Legislator Case Law & Legislation
1437/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds, upholding lower court's acceptance of new claim.

Case Number 1437/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Instance Court's decision regarding the invalidity of a land seizure protocol. The State argued the new claim was inadmissible as it was raised for the first time in the appeal stage, violating procedural rules. However, the Court found the claim was properly introduced in the appeal stage following the remand and was substantiated by the document's own content. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the legal costs of the heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 237, 238, 559 no. 14 of the Code of Civil Procedure; A new claim raised in the appeal stage is admissible if it was not raised in the first instance, follows the original complaint's subject matter, and is substantiated by the record.

Keywords

AI generated
admissibility of new claims appeal stage introduction procedural defect land seizure protocol inadmissible argument

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 52 no. 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Circular of the Ministers of Economy and Justice dated 28.12.1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1437 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1437/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Χριστίνα-Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. α) Μ. χήρας Α. Κ., το γένος Γ. και Χ. Π., κατοίκου ..., β) Π. Κ. του Α. και της Μ., κατοίκου ... και γ) Ι. Κ. του Α. και της Μ., κατοίκου ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Α. Κ. του Ι. και της Π., κατοίκου ..., συζύγου της υπό στοιχείο 1.α και πατέρας των άλλων δύο υπό στοιχεία 1.β, 1.γ, που απεβίωσε στα ... την ..., 2) Β. Κ. του Ι. και της Π., κατοίκου ..., 3) Ν. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Α. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Ι. Π. του Χ., κατοίκου .... Ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί, υπό στοιχεία 1.α, 1.β, 1.γ, 2, 4, 5, αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Τρισεύγενη Θεοδωροπούλου, και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 3 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 13-11-2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Γρεβενών, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Θ. Τ. του Ν. και της Ζ., 2) Ε. Τ. του Ν. και της Ζ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Γρεβενών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2008 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το ήδη αναιρεσείον με την από 19-6-2008 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 2142/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 21/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-12-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 05-12-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 21/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, μετά από παραπομπή της υπόθεσης στο παραπάνω Εφετείο με την 2142/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ.18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη συμμόρφωση του δικαστηρίου προς αναιρετική απόφαση, όπως του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 1, 4 και 581 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλ.

δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο. Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, 1708/2014).

Γίνεται δεκτό ότι δεν επιλύεται νομικό ζήτημα και άρα ότι δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, αν η αναίρεση έγινε για τους λόγους των αριθμών 8, 11, 19 ή 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 2019/2006, 366/2015, 1000/2017).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφ' όσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Ως εκ τούτου, αν η απόφαση αναιρεθεί, αποβάλλει κάθε ισχύ και, συνεπώς, παύει να αποτελεί δεδικασμένο για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτήν οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση (ΑΠ 339/2024, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 614/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-5-1992 αγωγή ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών), οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα του από 14-11-1985 πρωτοκόλλου κατάληψης της αρμόδιας επιτροπής διοίκησης δημοσίων κτημάτων της Οικονομικής Εφορίας Γρεβενών και του από 18-11-1985 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής του Οικονομικού Εφόρου Γρεβενών, για τους λόγους που αναφέρονταν σε αυτήν.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά την έκδοση μη οριστικών αποφάσεων, με τις οποίες διατάχθηκαν αποδείξεις, εξέδωσε εν τέλει την υπ' αριθμ. 49/2005 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα μόνο του πρωτοκόλλου κατάληψης και μόνο για τμήμα της επίδικης έκτασης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και από τα δύο διάδικα μέρη.

Το παραπάνω Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 22/2008 απόφασή του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και, αφού δέχθηκε (εν μέρει) κατ' ουσίαν την έφεση των τριών πρώτων εναγόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου κατάληψης για ολόκληρη την επίδικη έκταση, καθόσον έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοσή του.

Κατά της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 19-06-2008 αίτηση αναίρεσης, σε βάρος όλων των εναγόντων, το δε παρόν Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2142/2014 απόφασή του, αναίρεσε την προσβληθείσα παραπάνω εφετειακή απόφαση κατά παραδοχή αναιρετικού λόγου, που στήριζε πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτιολογία ότι το Εφετείο προχώρησε στην αυτεπάγγελτη έρευνα της εγκυρότητας του εκδοθέντος πρωτοκόλλου κατάληψης και δέχθηκε ισχυρισμό που δεν είχε προταθεί από τους ενάγοντες, ούτε με την αγωγή ούτε με την έφεση και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι το πρωτόκολλο κατάληψης ήταν άκυρο γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 34 του α.ν. 1539/1938 και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας προς περαιτέρω εκδίκαση.

Μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο της παραπομπής εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 21/2017 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και δέχθηκε την αγωγή, αναγνωρίζοντας την ακυρότητα του από 14-11-1985 πρωτοκόλλου κατάληψης για το λόγο ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσής του, σύμφωνα με το άρθρο 34 του α.ν. 1539/1938.

Με βάση τα παραπάνω, το μοναδικό ζήτημα που λύθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 2142/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ήταν η λήψη υπόψη ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν και όχι το νομικό ζήτημα της ακυρότητας του πρωτοκόλλου κατάληψης, που αποτελούσε παραδοχή της εφετειακής απόφασης, που δεν προσβλήθηκε όμως με αναιρετικό λόγο και ως προς το οποίο δεν αναιρέθηκε η ίδια απόφαση.

Έτσι η κρίση αυτή του Αρείου Πάγου δεν αφορά επίλυση νομικού ζητήματος, η οποία να δεσμεύει το δικαστήριο της παραπομπής και προς την οποία η μη συμμόρφωση του ίδιου δικαστηρίου να θεμελιώνει κατά τα προεκτεθέντα τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής η αιτίαση από τον αρ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ταυτίζονται εννοιολογικά με την έφεση, δηλαδή αποτελούν παράπονα του εκκαλούντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης και αποβλέπουν στη συμπλήρωση των λόγων έφεσης, με τον νόμιμο περιορισμό ότι πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της απόφασης που προσβάλλονται?(ΑΠ 305/2001, ΑΠ 1696/1998). Ως κεφάλαια, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 520 παρ. 2 ΚΠολΔ, νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλουμένης απόφασης, οι οποίες αναφέρονται σε επιμέρους αυτοτελείς αιτήσεις για παροχή έννομης προστασίας (ΑΠ 1874/2022, ΑΠ 411/2021, ΑΠ 657/2019) και όχι τα διάφορα νομικά και πραγματικά ζητήματα, για τα οποία αυτή έκρινε. Ως αναγκαστικά συνεχόμενα, προς τα εκκληθέντα κεφάλαια πρέπει να θεωρηθούν οι διατάξεις της εκκληθείσας απόφασης, οι οποίες έχουν τέτοια συνάφεια με τα εκκληθέντα, είτε γιατί αποτελούν προκριματικό, για την παραδοχή τους ζήτημα, είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική και νομική αιτία και διαμορφώνουν ή προσδιορίζουν το περιεχόμενο εκείνων, έτσι ώστε, τυχόν διαφορετική επί των "συνεχόμενων" αυτών κεφαλαίων κρίση του Εφετείου, από εκείνη της πρωτόδικης απόφασης, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 1874/2022, ΑΠ 657/2019, ΑΠ 1322/20218, ΑΠ 173/2018).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520 παρ. 2, 580 και 581 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε περίπτωση αναίρεσης της εφετειακής απόφασης και παραπομπής της υπόθεσης προς συζήτηση της έφεσης ενώπιον του ιδίου ή του ομοιόβαθμου ουσιαστικού δικαστηρίου, είναι από το νόμο παραδεκτή η υποβολή από τον εκκαλούντα πρόσθετων λόγων έφεσης ενώπιον του δικαστηρίου παραπομπής, με δικόγραφο που κατατίθεται στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου και κοινοποιείται τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στον εφεσίβλητο. Τέλος, στο δικαστήριο της παραπομπής μπορούν να προταθούν νέοι ισχυρισμοί, είτε είχε παραλειφθεί η πρότασή τους κατά τη συζήτηση εκείνη κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, είτε είχαν προταθεί αλλά απορρίφθηκαν από την αναιρεθείσα απόφαση, υπό τους όρους που ορίζει το άρθρο 527 ΚΠολΔ (ΑΠ 956/2023, ΑΠ 1794/2022).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του τον απαραδέκτως προβαλλόμενο για πρώτη φoρά με το δικόγραφο των πρoσθέτων λόγων έφεσης των αναιρεσιβλήτων, ισχυρισμό, ότι το πρωτόκολλο κατάληψης ήταν άκυρο λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσής του, δεδομένου ότι δεν συνέχεται με κανένα λόγο του δικογράφου της έφεσης και προτάθηκε το πρώτον στο Δικαστήριο της παραπομπής.

Ο ως άνω όμως ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων, επιτρεπτώς προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, μετά την παραπομπή της υπόθεσης, κατά τα προαναφερθέντα, συνέχεται δε με τους λόγους της έφεσης, αφού αντικείμενο της ανοιγείσας με την αγωγή δίκης είναι η αναγνώριση της ακυρότητας του πρωτοκόλλου κατάληψης για όλη την επίδικη έκταση.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 527 ΚΠολΔ και η προβολή του περιεχομένου στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων νέου ισχυρισμού είναι παραδεκτή αφού ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται εγγράφως από το ίδιο το περιεχόμενο του πρωτοκόλλου κατάληψης.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν κήρυξε απαράδεκτους τους ισχυρισμούς αυτούς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠoλΔ και κατά συνέπεια ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και να καταδικαστεί το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της 134423/28.12.1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'/11/20.1.1993) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-12-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου