Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to prove statutory violation in insurance claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's decision on an insurance claim. The appellant argued that the lower court incorrectly valued the stolen car based on the contract date rather than the loss date, violating specific insurance laws. The court rejected this claim because the grounds for appeal were vague, incomplete, and failed to cite the specific statutory provisions required by law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal must specify the exact legal error with precision; vague or incomplete grounds are rejected without supplementation, and the appeal fails if the appellant does not prove the specific statutory violation alleged.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1438 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1438/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τζιομάκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "SUCCESS INTERNATIONAL ABEE" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/11/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η 11025/2006 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό καθ' ύλη αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2533/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2408/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/6/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 16/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Διαφορετικά ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση της αοριστίας με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο με σαφήνεια: 1) ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως), που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια, που βάσει αυτών καταγνώσθηκε, και γ) το νομικό σφάλμα, δηλαδή που βρίσκεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.
Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης, πρέπει να καθορίζονται, πλην άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναιρέσεως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήχθη σε εσφαλμένη κρίση, απορρίψασα τον πρώτο λόγο της έφεσής της ότι συνέτρεχε περίπτωση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω κλοπής του ως άνω αυτοκινήτου στην αλλοδαπή.
Με τέτοιο περιεχόμενο οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία, δηλαδή τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που τους θεμελιώνουν και ιδίως οι κρίσιμες στο σύνολό τους παραδοχές της προσβαλλομένης, οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (ενάριθμα) και πως τις παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία ή κακή εφαρμογή ή εκ πλαγίου, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκαν.
ΙΙ. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτωση γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο, κατά το άλλο μέρος του και τρίτο λόγους αναιρέσεως προτείνεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, διότι δεν έλαβε υπόψη τα εκτιθέμενα σ' αυτούς έγγραφα: α) το ...ασφαλιστήριο συμβόλαιο του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, β) την υπ' αριθ.... απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, και γ) τα ... και ... έγγραφα του Τελωνείου ... . Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω α' και γ' έγγραφα, ενώ το β'δεν είναι έγγραφο, αλλά κανόνας δικαίου και επομένως οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τις διατάξεις των άρθρων 681Α και 671 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του, το δικαστήριο δεν υποχρεώνεται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς δεν ιδρύεται, κατ' αποφάσεως που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία αυτή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση τέτοιων κανόνων. Σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα, από το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, κρίνει ότι αποδεικνύονται ή δεν αποδεικνύονται ορισμένα πραγματικά γεγονότα από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, που αποδίδει πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί δεν ιδρύεται, κατά το μέρος που αφορά τα επικαλούμενα σ' αυτόν έγγραφα, στα οποία, επικληθέντα και προσκομισθέντα προς έμμεση απόδειξη, δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη, αλλά τα εκτίμησε ελευθέρως, ομού μετά των λοιπών αποδείξεων. Κατά το μέρος δε που αφορά την ένορκη βεβαίωση του ... είναι αβάσιμος, καθόσον η αξιοπιστία της ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας.
IV. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, διότι περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε, η περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 28/1997, 30/1997).
Αντιθέτως, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως, ανάγονται στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ή αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αρκεί τούτο να διατυπώνεται σαφώς.
Περαιτέρω, η έλλειψη μείζονος προτάσεως, η παράλειψη δηλαδή παραθέσεως των διατάξεων στις οποίες ευρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, ή η εσφαλμένη αναγραφή τους δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογήσεως των αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη νομίμου βάσεως ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως αιτιολογίες όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι νομικές διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται ή μνημονεύονται εσφαλμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει ή να τις αντικαταστήσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2496/1997, "1. Στην ασφάλιση κατά ζημιών πραγμάτων, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος είναι η τρέχουσα αξία ή, αν δεν υπάρχει, η συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου...3. Το ασφάλισμα καθορίζεται από την αντιπαραβολή της αξίας του πράγματος πριν και μετά την πραγματοποίηση του κινδύνου.
Ο ασφαλιστής μπορεί, με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο, να προβεί σε αποτίμηση της ασφαλισμένης περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή, το ασφάλισμα υπολογίζεται με βάση την αξία της αποτίμησης. Η αποτίμηση μπορεί να προσβληθεί μόνο για πλάνη, απάτη, απειλή ή εικονικότητα". Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 17 του ίδιου νόμου, "αν η αξία των πραγμάτων, που δηλώθηκε κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, υπερβαίνει την τρέχουσα ή, αν δεν υπάρχει, τη συνηθισμένη αξία αυτών κατά το χρόνο επέλευσης του κινδύνου, οποιοσδήποτε από τους συμβαλλομένους μπορεί να απαιτήσει τη μείωση της ασφαλιστικής αξίας και του ασφαλίστρου, για το υπόλοιπο διάστημα ισχύος της σύμβασης, ενώ, σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου, ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται για το υπερβάλλον". (Υπό την ισχύ της διάταξης 208 ΕμπΝ, αναλόγου περιεχομένου με τις ανωτέρω ισχύουσες διατάξεις, βλ.
τις ΑΠ 739/2003, 622/1993). Οι διατάξεις αυτές, ως προς την αποτίμηση της ασφαλιστικής αξίας, δεν διαφέρουν από την διάταξη του άρθρου 208 ΕμπΝ, που επίσης ορίζει ότι κρίσιμος χρόνος για τον οποίο εξετάζεται η αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου, είναι ο χρόνος πραγματοποιήσεως του κινδύνου. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο η αναιρεσείουσα αιτιάται την πληττόμενη απόφαση ότι δέχτηκε την αντέφεση της αναιρεσίβλητης και καθόρισε την αποζημίωση από την κλοπή του ως άνω αυτοκινήτου στο ποσό των 110.000 ευρώ, (που είχε πριν από πέντε μήνες ασφαλισθεί), ενώ με τον όρο 4α του ασφαλιστηρίου συμβολαίου η ασφάλιση κλοπής καλύπτει την πραγματική αξία του αυτοκινήτου κατά την ημέρα της απώλειάς του και όχι κατά την ημέρα συνάψεως της συμβάσεως, όπως ορίζεται και από το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν 2496/1997, που ίσχυε, η οποία δεν υπερέβαινε το ποσό των 85.000ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα παραθέτει κάποιες κατ' επιλογή παραδοχές και όχι το σύνολο των σχετικών τοιούτων. Εξάλλου, το ύψος της αποζημιώσεως ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και συνακόλουθα η σχετική πλημμέλειά της είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Περαιτέρω, δεν ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση μειώσεως της ασφαλιστικής αξίας του εν λόγω αυτοκινήτου κατ' άρθρο 17 του Ν. 2496/1997, ουδέ αποδεικνύει τούτο, εφόσον δεν προσκομίζει τις πρωτόδικες προτάσεις της. Τέλος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, για την αιτίαση ότι η παράλειψη αναγραφής της ορθής διατάξεως που ίσχυε και η αναφορά εκείνης που την αντικατέστησε, αρμόζει η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσεως και όχι από τον αριθ.1 του ιδίου άρθρου.
Οι διατάξεις που ισχύουν και στηρίζουν το αίτημα της αντέφεσης, δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό, οπότε πρέπει ο Άρειος Πάγος να τις αντικαταστήσει με αυτές του νόμου 2496/1997, που αναφέρθηκαν παραπάνω και να απορρίψει τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
Επομένως, ανεξάρτητα εάν μνημόνευσε η προσβαλλόμενη απόφαση τις διατάξεις του προϋσχύσαντος δικαίου, σε κάθε περίπτωση δέχτηκε αξία του ασφαλισμένου αντικειμένου του χρόνου της κλοπής. V. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-6-2008 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΤΛΑΝΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ για αναίρεση της 2408/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ