Legislator Case Law & Legislation
1438/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to apply interpretation rules and procedural defects in appeal grounds.

Case Number 1438/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Patras Court of Appeal's decision regarding a land dispute. The appellants argued that the lower court violated interpretation rules and distorted contract content, but the court found no error in applying substantive law or evaluating evidence. The appeal was rejected because the grounds failed to meet statutory requirements for challenging factual assessments and lacked specific details on alleged document distortions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court dismisses an appeal when the Court of First Instance correctly applies interpretation rules or when the appeal grounds fail to specify the true content of documents or challenge the court's evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
interpretation rules of deeds distortion of document content evaluation of evidence appeal grounds requirements substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Articles 118(4), 566(1) and 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1438 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1438/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, θετού τέκνου των : ... και ... και φυσικού τέκνου των : ΑΑ και ΒΒ, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Μήτση.

Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιρένε Σόλτερμαν με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2002 μη οριστική, 62/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 927/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 13-5-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 2-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των αναιρεσειουσών περί διεκδικήσεως ιδανικών μεριδίων επί του επιδίκου ακινήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην πόλη του ..., εντός του ρυμοτομικού σχεδίου και στο Ο.Τ. ..., έχει εμβαδόν 465,03 τ.μ. και απεικονίζεται στο επισυναπτόμενο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα ... τοπογραφικό διάγραμμα με στοιχεία 1-2-3-4-5-6-1. Εντός αυτού υπάρχουν κτίσματα εμβαδού 70, 20 και 20 τ.μ., αντίστοιχα, από τα οποία το πρώτο είναι κεραμοσκεπής οικία και τα άλλα δύο έχουν επικάλυψη από ελενίτ.

Το ακίνητο αυτό, που συνορεύει ανατολικά με την οδό ..., δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ..., βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με οδό ..., (πρώην ...), μεταβιβάσθηκε κατά ψιλή κυριότητα, με το υπ' αριθμ. .../1997 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμ/φου Μεσολογγίου Ξανθίππης Γ. Κωνσταντίνου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τον ΑΑ στον εναγόμενο, που είναι τέκνο του από το δεύτερο γάμο του με την ΕΕ, μετά δε το θάνατο του ΑΑ στις 6-12-2000, το δικαίωμα της επικαρπίας που αυτός είχε ενσωματώθηκε στην κυριότητα του εναγομένου, ο οποίος έτσι έγινε κύριος κατά πλήρες δικαίωμα.

Ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του εναγομένου είναι πατέρας και της πρώτης ενάγουσας από τον πρώτο του γάμο με την μητέρα της ΒΒ, η οποία αποβίωσε στις 13-11-1946, ενώ η δεύτερη ενάγουσα είναι τέκνο της ίδιας θανούσας από τον πρώτο της γάμο με τον ..., ο οποίος και αυτός είχε αποβιώσει κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο.

Ο δικαιοπάροχος του εναγομένου ΑΑ απέκτησε το επίδικο ακίνητο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, με αγορά από τις αληθινές κυρίες αυτού ΣΤ και ΖΖ, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1948 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δημητρίου Ι. Γεωργακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Από τις εν λόγω πωλήτριες, η μεν πρώτη είχε γίνει κυρία μείζονος ακινήτου εκτάσεως 3.000 μ.

περίπου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενη αυτό επί χρόνο μεγαλύτερο της 20ετίας, ενώ η δεύτερη έγινε κυρία αυτού, λόγω δωρεάς αιτία θανάτου της πρώτης, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1946 συμβολαίου του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου. Ειδικότερα, σύμφωνα με την περιγραφή που γίνεται στο παραπάνω .../1948 συμβόλαιο αγοράς, ο ΑΑ αγόρασε με αυτό, αντί τιμήματος 200.000 δραχμών, "ένα οικόπεδο 1.000 περίπου μέτρων, κείμενο στην ειδική τοποθεσία "..." του συνοικισμού ... ..., καλυπτόμενο επί το πλείστον υπό θαλάσσης, συνορευόμενο ανατολικώς με θάλασσα και δρόμο, κατά το σχέδιο πόλεως, δυτικώς με περιοχή οικίας ...

και οικία και περιοχή κληρονόμων ..., αρκτικώς με οικόπεδο ... και μεσημβρινώς με οικία και περιοχή πωλητριών, απέχοντος του πωλουμένου και κατά την μεσημβρινή πλευρά αυτού μέτρα δέκα πέντε (15)". Αυτός αμέσως μετά την αγορά του άρχισε να νέμεται το εν λόγω ακίνητο, το επιχωμάτωσε και ανήγειρε προς τη νοτιοδυτική πλευρά του ισόγεια οικία ενός δωματίου, την οποία αργότερα επέκτεινε και τη διαμόρφωσε στη σημερινή της μορφή, εμβαδού 70 τ.μ., κεραμοσκεπή, όπου και διέμενε με την προαναφερομένη οικογένεια του, τις δύο μη διαδίκους κόρες του από τον πρώτο του γάμο και τα δύο αγόρια από το δεύτερο γάμο του, καθώς και τη νέα του σύζυγο, η οποία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί και σήμερα την οικία αυτή κατά τους θερινούς κυρίως μήνες, όπως συνήθιζε ο σύζυγος της μέχρι το θάνατο του, ενόψει του ότι η οικογένεια τους από το έτος 1964 είχε μετοικήσει στην ... .

Το έτος 1973 ο ΑΑ, με το υπ'αριθ. .../1ΟΙ1-1973 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Αντωνίου Δημ. Παπαχρήστου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και παρέδωσε στον αγοραστή ... ένα τμήμα 480,28 τ.μ. από το μείζον ακίνητο του, το οποίο κατά νεότερη καταμέτρηση του, την οποία έκανε προκειμένου να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση, είχε έκταση 1.432 τ.μ.

Το πωληθέν, που βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του, ορίζεται, σύμφωνα με το συνημμένο στο συμβόλαιο αυτό από 15-10-1973 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού ..., με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΘΑ και έχει τα αναφερόμενα στο ίδιο συμβόλαιο όρια. Ακόμη, ο ΑΑ, με το υπ' αριθμ. .../15-2-1975 συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και παρέδωσε στον αγοραστή ...

από το μείζον ακίνητό του το μεσαίο τμήμα αυτού, εκτάσεως 493,22 τ.μ., που εικονίζεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα του υπομηχανικού ... με τα στοιχεία ΟΖΗΘΙΞΟ και το οποίο συνορεύει ανατολικώς με δημοτική οδό ..., δυτικώς με ιδιοκτησία ... και ..., αρκτικώς με προικώα ιδιοκτησία ... και μεσημβρινώς με το υπόλοιπο οικόπεδο του πωλητή, δηλαδή με το επίδικο ακίνητο που βρίσκεται στη νότια πλευρά του ...

οικοδομικού τετραγώνου. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι επί της από 12-2-1968 διεκδικητικής αγωγής που άσκησαν οι ... και ..., κληρονόμοι του ..., κατά του δικαιοπαρόχου του εναγομένου ΑΑ, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 102/1973 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή αυτή, με την οποία οι τότε ενάγοντες διεκδικούσαν το ακίνητο που είχε αποκτήσει ο εν λόγω δικαιοπάροχος του εναγομένου από την ΣΤ, βάσει του προαναφερομένου .../1948 συμβολαίου αγοράς.

Στο επίδικο ακίνητο ο ΑΑ κατά τη δεκαετία 1980-1990 κατασκεύασε ένα βοηθητικό ξύλινο οικίσκο 20 τ.μ. περίπου, τον οποίο μετέπειτα (έτος 1994) η θυγατέρα του ... βελτίωσε με δαπάνες της και τον χρησιμοποιούσε με την άδεια του πατέρα της κατά τους θερινούς κυρίως μήνες που μετέβαινε στο ..., αφού οι σχέσεις της με αυτόν, όπως και της αδελφής της ..., ήταν καλές σε οικογενειακό επίπεδο, έτσι ώστε και η τελευταία έκανε περιστασιακά χρήση του οικίσκου κατά τους θερινούς μήνες, με τη συναίνεση του πατέρα της.

Εξάλλου, κατά το διάστημα που μεσολάβησε από την αγορά του μείζονος ακινήτου από τον ... και μέχρι τη γονική παροχή που αυτός έκανε προς τον εναγόμενο (έτος 1997), ενόψει του ότι έγινε περαιτέρω επέκταση του σχεδίου πόλης του ... με τη διαμόρφωση του χώρου που συνόρευε με τη λιμνοθάλασσα από την ανατολική πλευρά του αρχικού ακινήτου, η ευρύτερη περιοχή εντάχθηκε στα οικοδομικά τετράγωνα με τους αριθμούς ..., ..., ...

και ... . Ειδικότερα, όπως προκύπτει και από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το επίδικο εντάχθηκε στο ... οικοδομικό τετράγωνο, που ορίζεται από την οδό ... ανατολικά, την οδό .... (πρώην ....) νότια, την οδό ... δυτικά και την οδό ... βόρεια, ενώ το υπόλοιπο από το αρχικό ακίνητο, που είχε παραμείνει στις πωλήτριες ΣΤ και ΖΖ, εντάχθηκε στο οικοδομικό τετράγωνο ... .

Τα δύο αυτά ακίνητα διαχωρίζονται μεταξύ τους από την οδό ... και βρίσκονται δυτικά της οδού ... και ανατολικά της οδού ..., η οποία διατηρεί ακόμη την αρχική της ονομασία, γεγονός που προκύπτει και από τη συνταχθείσα κατά το έτος 1946 ληξιαρχική πράξη θανάτου της μητέρας των εναγουσών ΒΒ, επιβεβαιώνεται δε και από τον προσκομιζόμενο χάρτη της πόλης του ...

έτους 1998, θεωρημένο από δημόσια αρχή στις 16-10-2001. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγουσών, ότι η δικαιοπάροχος του ..., ΣΤ από το μείζον ακίνητο της, συνολικής έκτασης 3.000 τ.μ. περίπου και όχι 2.000 τ.μ., όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες, παραχώρησε ατύπως περί τα μέσα Μαΐου 1946 (15-5-1946), με ιδιωτικό συμφωνητικό που συντάχθηκε από τον τότε δικηγόρο Μεσολογγίου Βασ.

Παπαθεοδώρου, στη μητέρα τους εδαφικό τμήμα 500 περίπου τ.μ., προς απόκτηση κατοικίας της οικογένειάς της, η οποία συνόρευε κατά τα τότε όρια, βορείως και νοτίως με υπόλοιπη έκταση της δωρήτριας, ανατολικώς με ένα μικρό δρόμο και πέραν αυτού με μικρή οικία ... και δυτικώς με ιδιοκτησία ..., ότι τη νομή του τμήματος αυτού παρέδωσε έκτοτε η ΣΤ και την παρέλαβε η μητέρα τους, που ήταν αναδεκτή της, και ότι ο σύζυγος της μητέρας τους ..., μετά τον επισυμβάντα θάνατο αυτής, νεμόταν και κατείχε το τμήμα τούτο ως αντιπρόσωπος αυτών (εναγουσών), υποσχόμενος μετά την ενηλικίωση τους και ειδικότερα κατά τη δεκαετία 1990-2000 ότι θα αποδώσει σ' αυτές το ανάλογο προς την κληρονομική τους μερίδα ποσοστό.

Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι οι ενάγουσες δεν προσκόμισαν τέτοιο ιδιωτικό έγγραφο, ούτε επικαλέστηκαν την απώλειά του, ο ισχυρισμός τους αυτός κρίνεται αβάσιμος κυρίως από το γεγονός ότι το ακίνητο της ..., με το οποίο ισχυρίζονται ότι συνόρευε ανατολικά το δωρηθέν προς τη μητέρα τους ακίνητο, διαχωριζόμενο από εκείνο μικρό δρόμο που μεσολαβούσε μεταξύ τους, υφίσταται ακόμη και έχει ενταχθεί στο ευρισκόμενο ανατολικά της οδού ...

και νοτίως της οδού ... υπ'αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο και στο μέσον περίπου αυτού, δηλαδή απέναντι από το ... οικοδομικό τετράγωνο, στο οποίο βρίσκεται το υπόλοιπο αρχικό ακίνητο της φερόμενης ως δικαιοπαρόχου τους ΣΤ, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα θεωρημένα αντίγραφα του από 16-5-1978 τοπογραφικού διαγράμματος της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου,τα οποία συντάχθηκαν κατά τη διαδικασία εξαγοράς δημοσίου κτήματος από τη ...

και το νεότερο ιδιοκτήτη αυτού .... Επιπλέον επιβεβαιώνεται και από τις συγκλίνουσες στο σημείο αυτό καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι ανέφεραν την ύπαρξη αλλά και τη θέση αυτού του ακινήτου. Το επιχείρημα των εναγουσών ότι η επικαλούμενη από αυτές άτυπη δωρεά προς τη μητέρα τους αποδεικνύεται και από την περιγραφή ακινήτου που γίνεται στο υπ' αριθμ. .../21-12-1946 δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο η ΣΤ είχε μεταβιβάσει προς τη ΖΖ, "μίαν οικίαν ισόγειον πεπαλαιωμένην μετά του επ' αυτής γηπέδου και της γύρωθεν περιοχής της και οικοπέδου της, όσης εκτάσεως και αν είναι ..., συνορευομένην εν συνόλω της ανατολικώς και μεσημβρινώς με θάλασσαν και αρκτικώς με οικόπεδον κληρονόμων ...

συζύγου ΑΑ", αποδυναμώνεται και από την ασαφή και αντιφατική κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ΔΔ, θείου των εναγουσών, ο οποίος υποθετικά και συμπερασματικά κυρίως κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "Η ΣΤ επειδή είχε πάρει ψυχοκόρη τη μητέρα των κοριτσιών πιστεύω ότι δεν ήταν δυνατόν να μην άφηνε κάτι στα κορίτσια, αφού είχε περιουσία, δηλαδή οικόπεδα, όπου και το επίδικο, και μπάνια περίπου στην ίδια θέση.

Η ΣΤ άφησε στα κορίτσια το οικόπεδο και ένα σπιτάκι, το οποίο μετά πήρε ο ΑΑ το περιέφραξε, έμενε εκεί ο πατέρας των διαδίκων και μετά το γάμο του με την ΕΕ, με την οποία απέκτησε δύο αγόρια τον ΓΓ και τον Ψ (εναγόμενο)", ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσης του ανέφερε ότι "Αφού πέθανε η αδελφή μου ΒΒ το 1946 η ΣΤ είπε ότι το τεμάχιο θα μείνει για τα ορφανά.

Άρα όταν πέθανε η αδελφή μου δεν είχε τίποτα. Για το τεμάχιο αυτό που είπα και το οποίο διεκδικούν οι ενάγουσες δεν ήταν της μητέρας τους ΒΒ, αλλά της νονάς της μητρός τους, η οποία ονομαζόταν ΣΤ. Και η ΣΤ, αφού πέθανε η αδελφή μου ΒΒ, είπε ότι αυτό είναι για τα ορφανά, αυτό τότε το τεμάχιο για το οποίο ομιλώ είχε και σπίτι μέσα, το σπίτι της ΒΒ, αυτό που μείνανε οι δύο ...".

Όμως οι ενάγουσες δεν αναφέρουν στην αγωγή τους ότι στο επίδικο υπήρχε σπίτι, αλλά αναφέρουν ότι ο πατέρας τους, αφού επιχωμάτωσε το επίδικο, ανήγειρε μικρή οικία 60 τ.μ. περίπου, όπου και κατοικούσε έκτοτε. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι οι ενάγουσες απαραδέκτως επιχείρησαν με την έφεσή τους να μεταβάλουν τον παραπάνω ισχυρισμό τους, επικαλούμενες ότι από παραδρομή ανέφεραν στην αγωγή τους ότι η οικία αυτή ανεγέρθηκε από τον πατέρα τους, ενώ το ορθό είναι ότι αυτή προϋπήρχε και σ' αυτή κατοικούσαν από κοινού η αρχική δικαιοπάροχός τους ΣΤ και η μητέρα τους, ο νέος σύζυγος αυτής ΑΑ και οι θυγατέρες τους και ότι μετά το θάνατο της μητέρας τους η ΣΤ διέμενε σε άλλη επί του οικοπέδου της νέα οικία της, μαζί με την ΖΖ, ενώ οι ίδιες (ενάγουσες) εξακολούθησαν να διαμένουν σ' αυτή την οικία, δηλαδή την ατύπως δωρηθείσα από την ΣΤ και ότι αυτή την οικία επεξέτεινε αργότερα ο πατέρας τους.

Προβάλλουν δε προς ενίσχυση του εν λόγω οψιγενούς ισχυρισμού τους, ότι το πωληθέν προς τον ΑΑ ακίνητο ήταν εκτάσεως 1000 τ.μ., όπως αναγράφεται και στο συμβόλαιο αγοράς του, και ότι αυτός κατέχει το ατύπως δωρηθέν στη μητέρα τους ακίνητο, καθόσον όλη την έκταση που αυτός είχε αγοράσει με το προαναφερόμενο .../1948 συμβόλαιο την πώλησε προς τους τρίτους αγοραστές, με τα προδιαληφθέντα 25165/1973 και .../1975 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αντ.

Παπαχρήστου. Όμως και αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι ικανά να αναιρέσουν τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία ο ΑΑ έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου, νεμόμενος αυτό από το έτος 1948, όταν του παραδόθηκε η νομή και κατοχή αυτού από τις δικαιοπάροχους του πωλήτριες ΣΤ και ΖΖ, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, κατά την εποχή που συντάχθηκαν τα προαναφερόμενα με αριθμούς .../1946 και .../1948 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Δημητρίου Γεωργακόπουλου η περιγραφή των ορίων των ακινήτων ήταν ατελής και δεν συνοδευόταν από τοπογραφικό διάγραμμα πολιτικού μηχανικού, αλλά και ο υπολογισμός της έκτασης του μεταβιβαζόμενου ακινήτου γινόταν κατά προσέγγιση, χωρίς προηγούμενη ακριβή καταμέτρηση.

Εξάλλου η ΣΤ, αν πράγματι είχε υποσχεθεί προς τη μητέρα των εναγουσών άτυπη δωρεά του επιδίκου, ασφαλώς δεν εμποδιζόταν και μετά το θάνατο της τελευταίας να πραγματοποιήσει με συμβολαιογραφικό έγγραφο την υπόσχεση της προς τα "ορφανά" τέκνα εκείνης, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι υπήρξε έμπειρη και τυπική σε μεταβιβάσεις τμήματος του αρχικού ακινήτου της, το οποίο ήταν εκτάσεως 3.000 τμ.

περίπου. Έτσι, όπως στο υπ' αριθμ. .../1946 συμβόλαιο δωρεάς, με το οποίο μεταβίβασε το ακίνητο της προς την ΖΖ, ανέφερε την ύπαρξη "πεπαλαιωμένης οικίας", είναι πλέον ή βέβαιον ότι, εάν στην έκταση που πώλησε προς τον ΑΑ υπήρχε, ως επικείμενο, οικία 60 τ.μ., θα ανέφερε την ύπαρξη αυτής και στο σχετικό υπ' αριθμ. .../1948 μεταβιβαστικό συμβόλαιο.

Τέλος, από τις καταθέσεις κυρίως των μαρτύρων ΔΔ και ΓΓ αποδείχθηκε, ότι η πιο πάνω παλαιά οικία αποτέλεσε την αρχική κατοικία της οικογένειας της μητέρας των εναγουσών με τον πρώτο, αλλά και το δεύτερο σύζυγο της ΑΑ, όπως και της νέας οικογένειας του τελευταίου με τη δεύτερη σύζυγο του, μητέρα του εναγομένου, μέχρι και τη γέννηση των τέκνων τους και ότι μετά το έτος 1949 ο πατέρας τους ΑΑ έκτισε την υφιστάμενη και σήμερα επί του επιδίκου οικία, ανεγείροντας αρχικά, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ένα δωμάτιο και τους βοηθητικούς χώρους, και επεκτείνοντας μετέπειτα την οικία αυτή στη σημερινή της έκταση των 70 περίπου τ.

μ. Αντίθετα, συνεπώς, με όσα αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγουσες, αποδείχθηκε ότι η ΣΤ έχοντας ήδη χρησιδανήσει προς την οικογένεια της μητέρας τους την πιο πάνω αναφερόμενη παλαιά οικία, συνέχισε το χρησιδάνειο και προς τον ΑΑ μετά το θάνατο της μητέρας τους από φιλανθρωπικούς λόγους, ενόψει του ότι την είχε βαπτίσει και την είχε ως "ψυχοκόρη της", αλλά και της δύσκολης τότε οικονομικής κατάστασης του ΑΑ και της πολυμελούς κατά τα άνω οικογένειάς του".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγουσες δεν κατέστησαν συγκύριες του επιδίκου ακινήτου, κατά τα 3/16 εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο της κληρονομικής διαδοχής στην κληρονομία της μητέρας τους, αλλ' ούτε και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, ακολούθως δε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, απέρριψε την κατ' αυτής έφεση των ήδη αναιρεσειουσών.

Όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε το παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων αποδείξεων και χωρίς να διαγνώσει ούτε αμέσως ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων τόσο στο υπ' αριθμ. .../1946 συμβόλαιο δωρεάς, όσο και στο υπ' αριθμ. .../1948 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, που αποτελεί τον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου του εναγομένου, αλλ' ούτε και προέβη σε καμία ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης που περιέχονται στα συμβόλαια αυτά.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 173 του Α.Κ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε την περιεχόμενη στο πιο πάνω .../1946 συμβόλαιο δήλωση βουλήσεως της δικαιοπαρόχου της μητέρας τους ΣΤ, χωρίς να προσφύγει στον ερμηνευτικό κανόνα του άνω άρθρου 173 ΑΚ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 εδ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλης αίτησης ή ανταίτησης των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (Ολ.ΑΠ 25/2003, 3/97).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο "τα πράγματα" που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. α' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με την έφεση τους ισχυρισμό ότι "οι ισχυρισμοί του αντιδίκου τους δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο, δηλαδή με τον τρόπο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ".

Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα "πράγματα" που προτάθηκαν από τις αναιρεσείουσες και τα οποία δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, καθώς και τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προκύπτει, ότι, αν γίνονταν δεκτά, θα επηρέαζαν ευνοϊκά για τις αναιρεσείουσες το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

- ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.

Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που οι αναιρεσείουσες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, με τις προτάσεις τους της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του νομίμως εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα τους ... .

Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, οι οποίες περιέχονται στην υπ' αριθμ. 12/2002 εισηγητική έκθεση του εισηγητή Δικαστή, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ότι είναι αβάσιμος ο θεμελιωτικός της αγωγής ισχυρισμός των αναιρεσειουσών ότι "η δικαιοπάροχος του ΑΑ, ΣΤ κατά τα μέσα Μαΐου 1946 παραχώρησε ατύπως από το μείζον ακίνητο της, συνολικής εκτάσεως 3.000 τ.μ.

περίπου, στη μητέρα τους εδαφική έκταση 500 περίπου τ. μ. προς απόκτηση κατοικίας της οικογένειας της", δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τη μαρτυρική κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα απόδειξης.

Συνεπώς, ο ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 559 αριθ.20 του ΚΠολ.Δ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο από την τελευταία διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο : α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) το επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για την ύπαρξη ή όχι κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .../1946 και .../1948 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Μεσολογγίου Δημητρίου Γεωργακοπούλου, διότι "α) κρίνοντας αντιφατικώς και προς το περιεχόμενο της διενεργηθείσης πραγματογνωμοσύνης, δέχθηκε ότι το επίδικο οικόπεδο βρίσκεται σε άλλο οικοδομικό τετράγωνο, γεγονός που είναι καταδήλως διαφορετικό από όσα διαλαμβάνονται στα πιο πάνω δύο έγγραφα και β) δέχθηκε γεγονότα καταδήλως διαφορετικά από εκείνα που αποδείχθηκαν και κατατέθηκαν από το μάρτυρα των αναιρεσειουσών".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο καθενός από τα παραπάνω έγγραφα, ούτε προσδιορίζεται ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά χρησιμοποιήθηκαν, ως προς δε το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-5-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 927/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ