Legislator Case Law & Legislation
1437/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on usury claim, upholding lower court's rejection of consumer protection arguments regarding loan interest.

Case Number 1437/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court of Larissa's decision to reject the bank's usury claim. The appellant argued that the bank's transfer of the 128/1975 contribution to the borrower violated consumer protection laws, while the bank contended the transfer was a contractual interest component. The court ruled that the law does not prohibit such contractual transfers and that the contribution legally constitutes interest subject to capitalization.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1(3) of Law 128/1975; Article 12 of Law 2601/1998: The transfer of the 128/1975 contribution to the borrower via contract does not violate consumer protection laws and constitutes interest subject to capitalization.

Keywords

AI generated
usury claim rejection 128/1975 contribution contractual interest transfer consumer protection law loan agreement validity capitalization of interest appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 632 of the Code of Civil Procedure
Article 1(3) of Law 128/1975
Article 12 of Law 2601/1998
Article 2(6) of Law 2251/1994
Article 281 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 293(1)(a) of the Civil Code
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1437 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1437/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.. Ζ. Α.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Νάνη. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Κόζη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2021 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-8-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την από 12-6-2017 ανακοπή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ζήτησε για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους να ακυρωθεί η υπ' αριθ. ../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία αυτή διατάχθηκε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη - καθ' ης η ανακοπή ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, βάσει της από 22.12.2010 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου και της πρόσθετης πράξης αυτής, το συνολικό ποσό των 313.264,69 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 11/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που έκανε δεκτή (κατά πλειοψηφία) την ανακοπή και ακύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη, με την παρούσα αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθ. 69/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την ανακοπή.

Η κρινόμενη από 4-8-2021 αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ.

του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (Α.Π.245/2016, Α.Π.1652/2014). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (Α.Π.1/2017, Α.Π.991/2007, Α.Π. 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (Α.Π.370/2012).

Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (Α.Π.1443/2017, Α.Π.259/2002).

Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (Α.Π.911/2005).

Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια, δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (Α.Π.123/2023, ΑΠ 1772/2022, Α.Π.368/2019, Α.Π.1349/2013).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975, "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως, επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγόρευσης.

Όμως, από τη γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς, όμως, να ορίζει, ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του, ούτε, όμως, και την απαγόρευση μετακύλισής του.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.

Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ' ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.

Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελεύθερα (Α.Π.756/2015, Α.Π. 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγόρευσης μετακύλισης της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους, δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν. 128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.

Τότε, όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον ν. 128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.

Συμπερασματικά, ενόψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από το ν. 128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς, που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της έννομης σχέσης που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων - δανειοληπτών.

Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται, με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975, για τον καθορισμό του επιτοκίου σύμβασης πίστωσης, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου, κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

Εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του ν. 128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά δε προσαυξάνει το ποσοστό τους και λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π.4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη), με τον πρώτο λόγο της έφεσης, παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο δεύτερο σκέλος της ανακοπής περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/75 ως ουσία βάσιμο, ενώ έπρεπε να τον απορρίψει ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης καθότι δεν αμφισβητείται και δεν προσβάλλεται συγκεκριμένο κονδύλιο της απαίτησης, ούτε αναφέρεται ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό και εάν αυτό διαφοροποιείται από το επιδικασθέν, ούτε εξειδικεύονται τα επί πλέον ποσά των τόκων με τα οποία επιβαρύνθηκε παράνομα παρά μόνο αμφισβητείται γενικά η ορθότητα του λογαριασμού της σύμβασης και της επιδικασθείσας απαίτησης.

Ο περιλαμβανόμενος στον πρώτο λόγο δεύτερο σκέλος της ενδίκου ανακοπής ισχυρισμός ότι παρανόμως η εισφορά του ν. 128/1975 προστίθεντο στους τόκους, κεφαλοποιείται και ανατοκίζεται (χωρίς όμως να βάλει και κατά του τρόπου χρονικού υπολογισμού του, δηλαδή ανά τρίμηνο ή εξάμηνο) είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού η ανακόπτουσα δεν αναφέρει επακριβώς τα επί πλέον ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε παράνομα και ποιο τελικά είναι το ποσό που από αυτά τα κονδύλια οφείλει, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού της και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθούν αυτά από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, παρά μόνο προτείνεται από αυτήν μία γενική και ασαφής αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού που τηρείτο προς εξυπηρέτηση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, αμφισβητώντας απλώς το ύψος της απαίτησης και δη το εκκαθαρισμένο και βέβαιο αυτής χωρίς να προσβάλλει κανένα συγκεκριμένο κονδύλιο του λογαριασμού...

και χωρίς να προσδιορίζει είτε τα συγκεκριμένα ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον παράνομο ανατοκισμό είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα είχε αν δεν είχε λάβει χώρα ο παράνομος ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσού, ο δε προσδιορισμός αυτός είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολο της.

Γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του σε βάρος της χρεωστικού κατάλοιπου από την επίδικη σύμβαση, χωρίς να προσβάλλει συγκεκριμένα επιμέρους κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού και χωρίς να επικαλείται ποιο είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό, δεν αρκεί. Επίσης εκκαλούσα, με το δεύτερο λόγο της έφεσης, παραπονείται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο δεύτερο σκέλος της ανακοπής περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/75 ως ουσία βάσιμο, ενώ έπρεπε να τον απορρίψει ως νόμω αβάσιμο, καθότι η εισφορά του Ν. 128/1975 επειδή εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων ως μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου το ποσοστό το οποίο προσαυξάνει λογίζεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 292.1 εδ.α Α.Κ, ως τόκος και συνεπώς νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων του κεφαλαίου, εφόσον ο συνυπολογισμός στο επιτόκιο δεν συνεπάγεται την υπέρβαση του ανώτατου θεμιτού ορίου.

Ο περιλαμβανόμενος στον πρώτο λόγο δεύτερο σκέλος της ενδίκου ανακοπής ισχυρισμός ότι παρανόμως η εισφορά του ν. 128/1975 προστίθεντο στους τόκους, κεφαλοποιείται και ανατοκίζεται (χωρίς όμως να βάλει και κατά του τρόπου χρονικού υπολογισμού του, δηλαδή ανά τρίμηνο ή εξάμηνο) είναι απορριπτέος και ως νόμω αβάσιμος, καθόσον το ποσό της νομίμως επιβληθείσας δυνάμει συμβατικού όρου εισφοράς του Ν.128/1975, νόμιμα μπορεί να ανατοκίζεται, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου...Κατόπιν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατά πλειοψηφία, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ορισμένο και νόμιμο και εν συνεχεία έκανε δεκτό τον πρώτο λόγο δεύτερο σκέλος της ανακοπής ως ουσιαστικά βάσιμο, ενώ έπρεπε να τον κρίνει ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας άλλως ως νόμω αβάσιμο και να τον απορρίψει, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τους ως άνω πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης, με τους οποίους η αναιρεσίβλητη παραπονείτο για την παραδοχή του ως άνω λόγου της ανακοπής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε τον πρώτο λόγο δεύτερο σκέλος της ανακοπής με επάλληλη αιτιολογία, ήτοι κυρίως ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας και επικουρικά ως νόμω αβάσιμο, ακολούθως δε, κατ' άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., ερεύνησε τους λοιπούς λόγους της ανακοπής.

Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα) με τον πρώτο λόγο τρίτο σκέλος και δεύτερο λόγο δεύτερο σκέλος της ανακοπής ισχυρίζεται ότι οι όροι 2.02 (περί επιτοκίου συμπεριλαμβανομένου και της εισφοράς ν. 128/1975), ...της επιδίκου σύμβασης είναι άκυροι ως καταχρηστικοί κατ' άρθρο 281 Α.Κ και 2.6 του ν. 2251/94 και κατ' επέκταση η ακυρότητα αυτών επιφέρει την ακυρότητα της όλης σύμβασης λόγω ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί αυτή (σύμβαση) χωρίς το άκυρο μέρος της.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής... είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας δεδομένου ότι η ανακόπτουσα-πιστούχος-καταναλωτής δεν επικαλείται το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της σύμβασης, από την οποία εξαρτάται αν οι όροι αυτοί επιβλήθηκαν, χωρίς να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις διαφάνειας.

Ειδικότερα ο έλεγχος των ανωτέρω συμβατικών όρων περιορίζεται στην τήρηση των όρων της διαφάνειας και σε κάθε περίπτωση η ανακόπτουσα δεν ισχυρίζεται εν προκειμένω ότι οι εν λόγω συμβατικοί όροι ήταν αόριστοι ή αδιαφανείς και ιδίως χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο και δη ότι δεν παρουσιάσθηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, κατανοητό και σαφή ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει και να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη του ανωτέρω όρου της σύμβασης αφού ως μέτρο ελέγχου της διατάραξης της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών χρησιμεύει κάθε φορά το ενδοτικό δίκαιο που ισχύει για τη συγκεκριμένη σύμβαση, ο δε προσδιορισμός αυτός είναι απαραίτητος πλέον του ότι, όπως προαναφέρθηκε, τούτα είχαν συμφωνηθεί οπότε και ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης.

Επιπλέον οι ανωτέρω όροι της ανωτέρω σύμβασης, δεν ήταν άκυροι, όπως προαναφέρθηκε, η δε απλή πρόβλεψη σε δανειακή σύμβαση ακόμη και άκυρου όρου δεν αρκεί για να οδηγήσει σε ακύρωσης της βάσει της συμβάσεως έκδοση διαταγής πληρωμής εάν δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται ενεργοποίηση του όρου αυτού με συγκεκριμένη δυσμενή επιβάρυνση του δανειολήπτη.

Επιπρόσθετα η ανακόπτουσα-πιστούχος-καταναλωτής δεν επικαλείται την υποθετική θέληση των συμβληθέντων και δη της καθ' ης η ανακοπή, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, να μην ισχύσει αυτή στο σύνολο της, εάν γνώριζε την ακυρότητα του μέρους. Επομένως, ο πρώτος λόγος τρίτο σκέλος και δεύτερος λόγος δεύτερο σκέλος της ανακοπής, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα, πρέπει να απορριφθούν.

Μετά ταύτα η έρευνα του ...λόγου...της ανακοπής περί ακυρότητας της διαταγής πληρωμής λόγω του ότι η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη... λόγω της ακυρότητας του περιλαμβανομένου σ' αυτήν (απαίτηση) ποσού της εισφοράς του Ν.128/1975...παρέλκει, αφού οι ανωτέρω όροι δεν είναι άκυροι ως καταχρηστικοί και ως εκ τούτου δεν καθιστούν την απαίτηση ανεκκαθάριστη.

Άλλως οι ανωτέρω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, αφού η ανακόπτουσα δεν επικαλείται σαφείς και ορισμένους λόγους που καθιστούν την ένδικη απαίτηση ανεκκαθάριστη με την αναφορά συγκεκριμένων κονδυλίων καθόσον περιέχει γενική αμφισβήτηση της ορθότητας της διαταγής πληρωμής, χωρίς να περιέχει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που βάλλουν κατά των κατ' ιδίαν κονδυλίων που επιδικάζονται με αυτή".

Από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τους πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος, και δεύτερο λόγους της ανακοπής με επάλληλη αιτιολογία, δηλαδή κυρίως ως αόριστους και επικουρικά ως αβάσιμους κατ'ουσίαν. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον πρώτο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/75, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.3 του ν.128/1975, 12 του Ν.2601/1998, 623, 624 παρ.1, 626 παρ.2, 3 και 628 του Κ.Πολ.Δ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από αυτά που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα αρκείται σε μια γενική και ασαφή αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού που τηρείτο προς εξυπηρέτηση της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, αμφισβητώντας απλώς το ύψος της απαίτησης και δη το εκκαθαρισμένο και βέβαιο αυτής, χωρίς να προσδιορίζει, όπως όφειλε, είτε τα συγκεκριμένα ποσά με τα οποία επιβαρύνθηκε από τον παράνομο ανατοκισμό είτε το νόμιμο ύψος της οφειλής της, όπως αυτό θα είχε αν δεν είχε λάβει χώρα ο παράνομος ανατοκισμός, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο λογιστικός έλεγχος του νόμιμου ύψους του επιδικασθέντος με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής ποσού και η αφαίρεση των εν λόγω κονδυλίων από το συνολικό ποσό της απαίτησης, δεδομένου ότι, ακόμη και σε περίπτωση ενσωμάτωσης στο κεφάλαιο της απαίτησης παρανόμων ανατοκισμών δε θίγεται ούτε η απόδειξη της απαίτησης με έγγραφα ούτε αυτή καθίσταται ανεκκαθάριστη, η ευδοκίμηση δε του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής και, συνεπώς, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της.

Περαιτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας, με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, ως αόριστους τους πρώτο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος, και δεύτερο λόγους ανακοπής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι οι όροι 2.02 (περί επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς ν. 128/1975) της επιδίκου σύμβασης είναι άκυροι ως καταχρηστικοί κατά τα άρθρα 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, 281, 174, 178 και 179 του Α.Κ.

και ότι, κατ' επέκταση, η ακυρότητα αυτών επιφέρει την ακυρότητα της όλης σύμβασης λόγω ότι δεν θα είχε επιχειρηθεί αυτή (σύμβαση) χωρίς το άκυρο μέρος της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ότι οι εν λόγω συμβατικοί όροι ήταν αόριστοι ή αδιαφανείς και ιδίως ότι συνομολογήθηκαν χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, χωρίς να εξηγηθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, κατανοητό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει και να είναι σε θέση να διαγνώσει εκ των προτέρων κρίσιμα στοιχεία ή μεγέθη του ανωτέρω όρου της σύμβασης.

Επομένως, ο μοναδικός, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων απέρριψε τους ως άνω λόγους της ανακοπής της, προεχόντως ως απαράδεκτους λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π.25/2003, Α.Π.136/2022, Α.Π.383/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης, πλήττεται και η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες απορρίφθηκαν, αντίστοιχα, ως μη νόμιμος ο πρώτος λόγος της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/75, και ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν οι πρώτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος, και δεύτερος λόγος ανακοπής, περί ακυρότητας των όρων 2.02 (περί επιτοκίου, συμπεριλαμβανομένης και της εισφοράς ν. 128/1975) της επιδίκου σύμβασης ως καταχρηστικών.

Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη από καθεμιά από τις κύριες επάλληλες αιτιολογίες επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβασίμου του κατ' αυτών ως άνω αναιρετικού λόγου, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αφορά καθεμιά από τις επικουρικές επάλληλες αιτιολογίες, είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση κύρια επάλληλη αιτιολογία.

Ανεξαρτήτως αυτού, έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο τον πρώτο λόγο της ανακοπής, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, περί παράνομου ανατοκισμού της εισφοράς του ν. 128/75, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ.3 του ν.128/1975 και 12 του Ν.2601/1998, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς στην πιστούχο, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του Α.Κ.

και με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται απ` αυτήν ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους, ως εκ τούτου δε, εφόσον η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται η εισφορά αυτή, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.

α` ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, 281 και 174 ΑΚ, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου έγινε στη σύμβαση ειδική αναφορά για τη χρέωση του πιστούχου και με την εισφορά του ν. 128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, με συνέπεια οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης να έχουν ικανοποιηθεί και επομένως ο ανωτέρω όρος (ΓΟΣ) της επίδικης δανειακής σύμβασης δεν είναι άκυρος ως καταχρηστικός και δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη.

Κατόπιν αυτού, σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό αναφέρεται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ

την από 4-8-2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ..Ζ. Α..Β..Ε..Ε.." για αναίρεση της υπ` αριθ. 69/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ