Legislator Case Law & Legislation
1438/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling rejecting bank's claim for unclear guarantee contract terms.

Case Number 1438/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the bank's lawsuit. The bank argued the lower court erred in finding the guarantee contract vague without explaining why the actual debt exceeded the contract limit. The court rejected this, ruling the appeal arguments were baseless because the lower court correctly identified the lack of clarity in the contract terms as the sole ground for dismissal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; A civil claim is inadmissible if the complaint lacks a clear statement of facts legally sufficient to found the claim, and an appellate court cannot overturn a final decision based on a finding of vagueness if the lower court's reasoning directly supports that conclusion.

Keywords

AI generated
inadmissible claim vague complaint appeal dismissal guarantee contract unclear terms legal sufficiency court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 495 and 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) and (14) of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 12(2) of Law 4055/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1438 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1438/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Κ., συζύγου Γ. Θ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων των Ν. Κ. και Η. Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αλίκης Μπόκια και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/10/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3691/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3805/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/5/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 3805/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της 3691/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 26-10-2000 αγωγή της με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν να της καταβάλλουν τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά καθένας, με την εκτιθέμενη ιδιότητα των κληρονόμων του εγγυητή από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η προστασία και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1233/2012).

Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συντρέχει αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1825/2014).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη και έτσι, κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου ή παρά το νόμο κηρύσσει τέτοια ακυρότητα (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 387/2015, ΑΠ 502/2014).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 361, 847 και 851 του ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση της εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή και αντισυμβαλλόμενό του την ευθύνη ότι η οφειλόμενη από τον πρωτοφειλέτη παροχή θα καταβληθεί σ' εκείνον από τον πρωτοφειλέτη ή από τον ίδιο. Επομένως, περιεχόμενο της εγγύησης είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος.

Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή η συναίνεση του οφειλέτη Η κύρια παροχή μπορεί να είναι χρηματική ή και οποιουδήποτε άλλου είδους. Ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, ήτοι ενέχεται όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης έναντι του δανειστή του, με τη διαφορά ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την εκπλήρωση της οφειλής άλλου (του πρωτοφειλέτη).

Όταν, όμως, καταβάλλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και την δική του παροχή, που ακριβώς κατευθύνεται στην επίτευξη της εκπλήρωσης της παροχής του πρωτοφειλέτη (ΑΠ 1226/2015). Ο εγγυητής, ως εκ του παρεπόμενου χαρακτήρα της εγγύησης σε σχέση με την κύρια οφειλή, ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, με βάση τη σύμβαση μεταξύ δανειστή και πρωτοφειλέτη που είχε καταρτισθεί μέχρι τη σύναψη της εγγύησης, ανεξάρτητα αν καθίσταται μεγαλύτερη.

Όμως, επειδή η διάταξη του άρθρου 851 ΑΚ, είναι ενδοτικού δικαίου, οι συμβαλλόμενοι είναι ελεύθεροι να διαμορφώσουν ελεύθερα κατά τη βούλησή τους την εγγύηση. Έτσι, μπορούν, είτε ταυτόχρονα με τη σύσταση της εγγύησης είτε με μεταγενέστερη σύμβαση, να καθορίσουν την ευθύνη του εγγυητή στενότερα από την άνω διάταξη.

Σύμφωνα δε με αυτά, μπορεί να συμφωνήσουν, ότι ο εγγυητής αναλαμβάνει την ευθύνη και εγγυάται για ένα μόνο μέρος του χρέους, ακόμη και της κύριας οφειλής, του πρωτοφειλέτη προς το δανειστή. Ο δανειστής, ασκώντας αγωγή κατά του εγγυητή για καταβολή του χρέους που δεν καταβάλει ο πρωτοφειλέτης, πρέπει να επικαλεστεί τη σύμβαση με τον πρωτοφειλέτη, την μεταξύ αυτού και του εγγυητή σύμβαση της εγγύησης κατά το περιεχόμενό της, ήτοι την παροχή που αφορά και την έκταση της ευθύνης, το ύψος της οφειλής του πρωτοφειλέτη και την υπερημερία του τελευταίου.

Εάν ο δανειστής ισχυρίζεται ότι ο εγγυητής ευθύνεται ως αυτοφειλέτης και για όλη την έκταση της οφειλής, σύμφωνα με το άρθρο 851 ΑΚ, την ύπαρξη ειδικού συμβατικού, μεταξύ δανειστή και εγγυητή, όρου, με τον οποίο περιορίζεται η ευθύνη του εγγυητή σε μέρος μόνο της οφειλής, πρέπει να επικαλεστεί και αποδείξει ο εγγυητής, δεδομένου ότι αυτός ο ισχυρισμός περιορισμού της ευθύνης συνιστά ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του δανειστή (ΑΠ 1486/1997).

Συνεπώς, δεν αποτελεί η αναφορά του περιορισμού αυτού, στοιχείο της βάσεως της αγωγής. Εάν, όμως, στο δικόγραφο της αγωγής, ο δανειστής, εκθέτει το περιεχόμενο της σύμβασης εγγύησης και ισχυρίζεται ότι η ευθύνη του εγγυητή ανέρχεται κατά τη σύμβαση εγγύησης σε μέρος μόνο της οφειλής, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής, για το ορισμένο αυτής, ώστε να καλύπτεται ο σκοπός της δυνατότητας του δικαστηρίου να κρίνει και στον εναγόμενο εγγυητή να αμυνθεί, αποδεχόμενος την προσδιοριζόμενη ευθύνη του ή αμφισβητώντας το καθοριζόμενο από το δανειστή ύψος αυτής, να αναφέρει το συγκεκριμένο ύψος για το οποίο συντρέχει, κατά τη σύμβαση, η εγγύηση.

Τούτο μάλιστα διότι, ως προς το επιπλέον μέρος της οφειλής, δεν ευθύνεται ο εγγυητής και η αγωγή, κατά το μέρος που θα ζητεί την καταβολή και του πέραν της ευθύνης του εγγυητή, ποσού της συνολικής οφειλής του πρωτοφειλέτη, σύμφωνα με τα ιστορούμενα για το ύψος της ευθύνης του εγγυητή, θα είναι μη νόμιμη, αφού δεν θα στηρίζει το αίτημα για καταβολή του επιπλέον αυτού μέρους της οφειλής.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με την ένδικη αγωγή, η αναιρεσείουσα, ιστορούσε ότι ο Ν. Κ., με σύμβαση που κατάρτισε με την ίδια, εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπόλοιπου που θα όφειλε στην αναιρεσείουσα η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", από τη μεταξύ τους σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού που είχε συναφθεί στις 6-2-1976 και τις αναφερόμενες αυξητικές συμβάσεις αυτής, μέχρι του ποσού των επτά εκατομμυρίων δραχμών, πλέον τόκων και εξόδων. Η ανωτέρω σύμβαση εγγύησης καταρτίστηκε κατά την υπογραφή της από 20.2.1976 αυξητικής σύμβασης.

Ότι ο Ν. Κ., κατάρτισε επίσης με την αναιρεσείουσα και την από 23-2-1978 αυτοτελή σύμβαση παροχής εγγύησης, με την οποία, αφού έλαβε γνώση ολόκληρου του περιεχόμενου των επίδικων συμβάσεων αλληλόχρεου λογαριασμού που είχαν συναφθεί μεταξύ της αναιρεσείουσας και της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, καθώς και της πίστωσης που ανέρχονταν σε 82.000.000 δραχμές, εγγυήθηκε προς αυτήν την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπόλοιπου, πλέον τόκων, προμηθειών, εξόδων, λοιπών επιβαρύνσεων κλπ, της πίστωσης από τις συμβάσεις αυτές, καθώς και την εκπλήρωση από την πιστούχο εταιρεία όλων των υποχρεώσεων που ανέλαβε με τις πιστώσεις αυτές, ενεχόμενος εις ολόκληρον με την πιστούχο ως αυτοφειλέτης.

Ότι, με την ως άνω από 23-2-1978 αυτοτελή σύμβαση παροχής εγγύησης, συμφωνήθηκε ότι η παρεχόμενη εγγύηση, όσον αφορά το Ν. Κ. και η ευθύνη αυτού ως εγγυητή έναντι της αναιρεσείουσας, με ειδική συμφωνία, περιορίζεται και εκτείνεται μόνο και αποκλειστικά μέχρι την αξία του ποσοστού τεσσάρων εκ των 4/6 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου ακινήτου, στο οποίο επρόκειτο να δοθεί προσημείωση υποθήκης, ότι με βάση αυτή τη συμφωνία, η μεν αναιρεσείουσα τράπεζα υποχρεούται να αποδεχθεί και αποδέχεται την ικανοποίησή της μόνο δια του ακινήτου αυτού, ο δε εγγυητής Ν.

Κ., απαλλάσσεται από οποιαδήποτε άλλη ευθύνη και υποχρέωσή του ως εγγυητής προς την αναιρεσείουσα τράπεζα μετά την εκπλειστηρίαση του ακινήτου, είτε με επίσπευση της αναιρεσείουσας, είτε με επίσπευση τρίτου και ανεξάρτητα από το πλειστηρίασμα που θα ε πιτευχθεί, ότι ο περιορισμός αυτός της ευθύνης του εγγυητή Ν.

Κ., αφορά την ευθύνη αυτού πέραν του ποσού των επτά εκατομμυρίων δραχμών και δεν αφορά ούτε θίγει την με βάση τη σύμβαση πιστώσεως παρασχεθείσα εγγύηση για το ποσό των επτά εκατομμυρίων δραχμών, η οποία, σε κάθε περίπτωση, παραμένει ισχυρή και χωρίς κανένα περιορισμό και με την οποία η αναιρεσείουσα τράπεζα θα μπορούσε να επιληφθεί και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Ν.

Κ. για την ικανοποίησή της. Ότι η αναιρεσείουσα, την 1-10-1980, έκλεισε οριστικά τους αναφερόμενους στην αγωγή αλληλόχρεους λογαριασμούς, μέσω των οποίων κινήθηκε η ως άνω πίστωση, οι οποίοι, κατά την ημερομηνία αυτή, παρουσίαζαν σε βάρος της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή συνολικό χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 88.997.882 δραχμών, ότι το κλείσιμο των ως άνω αλληλόχρεων λογαριασμών, καθώς και το χρεωστικό κατάλοιπο σε βάρος του προαναφερόμενου εγγυητή, η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στον εγγυητή με την από 14-10-1980 επιστολή της που επιδόθηκε σ' αυτόν με την .../29-10-1980 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Β.

Π.. Ότι ο Ν. Κ. απεβίωσε στις 30-3-1996 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου και από τα δύο τέκνα του (αναιρεσίβλητους) κατά ποσοστό 3/8 από καθένα, ότι το αρχικά οφειλόμενο προς την αναιρεσείουσα ποσό ήταν 512.483.471 δραχμές (ήτοι 88.997.882 δραχμές το χρεωστικό κατάλοιπο, 15.507.619 δραχμές οι μεταγενέστερες του κλεισίματος χρεώσεις και 455.422.329 δραχμές δεδουλευμένοι και οφειλόμενοι τόκοι υπερημερίας του παραπάνω κεφαλαίου από 1-10-1980 μέχρι 11-2-2000 μείον 47.444.359 δραχμές οι πιστώσεις.

Ότι με την 7685/1985 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έχει καταστεί αμετάκλητη, επιδικάστηκε υπέρ της αναιρεσείουσας μέρος της ως άνω απαίτησής της από την παραπάνω σύμβαση πιστώσεως κατά του εγγυητή αυτοφειλέτη Ν. Κ. και δη ποσό 7.000.000 δραχμών εντόκως από 29-7-1982 μέχρις εξοφλήσεως, ότι το επιδικασθέν σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ποσό των 7.000.000 δραχμών, πρέπει να αφαιρεθεί από το προμνημονευόμενο κατάλοιπο των 88.997.882 δραχμών, οπότε υπολείπεται το ποσό των 81.997.882 δραχμών, ότι η συνολική οφειλή των αναιρεσίβλητων υπάγεται στις διατάξεις του ν. 2912/2002 και ν. 359/2004 και ανέρχεται τελικά σε 449.835,30 ευρώ, στο οποίο παραδεκτά περιορίστηκε η οφειλή με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας.

Ότι στο μεταξύ στις 14-7-2002 απεβίωσε και η σύζυγος του ως άνω εγγυητή και τη δίκη συνεχίζουν τα τέκνα της αναιρεσίβλητοι και ότι με βάση το ιστορικό ζήτησε, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να της καταβάλουν καθένας νομιμοτόκως το ποσό των 224.917,65 ευρώ, και ειδικότερα ποσό 168.688,20 ευρώ καθένας με βάση την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτων κληρονόμων κατά ποσοστό καθένας 3/8 του εγγυητή πατέρα τους Ν.

Κ. και ποσό 56.229,40 ευρώ καθένας με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κατά ποσοστό καθένας κατά το 1/2 κληρονόμων της μητέρας τους Η. Κ., που είχε κληρονομήσει το σύζυγό της κατά ποσοστό 2/8, και ότι αρνούνται να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά. Με το περιεχόμενο τούτο της αγωγής, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ειδικότερα με την ακόλουθη αιτιολογία: "η ενάγουσα αναφέρει στην αγωγή της ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και του εγγυητή Ν.

Κ. ότι η ευθύνη του τελευταίου περιορίζεται και εκτείνεται μόνον αποκλειστικώς μέχρι της αξίας και δια της αξίας του υπ' αυτού μέλλοντος να δοθεί σε προσημείωση υποθήκης ποσοστού τεσσάρων εκ των 4/6 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, που περιγράφεται στην αγωγή. Έτσι, εξαρτήθηκε ο προσδιορισμός του ύψους της παρεχόμενης εγγυήσεως από την αξία του ως άνω ποσοστού εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου στο αγωγικό δικόγραφο ακινήτου, η οποία (αξία) συνομολογήθηκε μεταξύ του εγγυητή και της ενάγουσας τράπεζας ότι θα είναι το ανώτατο όριο της εγγύησης, δεδομένου ότι υπό τα εκτιθέμενα συμφωνήθηκε η παραχώρηση εκ μέρους του εγγυητή προσημείωσης υποθήκης στο άνω ακίνητο και περαιτέρω η ικανοποίησή της αποκλειστικώς εξ αυτού.

Η ενάγουσα όμως δεν αναφέρει στην αγωγή της ούτε την αξία του παραπάνω ακινήτου ούτε την αξία του ιδανικού μεριδίου του εγγυητή επ' αυτού (4/6 εξ αδιαιρέτου) κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης ή κατά το χρόνο του κλεισίματος του επίδικου αλληλόχρεου λογαριασμού (οπότε το χρέος κατέστη απαιτητό), ούτε εάν γράφτηκε προσημείωση επί του παραπάνω ακινήτου και για ποιο ποσό, ενόψει του ότι και τα συμβληθέντα μέρη στην επίδικη σύμβαση αναφέρθηκαν σε "ειδική συμφωνία" του είδους και της ιδιομορφίας της επικαλούμενης συμβάσεως (της συμβατικής δέσμευσής της για κατ' αποκλειστικότητα ικανοποίησή της εκ μόνου του ακινήτου), που έρχεται σε αντίθεση με το αίτημά της για καταβολή εκ μέρους των εναγομένων του συνόλου της οφειλής, καθιστώντας πρόδηλη την ανάγκη προηγούμενης ερμηνείας των όρων της άνω συβάσεως, ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο στην κατ' ουσίαν ή όχι παραδοχή της αγωγής (αίτημα/ερμηνεία) που υποβάλλει οψίμως με την κρινόμενη έφεση.

Περιστατικό ενισχυτικό της ως άνω άποψης αποτελεί και η επίκληση εκ μέρους της ενάγουσας στο οικείο δικόγραφο (σελίδα 9 της αγωγής) ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτής και του εγγυητή Ν. Κ.) ότι ο τελευταίος θα απαλλάσσεται οποιασδήποτε υποχρέωσης και ετέρας ευθύνης ως εγγυητής προς την τράπεζα μετά την εκπλειστηρίαση του ακινήτου είτε επισπεύσει της τράπεζας είτε επισπεύσει τρίτου και ασχέτως του επιτευχθησόμενου εκπλειστηριάσματος, χωρίς ωστόσο περαιτέρω να αναφέρει, αν το παραπάνω ακίνητο έχει μέχρι σήμερα εκπλειστηριαστεί (ενόψει του ανωτέρω προεκτεθέντος όρου και για ποιο ποσό, ώστε να δύναται να γίνει συσχετισμός της οφειλής των εναγομένων με το ποσό του εκπλειστηριάσματος μέχρι του οποίου θα έπρεπε να περιοριστεί η αξίωση της ενάγουσας).

Επίσης, δεν αναφέρεται στην αγωγή α) το ύψος της οφειλής συνολικά κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως εγγυήσεως και κατά το χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως (για την περίπτωση που η τελευταία έχει εγγραφεί). Τέλος δε δεν δίδεται ουδεμία εξήγηση στην αγωγή για ποιο λόγο ενώ η επίδικη σύμβαση εγγυήσεως είχε παρασχεθεί για σύμβαση με όριο 82.000.000 δρχ., κατά την ημέρα του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού το χρεωστικό κατάλοιπο ανερχόταν σε 88.997.882 δρχ.".

Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της 3691/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει όμοια. Οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αίτησης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, απαιτώντας στοιχεία που δεν είναι αναγκαία για την πληρότητά της, δεδομένου ότι ο ποσοτικός περιορισμός της ευθύνης του εγγυητή για τον καθορισμό της αξίας του επίδικου ακινήτου είναι κρίσιμος κατά την εκτέλεση της απόφασης που θα εκδοθεί επί της ένδικης αγωγής και δεν αποτελεί στοιχείο αυτής, καθώς επίσης και διότι ο περιορισμός της ευθύνης αποτελεί περιεχόμενο ένστασης που θα έπρεπε να προτείνουν και αποδείξουν οι αναιρεσίβλητοι.

Σύμφωνα με το εκτεθέν από το Εφετείο περιεχόμενο της αγωγής, η ευθύνη του κληρονομηθέντα από τους αναιρεσίβλητους εγγυητή, δεν κάλυπτε, κατά την εκτιθέμενη σύμβαση εγγύησης, ολόκληρο το ποσό της οφειλής της πρωτοφειλέτριας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", αλλά μέρος μόνο αυτής.

Η συμφωνηθείσα με τη σύμβαση εγγύησης εγγυητική ευθύνη αυτού, εκτείνονταν αποκλειστικά μέχρι την αξία και δια της αξίας του προσδιοριζόμενου ιδανικού μεριδίου του επί του περιγραφόμενου ακινήτου. Ο εγγυητής δεν ευθύνονταν για το μέρος της οφειλής πέραν της αξίας του μεριδίου του στο ακίνητο. Εφόσον δε το περιεχόμενο της εγγύησης ως προς το ύψος της ευθύνης του εγγυητή, προσδιορίζεται με την αγωγή σε μέρος μόνο της οφειλής (για την περίπτωση που αυτή ανέρχονταν σε ύψος μεγαλύτερο της αξίας του ακινήτου), είναι αναγκαία, για το, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής της αναιρεσείουσας δανείστριας τράπεζας, η μνεία του ποσού της αξίας είτε ολόκληρου του ακινήτου που περιγράφεται, ώστε με την εκτέλεση των μαθηματικών πράξεων να μπορεί να βρεθεί η αξία του μεριδίου του εγγυητή, είτε η αξία του μεριδίου αυτού, καθόσον είναι απαραίτητο για τον προσδιορισμό της έκτασης της ευθύνης του ως άνω εγγυητή.

Τούτο διότι, αφού ο εγγυητής δεν ευθύνεται για την καταβολή ολόκληρης της σε βάρος της πρωτοφειλέτριας απαίτησης της αναιρεσείουσας, αλλά μόνο μέχρι της αξίας του μεριδίου του εγγυητή στο αναφερόμενο ακίνητο, η αξίωση της αναιρεσείουσας για καταβολή από τον εγγυητή της οφειλής πέραν του ποσού της εγγυητικής του ευθύνης, δεν είναι νόμιμη.

Η αιτίαση ότι ο περιορισμός αποτελεί ένσταση, στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για περιορισμό πέραν της έκτασης που προσδιορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά για την έκταση αυτής καθ'εαυτής της ευθύνης του εγγυητή κατά τη συμφωνία που περιγράφεται στο δικόγραφο.

Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που δέχθηκε τα ίδια, και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, ορθά και σύμφωνα με το νόμο, απαίτησε στοιχείο που είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής και δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής και συνεπώς δεν έσφαλε που κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής λόγω ποσοτικής αοριστίας της.

Κατ' ακολουθίαν, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναίρεσης. Η προαναφερόμενη αοριστία της αγωγής, με την παράλειψη εκθέσεως του ως άνω στοιχείου, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόρριψης αυτής λόγω απαραδέκτου συνεπεία της αοριστίας της.

Συνεπώς, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζονται στη θεμελίωση της αοριστίας της αγωγής επειδή δεν εκτίθεται στο δικόγραφο αυτής εάν γράφτηκε προσημείωση επί του παραπάνω ακινήτου και για ποιο ποσό, ότι δεν αναφέρεται αν το ένδικο ακίνητο έχει εκπλειστηριαστεί και ποιο είναι το ποσό του εκπλειστηριάσματος, το ύψος της οφειλής συνολικά κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως εγγυήσεως και κατά το χρόνο εγγραφής της προσημειώσεως (για την περίπτωση που η τελευταία έχει εγγραφεί), είναι αλυσιτελείς.

Τούτο διότι, το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, με βάση τις οποίες διαπιστώνεται η αοριστία της αγωγής, αλλά μόνο στη μια από αυτές, την αναφερόμενη ανωτέρω, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με το λόγο της αναίρεσης (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1825/2017). Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι η προσβαλλόμενη δεν στηρίζει την αοριστία της αγωγής στη μη αναφορά του εκπλειστηριασμού του επιδίκου ακινήτου και του τυχόν επιτευχθέντος πλειστηριάσματος, αλλά περιλαμβάνει την περικοπή αυτή ως ενισχυτικό στοιχείο της άποψης περί υπάρξεως συμβατικής δέσμευσης για "κατ' αποκλειστικότητα ικανοποίηση της αναιρεσείουσας εκ μόνου του ακινήτου" και ευθύνη του εγγυητή μέχρι της αξίας αυτού, και μολονότι πραγματικά δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να διαλαμβάνεται η εγγραφή ή μη προσημείωσης υποθήκης στο ακίνητο υπέρ της αναιρεσείουσας και το ποσό για το οποίο γίνεται η εγγραφή.

O λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ? αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ? αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.

Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ((Ολ ΑΠ 26/2004, ΑΠ 71/2016, ΑΠ 25/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, επικαλείται ότι το Εφετείο, με ψευδή ερμηνεία παραβίασε το άρθρο 361, σε συνδυασμό με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, και με εσφαλμένη εφαρμογή τους απαίτησε για το παραδεκτό της αγωγής την αξία του ακινήτου ή του μεριδίου του εγγυητή κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εγγύησης ή εκείνον της εγγραφής προσημείωσης ή τουλάχιστον του κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σύμβασης κρίσιμος είναι ο χρόνος του πλειστηριασμού του ακινήτου, όπως προκύπτει με βάση την αληθινή βούληση των μερών και τις αρχές της καλής πίστης, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε.

Αποδίδει δε την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αξίωσε παραπάνω στοιχεία με όσα απαιτεί το πραγματικό των άνω διατάξεων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, το αποδιδόμενο σφάλμα, δεν αφορά το πόρισμα του Εφετείου ως προς την ερμηνεία δικαιοπρακτικής δήλωσης της βούλησης των μερών, όπως απαιτείται από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, αλλά την κρίση τούτου ως προς το περιεχόμενο που κατά το Δικαστήριο έπρεπε να περιέχει η αγωγή, για τον προσδιορισμό της έκτασης της ευθύνης του εγγυητή, καθώς και επειδή δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι το Εφετείο διαπίστωσε, άμεσα ή έμμεσα, κενό, ασάφεια ή αμφιβολία ως προς δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων, ώστε να πρέπει να προσφύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Εξάλλου, ως προς την αιτίαση ότι παραβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με εσφαλμένη εφαρμογή τους, ο λόγος είναι αβάσιμος, στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, ώστε να συντρέχει περίπτωση παραβίασής τους. Τέλος, ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, δεδομένου ότι και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης, που το διατακτικό της για το απαράδεκτο της αγωγής στηρίζει στην προεκτεθείσα έλλειψη αναγκαίου στοιχείου.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για την παραδοχή της ότι "δεν δίδεται ουδεμία εξήγηση στην αγωγή για ποιο λόγο ενώ η επίδικη σύμβαση εγγυήσεως είχε παρασχεθεί για σύμβαση με όριο 82.000.000 δρχ., κατά την ημέρα του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού το χρεωστικό κατάλοιπο ανερχόταν σε 88.997.882 δρχ.", με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της τον θεμελιωτικό της αγωγής ισχυρισμό της, τον οποίο επανέφερε με την έφεση, ότι ο εγγυητής εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης για κάθε χρεωστικό υπόλοιπο από την πιστωτική σύμβαση με όριο της πίστωσης το ποσό των 82.000.000 δρχ, πλέον τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων και σε κάθε περίπτωση η έλλειψη εξήγησης δεν καθιστά την αγωγή αόριστη.

Με το λόγο αυτό αποδίδει στην πληττόμενη σφάλμα με βάση τους λόγους του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, αφού το Εφετείο δεν αναφέρει την έλλειψη εξήγησης της διαφοράς του ποσού της πίστωσης και του χρεωστικού καταλοίπου ως στοιχείο αοριστίας της αγωγής και έτσι, πλήττεται παραδοχή του δικαστηρίου, η οποία δεν στηρίζει το διατακτικό της απόφασής του, εκτός του ότι είναι και αλυσιτελής, καθόσον, και υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του, δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της απόφασης, αφού η αγωγή είναι πράγματι αόριστη συνεπεία της προαναφερόμενης έλλειψης.

Πέραν δε τούτου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι από το εκτιθέμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση περιεχόμενο της αγωγής, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ολόκληρο το περιεχόμενο του δικογράφου και την επικαλούμενη στον τρίτο λόγο αναίρεσης αναφορά ότι ο εγγυητής εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης για κάθε χρεωστικό υπόλοιπο από τη σύμβαση πίστωσης με όριο της πίστωσης το ποσό των 82.000.000 δρχ., πλέον τόκων και λοιπών επιβαρύνσεων.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 30-5-2016 αίτηση για αναίρεση της 3805/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική 376/30-5-2016 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-5-2016 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 3805/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ