Supreme Court dismisses appeal against car accident compensation, upholding lower court's reasonable damages award.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision awarding 12,000 euros in compensation for physical and moral damages from a car accident. The appellant argued the amount violated the principle of proportionality and exceeded judicial discretion, while the opposing party contended the sum was fully justified by the severity of the injuries. The court rejected these claims, ruling that the awarded amount was reasonable, consistent with judicial practice, and did not infringe upon constitutional rights.
Legislator headnote
AI generatedArt. 932 of the Civil Code; Art. 25 of the Constitution: The Supreme Court holds that a court's assessment of damages for personal injury is not subject to appellate review unless it violates legal rules, and an award is valid if it is reasonable and within the limits of judicial discretion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1438 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1438/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Κ. Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-11-2005 και 13-5-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3897/2008 εν μέρει οριστική και 1686/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5006/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-11-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε την από 30-9-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-11-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5006/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 61 § 1 του ν. 4194/2013, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 8α’ του ν. 4205/2013: "Ο δικηγόρος για την άσκηση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων και για την παράστασή του ενώπιον των Δικαστηρίων και των Δικαστικών Συμβουλίων, ενώπιον Δικαστών με την ιδιότητά τους ως ανακριτών ή εισηγητών ή εντεταλμένων Δικαστών και γενικά για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με την έναρξη και τη διεξαγωγή της δίκης, το στάδιο της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς ή της εξωδικαστικής διαμεσολάβησης ή δικαστικής μεσολάβησης ή της διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαδικασίες παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας ή έκδοσης δικαστικής διαταγής, υποχρεούται να προκαταβάλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο εισφορές, αποκλειστικά και μόνο στις περιπτώσεις, που προβλέπονται στο Παράρτημα
ΙΙΙ, οι οποίες προορίζονται για: αα) την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των υπηρεσιών του Συλλόγου, ββ) την απόδοση ως πόρου, στον τομέα Επικουρικής Ασφάλισης Δικηγόρων (ΤΕΑΔ) του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων (ΕΤΑΑ), γγ) την απόδοση ως πόρου στον αντίστοιχο για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο Τομέα Προνοίας Υγείας του ΕΤΑΑ ή Ταμείο Αλληλοβοήθειας ή Λογαριασμούς Ενίσχυσης και Αλληλοβοήθειας Δικηγόρων (ΛΕΑΔ) και δδ) την απόδοση ως πόρου στον Ειδικό Διανεμητικό Λογαριασμό νέων δικηγόρων του άρθρου 33 του ν. 2915/2001 (Α’ 109), όπου ισχύει".
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 61 § 4 εδ. α’ του ν. 4194/2013, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 § 8γ’ του ν. 4205/2013: "Ο δικηγόρος για την κατάθεση κάθε είδους ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων, καθώς και για την παράστασή του κατά τη συζήτηση των ανωτέρων ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ενώπιον των Δικαστηρίων και Δικαστών οφείλει, στο πλαίσιο της υποχρέωσης προκαταβολής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, να καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, αλλιώς η αντίστοιχη διαδικαστική πράξη είναι απαράδεκτη...".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, στη σειρά της, κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, η αναιρεσείουσα παραστάθηκε στο ακροατήριο με τη δικηγόρο Πειραιώς Κ.
Δ., πλην, όμως, στο φάκελο της δικογραφίας δεν υπάρχει το απαιτούμενο από τις ως άνω διατάξεις γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς που να αφορά στην παράσταση της προαναφερόμενης δικηγόρου ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού. Επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του ν. 4194/2013, η παράσταση της παραπάνω δικηγόρου στο ακροατήριο είναι απαράδεκτη, με συνέπεια, η αναιρεσείουσα, να θεωρείται δικονομικώς απούσα.
Δεδομένου, όμως, ότι, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αριθμ. .../14-7-2015 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Α. Φ., η παρούσα συζήτηση επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της ως άνω πληρεξουσίας δικηγόρου της οποίας, νομίμως διορισθείσας (βλ. το υπ’ αριθμ. .../13-11-2014 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Αθηνών Γεωργίου Θωμά Στεφανάκου), επιδόθηκε στην παριστάμενη αναιρεσίβλητη ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 22-11-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 5006/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή (αναιρεσείουσα) παρούσα.
Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια:
το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού, δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (ΑΚ 932).
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με την νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμοδίων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει, τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες, να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που όπως αναφέρθηκε απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ.
το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα, και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί, γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες, του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ’ αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων ης διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.ΑΠ 9/2015) .
Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μετά από εξαφάνιση, κατόπιν της από 30-5-2009 εφέσεώς της, της υπ’ αριθμ. 3897/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το ποσό 12.000 ευρώ και να επικυρώσει την υπ’ αριθμ, 1686/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η οποία επιδίκασε σ’ αυτήν ως πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ, παραβίασε ευθέως, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησής της, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 § 1 Συντάγματος, την οποία εάν τηρούσε, όπως όφειλε, έπρεπε να της επιδικάσει τα ποσά των 100.000 ευρώ και 5.000 ευρώ, αντίστοιχα, τα οποία είναι δίκαια και εύλογα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 5006/2010 απόφασή του, καθόσον αφορά στα προσβληθέντα με την ως άνω έφεση της αναιρεσείουσας κεφάλαια χρηματικής ικανοποίησης των υπ’ αριθμ. 3897/2008 και 1686/2009 αποφάσεων, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Α) ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΠΟ 15-11-2005 ΑΓΩΓΗ: "Το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 30-7-2005 και περί ώρα 13.15’ στην Αθήνα όταν η ενάγουσα βάδιζε στο πεζοδρόμιο της οδού ...
από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του με αρ. κυκλ. ... ΔΧ αυτοκινήτου ταξί, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, όπως έκριναν οι εκκαλούμενες, οι οποίες δεν προσβάλλονται ως προς το κεφάλαιο αυτό. Από το ατύχημα η ενάγουσα υπέστη ανοικτό κάταγμα κάτω τριτημορίου αριστερής κνήμης και κάταγμα συστοίχου έξω σφυρού.
Διεκομίσθη στο νοσοκομείο ... όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και συγκεκριμένα σε εξωτερική οστεοσύνθεση κνήμης, εσωτερική οστεοσύνθεση έξω σφυρού με πλάκα και βίδες και σε καθαρισμό και σύγκλιση του τραύματος. Νοσηλεύτηκε μέχρι 15-8-2005 και εξήλθε με σχετικές οδηγίες για την κατ’ οίκον νοσηλεία.
Στις 26-8-2005 επανεισήχθη στο άνω νοσοκομείο λόγω παρεκτοπίσεως του κατάγματος μετά από πτώση. Έγινε διόρθωση της εξωτερικής οστεοσύνθεσης και παρέμεινε νοσηλευόμενη μέχρι 19-9-2005, οπότε εξήλθε με σύσταση να βαδίζει με βακτηρία χωρίς να φορτίζει το τραυματισμένο πόδι και να παρακολουθείται τακτικά στα εξωτερικά ιατρεία.
Παρόλη όμως την άνω νοσηλεία στο νοσοκομείο και κατ’ οίκον, αργότερα επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας της, χωρίς η επιδείνωση αυτή να ήταν δυνατόν να προβλεφθεί κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης αγωγής (15-11-2005). Συγκεκριμένα στις 5-2-2007 διαγνώστηκε από τον ιατρό Π. Σ., χειρουργό - ορθοπεδικό, ότι ναι μεν είχε πορωθεί το κάταγμα της κνήμης - περόνης, όμως είχε δημιουργηθεί μετατραυματική αρθρίτιδα αριστερής ποδοκνημικής και αιμάτωμα υποστραγαλικής αρθρώσεως, ατροφία αριστερής γαστοκνημίας, διαταραχή της αισθητότητας και περιορισμός της ραχιαίας κάμψεως αριστερού άκρου του ποδός και συνεστήθη η υποβολή σε ειδική φυσιοθεραπευτική αγωγή.
Τα ανωτέρω δέχθηκε η εκκαλουμένη 1686/ 2009 απόφαση (δηλ. ως προς την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της) χωρίς να προσβάλλεται ως προς το κεφάλαιο αυτό... Περαιτέρω, ενόψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, του είδους των σωματικών βλαβών της, του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των εμπλακέντων φυσικών προσώπων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 12.000 €.
Επομένως η κρινόμενη αγωγή της πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή για το ποσό των (1540 + 540 + 200 + 100 + 12000 =) 14.380 €... Εσφαλμένα, όμως (η εκκαλουμένη)... έκρινε ότι το εύλογο ποσό που δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση ανέρχεται στο ποσό των 6.000 €, αντί του άνω αναφερομένου, κατά τους βάσιμους εν μέρει σχετικούς λόγους της εφέσεως.
Για το λόγο αυτό πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανιστεί και αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο να γίνει δεκτή η αγωγή κατά τα άνω. Β) ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΠΟ 13-5-2007 ΑΓΩΓΗ: ....Τέλος ενόψει των συνθηκών που έγινε η σύγκρουση, του είδους των σωματικών βλαβών της, της μετέπειτα απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας της, του πταίσματος του υπαιτίου οδηγού, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των εμπλακέντων φυσικών προσώπων, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να της επιδικαστεί πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση, η οποία αποτιμάται στο εύλογο ποσό των 3.000 €, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των άνω στοιχείων που απαιτούνται από το νόμο (932 ΑΚ)...
Κατόπιν αυτών η εκκαλουμένη... ορθά έκρινε ότι το εύλογο ποσό που δικαιούται για πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την απρόβλεπτη επιδείνωση της υγείας της ανέρχεται στο άνω ποσό και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος αυτός, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατόπιν αυτών, πρέπει η έφεση να απορριφθεί όσον αφορά την με αρ. 1686/2009 απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Να γίνει δεκτή όσον αφορά τις οριστικές διατάξεις της συνεκκαλουμένης με αρ. 3897/2008 αποφάσεως και αφού αυτή εξαφανιστεί και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο να γίνει δεκτή η από 15-11-2005 αγωγή εν μέρει σύμφωνα με τα άνω...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, καθόσον αφορά στο προσβληθέν με την ως άνω έφεση της αναιρεσείουσας κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης της υπ’ αριθμ. 3897/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της πρώτης από 15-11-2005 αγωγής και ειδικότερα ότι το κατ’ άρθρο 932 ΑΚ εύλογο χρηματικό ποσό που πρέπει να επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση στην αναιρεσείουσα - ενάγουσα ανέρχεται, μετά από στάθμιση όλων των κρίσιμων κατά την ως άνω διάταξη (άρθρ. 932 ΑΚ) περιστάσεων που αφορούν την ένδικη περίπτωση, όπως αυτές δέχτηκε ότι προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, σε 12.000 ευρώ, δεν παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το ποσό των 12.000 ευρώ, στο οποίο καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 ΑΚ, που δέχτηκε ότι δικαιούται η αναιρεσείουσα - ενάγουσα προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προκληθείσα σ’ αυτή σωματική βλάβη κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ηθική βλάβη που δέχτηκε αυτό ότι υπέστη η αναιρεσείουσα - ενάγουσα υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται, (και μάλιστα καταφανώς) του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις σωματικής βλάβης υπέρ του ανυπαίτιου παθόντος από αδικοπραξία.
Επομένως, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά τα άλλα μέρη του με τα οποία επιχειρείται να αποδοθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες: α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση της κακής εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της αναιρεσείουσας και β) από τον αριθμό 1β του ίδιου άρθρου για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με την απλή επίκληση του περιεχομένου του εν λόγω άρθρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας, εφόσον στην μεν πρώτη περίπτωση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιός είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ο οποίος, μολονότι προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο δεν λήφθηκε υπόψη απ’ αυτό, στη δε δεύτερη περίπτωση ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1107/12), σε κάθε δε περίπτωση, καθόσον αφορά στον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, διότι η αξιολόγηση των αποδείξεων από δικαστήριο δεν ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών και δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Μετά απ’ αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5006/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ