ, ποσό άλλωστε σύμφωνο και με την αρχή της αναλογικότητος και δικαστηριακής πρακτικής [ΑΠ1788/2017 ΤΝΠ, ΔΣΑ].
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την εν λόγω αξίωση ως αβάσιμη, έσφαλε στην ορθή εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης και αφού εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το τμήμα τούτο να γίνει δεκτή η εν λόγω αυτοτελής αγωγική αξίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ και να επιδικασθεί στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.000 ευρώ".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο συνεκδικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 189/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσεσίβλητου οδηγού του δίκυκλης μοτοσυκλέτας, με επιδίκαση συνολικού ποσού 20.205 ευρώ, απέρριψε εκείνη της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή εκείνη του αναιρεσίβλητου, και την οποία (απόφαση) εξαφάνισε και στη συνέχεια κρατώντας και δικάζοντας κατ'ουσίαν την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, επιδικάζοντας συνολικό ποσό 38.372 ευρώ.
Κατά τα ως άνω το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση επιδίκασης υπέρ του αναιρεσίβλητου και εύλογης, κατά τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 931 ΑΚ, αποζημίωσης, δεδομένου ότι: α) εξαιτίας του τραυματισμού του από το ένδικο ατύχημα προκλήθηκαν σ'αυτόν σωματικές βλάβες στη λειτουργικότητα του αριστερού κάτω άκρου που σε συνδυασμό και με το σοβαρό κάταγμα της λεκάνης, έχουν ως αποτέλεσμα το ότι θα δύναται μεν να εργασθεί, αλλά με περιορισμούς, καθώς θα έχει ανάγκη μεγαλύτερων διαστημάτων ανάπαυσης μεταξύ των ωρών εργασίας του και, πιθανώς, περιόδων πλήρους αποχής από την εργασία του, απαιτούμενης, δηλαδή, λήψης αναρρωτικής άδειας, πράγμα το οποίο θα παραμείνει για όλο τον εργασιακό του βίο, καθιστώντας δυσχερή την εκτέλεση της εργασίας του οδηγού ταξί, καθώς πρόκειται για μία εργασία, στην οποία απαιτείται πολύωρη άσκηση δυνάμεων από τα κάτω άκρα, τα οποία παραμένουν σε εξαρτημένη θέση- προς τα κάτω, δηλαδή- γεγονός το οποίο επιτείνει το οίδημα στην τραυματισμένη περιοχή, β) Περαιτέρω λόγω των ανωτέρω σωματικών βλαβών του ο αναιρεσίβλητος θα αδυνατεί εφ' όρου ζωής να ασχοληθεί, και σε κάθε περίπτωση δεν θα είναι σε θέση να ασκήσει αποτελεσματικά πάσης φύσεως επαγγέλματα τα οποία απαιτούν ορθοστασία, βάδιση, πολύωρη χρήση και φόρτιση των κάτω άκρων, πολύωρη καθιστική εργασία, χρήση μυϊκής δύναμης, αντοχή, ευκινησία έλξη και ανύψωση βαρών, βαθύ κάθισμα, και εν γένει σωματική καταπόνηση, και γ) ο αναιρεσίβλητος θα αδυνατεί εφ'όρου ζωής να ασχοληθεί με αθλητικές δραστηριότητες, να επιδοθεί σε δραστηριότητες πέραν των αναγκαίων καθημερινών και να είναι πλήρως αυτοεξυπηρετούμενος όπως προ του ένδικου ατυχήματος, βλάβες, και συνεπώς οι βλάβες αυτές επιδρούν δυσμενώς στο επαγγελματικό, οικονομικό, κοινωνικό μέλλον του.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου την παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 931 Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης.
Κατ' ακολουθίαν, οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως διατείνεται:
α) δεν διαλαμβάνεται εάν ο αναιρεσίβλητος έχει κριθεί από τον αρμόδιο ασφαλιστικό του φορέα ανάπηρος και κατά ποίο ποσοστό, β) η παραδοχή περί της επιστροφής του αναιρεσίβλητου στην εργασία του ως οδηγού ταξί με απασχόληση 12ωρου και με τα αυτά εισοδήματα έρχεται σε αντίθεση με εκείνη περί της δυσχερείας του ως προς την εν λόγω απασχόληση του εξ αιτίας των σωματικών του βλαβών και γ) είναι άνευ σημασίας η παραδοχή περί της αδυναμίας του αναιρεσίβλητου προς άσκηση άλλων επαγγελμάτων που απαιτούν ορθοστασία, βάδιση κ.λ.π.
Οι ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, με τις οποίες υπό την επίκληση της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα του Εφετείου και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Περαιτέρω με τις ως άνω κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, καθορίζοντας το ποσό της πρόσθετης εκ του άρθρου 931 του Α.Κ. χρηματικής παροχής στο ποσό των 15.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αλλά και ούτε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει (και μάλιστα καταφανώς) το συνήθως επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Κατ' ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 931 του Α.Κ., αποδίδει στην πληττομένη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, για την προεκτεθείσα αιτία το ως άνω ποσό, το οποίο όμως είναι καταφανώς μεγαλύτερο του συνήθως επιδικαζομένου για ανάλογες περιπτώσεις, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, λόγω ηθικής βλάβης, στο παραπάνω ποσό (15.000 ευρώ) δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττομένη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του 932 του Α.Κ., του επιδίκασε, ως εύλογη χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό αυτό, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ β) εδ. δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.8.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 737/2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2233/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ