Legislator Case Law & Legislation
1437/2017 AI generated

1437/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1437/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1437/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 11-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-2-2015 αιτήσεως και των από 15-4-2015 προσθέτων λόγων των 1) Ι. Σ. του Χ., 2) Α. Σ. του Ι. και 3) Φ. - Γ. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2491/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Keywords

AI generated
locus standi of heir marriage determining standard of living statutory heir parents' pension paternity allowance unworthiness to inherit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1437 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1437/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Σ. του Χ., 2) Α. Σ. του Ι. και 3) Φ. - Γ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γεωργιάδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 2) Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βύρωνα Βοσκίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19247/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 1378/2012 μη οριστική και 2491/2014 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-2-2015 αίτηση τους και τους από 15-4-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 11-4-2016 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-2-2015 αιτήσεως και των από 15-4-2015 προσθέτων λόγων των 1) Ι. Σ. του Χ., 2) Α. Σ. του Ι. και 3) Φ. - Γ. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2491/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού η από 12.2.2015 αίτηση αναίρεσης και οι παραδεκτά και εμπροθέσμως ασκηθέντες από 15.4.2015 πρόσθετοι λόγοι αυτής, που πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1831 παρ. 2 του Α.Κ., που αφορά τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας "στην κληρονομιά προσθέτονται, με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, ο,τιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον".

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1835 παρ.1 του ίδιου Κώδικα "κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου, η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομιά, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομιά που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825 και 1836 ΑΚ, προκύπτει ότι, σε μέμψη υπόκεινται οι δωρεές, οι οποίες, σύμφωνα με το άνω άρθρο 1831 παρ. 2 ΑΚ, προστίθενται στην κληρονομιά για τον προσδιορισμό της και τον υπολογισμό βάσει αυτής της νομίμου μοίρας , δηλαδή κάθε δωρεά του κληρονομουμένου προς μεριδούχο οποτεδήποτε και αν έγινε ή προς τρίτο που πραγματοποιήθηκε κατά την τελευταία προ του θανάτου του δεκαετία, εκτός εάν η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας, οπότε δεν προσβάλλεται ως άστοργη, έστω και αν θίγει τη νόμιμη μοίρα μεριδούχου.

Δωρεά από ιδιαίτερο καθήκον, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1831 παρ.2 Α.Κ., θεωρείται εκείνη η οποία γίνεται από υποχρέωση του δωρητή προς το δωρεοδόχο, η οποία ανακύπτει από ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις και στηρίζεται στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης και επομένως δεν υπάρχει στη δωρεά που γίνεται από γονέα στο τέκνο του ως ανταμοιβή για τις περιποιήσεις του, αφού μεταξύ αυτών υπάρχει νομική υποχρέωση, από το συγγενικό τους δεσμό.

Από λόγους δε ευπρέπειας είναι η δωρεά που ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ή τις απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνεται από κοινωνική υποχρέωση. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1509 εδ. α’ του Α.Κ. ορίζεται, ότι "η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για την δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος αποτελεί δωρεά μόνο ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις".

Το μέτρο δε αυτό που καθορίζει, τον χαρακτήρα της γονικής παροχής ως δωρεάς, κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με βάση την περιουσιακή κατάσταση των γονέων, τον αριθμό των τέκνων και τις ανάγκες των τέκνων, την οικονομική κατάσταση των άλλων τέκνων κ.λ.π. (Α.Π. 491/2009, 500/2014 και 23/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομη συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως"αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.

Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα. Τέλος , κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.

Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Στις 28-10-2006 απεβίωσε η Α. Σ., η οποία κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς της τα τέκνα της ήτοι τους ενάγοντες .... (ήδη αναιρεσιβλήτους) και τον πρώτο εναγόμενο .... (ήδη πρώτο αναιρεσείοντα).

Η αποβιώσασα κατά το χρόνο του θανάτου της δεν είχε περιουσία, αφού τα περιουσιακά στοιχεία που διέθετε είχε μεταβιβάσει με παροχές εν ζωή στα άνω τέκνα της καθώς και στον δεύτερο και τρίτο των εναγομένων ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων) ...τέκνα του πρώτου εναγόμενου. Συγκεκριμένα: 1) Με το υπ’ αριθμ. .../30-6-1995 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος Θεσσαλονίκης Α.

Φ.-Σ. και μεταγράφηκε νόμιμα, η αποβιώσασα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα της την κυριότητα ενός...διαμερίσματος μικτού εμβαδού 107 τ.μ. και καθαρού 96,30 τ.μ...στον πρώτο...όροφο της ενταύθα και επί της οδού-... πολυώροφης οικοδομής...η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν κατά το χρόνο της παροχής στο ποσό των 9.266.785 δρχ. 2) Με το υπ’ αριθ. .../30-6-1995 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω αποβιώσασα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον πρώτο ενάγοντα γιό της την κυριότητα ενός ...

διαμερίσματος μικτού εμβαδού 135 τ.μ.... στον πρώτο ύπερθεν του ισογείου όροφο της ενταύθα και επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής ... η αντικειμενική αξία του οποίου ανερχόταν κατά το χρόνο της παροχής στο ποσό των 11.162.313 δρχ. 3) Με το υπ’ αριθ. .../30-6-1995 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω αποβιώσασα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην πρώτο εναγόμενο γιό της την κυριότητα του 1/4 εξ αδιαιρέτου δύο...

διαμερισμάτων εμβαδού 84,20 τ.μ. και 87,60 τ.μ. κειμένων στην ενταύθα και επί των οδών ... η αντικειμενική αξία των οποίων ανερχόταν κατά το χρόνο της παροχής στο ποσό των 3.346.383 δρχ. 4) Με το υπ’ αριθ. .../6-4-1999 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμ/φος Θεσ/νίκης Β.-Β. Ε.-Β., η αποβιώσασα μεταβίβασε στην δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα της λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα μίας μετοχής του ..., με τον όρο να μην συνυπολογισθεί στην νόμιμη μοίρα αυτής.

Η αξία της άνω μετοχής κατά το χρόνο της παροχής ανερχόταν στο ποσό των 166.640 δρχ. μετά το θάνατο της επικαρπώτριας δε η εν λόγω ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία αυτής...5) Με το υπ’ αριθ. .../30-10-1996 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμ/φος Θεσ/νίκης Α. Π. και μεταγράφηκε νόμιμα, η άνω αποβιώσασα μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο γιό της λόγω γονικής παροχής το 65% εξ αδιαιρέτου και στους λοιπούς εναγομένους εγγονούς της κατ’ ισομοιρία λόγω δωρεάς το 35% της ψιλής κυριότητος μιας αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας εμβαδού 648,50 τ.μ.

μετά της επ’ αυτού οικίας εμβαδού 150 τ.μ. με ποσοστό στο μείζον οικόπεδο εμβαδού αυτού 786 τ.μ. 824/1000 εξ αδιαιρέτου κειμένου ενταύθα και επί της οδού ... παρακράτησε δε η ίδια την επικαρπία αυτού εφ’ όρου ζωής της. Η αντικειμενική αξία της ψιλής κυριότητος της άνω γονικής παροχής κατά το χρόνο που αυτή έγινε ανερχόταν στο ποσό των 40.473.916 δρχ.

και των δωρεών κατά τον ίδιο χρόνο στο ποσό των 21.793.646 δρχ. σύμφωνα δε με τη δήλωση της Α. Σ. η γονική αυτή παροχή και οι δωρεές έγιναν με τον όρο να μην συνεισφερθούν στις κληρονομικές μερίδες των εναγομένων σε αντίθεση με τις λοιπές παροχές που δεν τέθηκε όρος περί μη καταλογισμού αυτών στην νόμιμη μοίρα των άνω τέκνων της πλην αυτής που αφορούσε την ως άνω μετοχή...Κατά το χρόνο συστάσεως των τριών πρώτων γονικών παροχών προς τα τέκνα της αυτή ήταν ηλικίας 79 ετών..., κατά τον χρόνο δε της μεταβίβασης της ψιλής κυριότητος στους εναγόμενους αυτή ήταν ηλικίας 80 χρονών, δεν βαρυνόταν δε με δαπάνες στεγάσεως γιατί διέμεινε στην επί της οδού ...

οικία. Η τελευταία είχε εισοδήματα, γιατί είχε...αρχικά την κυριότητα και στην συνέχεια την επικαρπία μίας μετοχής του ... ανερχόμενη σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου, που της απέφερε ικανοποιητικό εισόδημα, με το οποίο μπορούσε να καλύψει τις βιοτικές της ανάγκες δοθέντος ότι το ύψος αυτού ξεπερνούσε το 1.000.000 δρχ.

ετησίως...Ο πρώτος των εναγόμενων... κατά το χρόνο της γενομένης προς αυτόν γονικής παροχής ήταν ηλικίας 46 ετών είναι μαθηματικός και εργαζόταν ως προγραμματιστής στον ... από την εργασία του δε αυτή κέρδιζε κατά τον ίδιο χρόνο το ποσό των 250.000 δρχ. μηνιαίως και ήταν κύριος μετοχής του ... ανερχόμενη σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου που του απέφερε εισόδημα μεγαλύτερο του 1.000.000 δρχ.

ετησίως. Ο πρώτος εναγόμενος είχε τελέσει ...νόμιμο γάμο με την Π. Ν. και από το γάμο αυτό απέκτησε δύο τέκνα, ήτοι τον δεύτερο εναγόμενο γιο του Α. που γεννήθηκε το έτος 1983 και τον τρίτο εναγόμενο γιό του Φ. - Α. που γεννήθηκε το έτος 1990. Ο γάμος του πρώτου εναγομένου με την άνω σύζυγο του έχει ήδη λυθεί με την διαδικασία του συναινετικού διαζυγίου το έτος 1999, αμφότεροι δε ανέλαβαν την άσκηση της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων τους.

Ο πρώτος εναγόμενος διέμεινε μέχρι το έτος 1995 περίπου με την σύζυγο του και τα τέκνα του σε διαμέρισμα της επί της επί της οδού ... πολυώροφης οικοδομής τη χρήση του οποίου είχε παραχωρήσει σ’ αυτόν και στην οικογένεια του η μητέρα του χωρίς αντάλλαγμα. Το έτος 1995 ο πρώτος εναγόμενος με τα τέκνα του εγκαταστάθηκε στο σπίτι της μητέρας του, με την οποία και διέμεινε και αυτό γιατί η σύζυγος του αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας.

Το έτος 1999 οι σχέσεις του με την μητέρα του διαταράχθηκαν και έτσι απομακρύνθηκε από την άνω οικία επανήλθε όμως το έτος 2003 και διέμεινε εκεί μέχρι του... θανάτου της μητέρας του το έτος 2006....Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η Α. Σ. πιεζόμενη από τους ενάγοντες με την από 10-3-1999 αγωγή που άσκησε κατά του πρώτου εναγομένου ισχυρίσθηκε ότι η άνω γονική παροχή για την οποία συντάχθηκε το υπ’ αριθ. .../1996 ως άνω συμβόλαιο υπέκρυπτε στο σύνολο της δωρεά προς τον τελευταίο και αφορούσε ολόκληρο το δωρηθέν ακίνητο, γιατί πραγματικός συμβαλλόμενος και για το 35% εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τούτου ήταν ο πρώτος εναγόμενος γιος της και όχι τα τέκνα του.

Ότι ο τελευταίος επέδειξε σε βάρος της δωρήτριας μητέρας του αχαριστία και για το λόγο αυτό η τελευταία ανακαλεί την προς αυτόν δωρεά. Με την από 6-10-2002 δήλωση της όμως η Α. Σ. παραιτήθηκε από την άνω αγωγή και το δικαίωμα, μετά την παραίτηση της δε αυτή ο πρώτος εναγόμενος εγκαταστάθηκε με τα τέκνα του στο σπίτι της μητέρας του, όπου διέμεινε...μέχρι του θανάτου της.

Περαιτέρω ... ο πρώτος ενάγων κατά το χρόνο της παροχής διέμεινε στην Κομοτηνή με την σύζυγο του και τα τέκνα του, εργαζόταν δε ως γεωπόνος διορισμένος στο Δημόσιο και οι μηνιαίες αποδοχές του ανερχόταν στο ποσό των 220.000 δρχ. περίπου. Επίσης η σύζυγος του ήταν δημόσιος υπάλληλος και αυτός ήταν κύριος μετοχής του ...

σε ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου που του απέφερε εισόδημα μεγαλύτερο του 1.000.000 δρχ. ετησίως. Η δεύτερη ενάγουσα είχε τελέσει νόμιμο γάμο με τον Ι. Θ. και από το γάμο της αυτό δεν απέκτησε τέκνα, ο σύζυγος της δε ήταν υπάλληλος της Δ.Ε.Η. ενώ η ίδια δεν εργαζόταν. Με βάση τα ανωτέρω η γονική παροχή της ψιλής κυριότητος του 65% εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου μετά της επ’ αυτού οικίας προς τον πρώτο εναγόμενο έχει την έννοια της δωρεάς γιατί υπερβαίνει το μέτρο το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, αν ληφθεί υπόψη η προαναφερόμενη οικονομική κατάσταση της παρέχουσας, η κοινωνική της θέση κατά την σύσταση της παροχής, το γεγονός ότι το ακίνητο αυτό αποτελούσε πλέον το μοναδικό περιουσιακό της στοιχείο της παρέχουσας, καθώς επίσης και την οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του πρώτου εναγομένου αλλά και των άλλων τέκνων της παρέχουσας.

Άλλωστε η τελευταία είχε προβεί στην διανομή του μεγαλύτερου μέρους της κληρονομιαίας περιουσίας το σημαντικότερο όμως περιουσιακό της στοιχείο το μεταβίβασε κατά ποσοστό 65% εξ αδιαιρέτου στον πρώτο εναγόμενο... Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι η εν λόγω γονική παροχή αποτελεί δωρεά στο σύνολο της, γιατί υπερέβαινε το μέτρο που επέβαλλαν οι περιστάσεις η δωρεά δε αυτή δεν έγινε από ιδιαίτερο καθήκον - κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1831 παρ.2 Α.Κ..

Και τούτο γιατί δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση της δωρήτριας κινούμενη από ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις που να στηρίζεται εν προκειμένω στις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης, αφού δεν υπάρχει στη δωρεά που γίνεται από την μητέρα στο παιδί της για να το ανταμείψει για τις περιποιήσεις του νομική υποχρέωση από το συγγενικό τους δεσμό.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου, ότι η άνω δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, γιατί αυτός αντιμετώπιζε προβλήματα στο γάμο του εξ αιτίας της ψυχικής νόσου της συζύγου του επιπλέον δε αυτός φρόντιζε και περιποιόταν την μητέρα του, πρέπει να απορριφθεί και έτσι η δωρεά αυτή υπόκειται σε ανατροπή κατά το μέρος που προσβάλλει την νόμιμη μοίρα των εναγόντων κατά το ελλείπον ποσοστό.

Περαιτέρω όσον αφορά τη δωρεά του 35% εξ αδιαιρέτου του άνω οικοπέδου προς τον δεύτερο και τρίτο των εναγομένων; δεν αποδείχθηκε ότι αυτή έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον της μάμμης τους προς αυτούς. Ειδικότερα κατά το χρόνο συστάσεως της δωρεάς ο δεύτερος των εναγόντων ήταν ηλικίας δεκατριών ετών και ο τρίτος αυτών έξι ετών και μέχρι τότε η έγγαμη συμβίωση των γονέων τους δεν είχε διαταραχθεί, ώστε η μάμμη των να αισθάνεται έντονη προς αυτούς την υποχρέωση να προβεί στην κατάρτιση της εν λόγω δωρεάς μεταβιβάζοντας στους ανηλίκους εγγονούς της το 35% εξ αδιαιρέτου του άνω ακινήτου.

Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω δωρεά προς τους ανηλίκους υπαγορεύθηκε από τις επιταγές της ηθικής και της αλληλεγγύης και από το αίσθημα της κληρονομουμένης μάμμης τους προς τους εγγονούς της ότι αυτά θα αντιμετώπιζαν μετά το θάνατο της σοβαρά οικονομικά προβλήματα στην ανατροφή, στην εκπαίδευση τους και στην εν γένει διαβίωση τους.

Περαιτέρω και αν ακόμη η μητέρα τους αντιμετώπιζε προβλήματα με την ψυχική της υγεία, όπως οι τελευταίοι ισχυρίζονται, ο πρώτος εναγόμενος πατέρας τους διέθετε μόρφωση και είχε εισοδήματα από την εργασία του, ώστε να εξασφαλίσει τους αναγκαίους για την διαβίωση των τέκνων του πόρους και να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες.

Συνεπώς ο ισχυρισμός των εν λόγω εναγομένων ότι η δωρεά αυτή επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία και ως εκ τούτου η δωρεά αυτή προστίθεται στην κληρονομιά για την εξεύρεση της νομίμου μοίρας των νομίμων μεριδούχων της άνω αποβιωσάσης και υπόκεινται σε διάρρηξη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ....Με βάση τα ανωτέρω συνεπώς για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας των εναγόντων κατά το ελλείπον ποσοστό , πρέπει να υπολογισθεί η αξία της πλασματικής ομάδος της κληρονομίας της μητέρας των διαδίκων, η οποία ανέρχεται με βάση την αξία των άνω παροχών κατά τον κρίσιμο χρόνο της συστάσεως των στο ποσό των (9.268.785 + 11.162.813 + 3.346.383 + 166.640 + 40.473.916 + 21.793.646=) 77.872.383 δρχ., αφού κατά το χρόνο θανάτου αυτής δεν υπήρχε περιουσία και για την εξεύρεση της αξίας της αυξημένης κληρονομικής ομάδας πρέπει να προστεθεί στην αξία των άνω δωρεών και η αξία των προαναφερομένων γονικών παροχών.

Στο παραπάνω ποσό πρέπει να προστεθεί η αξία της επικαρπίας του άνω ακινήτου, η οποία λαμβάνοντας την ηλικία της κληρονομουμένης ανερχόταν στο ποσό του 1.000.000 δρχ. καθώς και η αξία της επικαρπίας της άνω μετοχής που ανερχόταν σε 8.000 δρχ. κατά το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης και συνεπώς η συνολική αξία της αυξημένης κληρονομικής ομάδας ανερχόταν σε (9.268.785 + 11.162.813 + 3.346.383 + 166.640 + 40.473.916 + 21.793.646 + 1.000.000 + 8.000 =) 78.880.383 δρχ.

Περαιτέρω οι ενάγοντες ως νόμιμοι μεριδούχοι της μητέρας τους έχουν δικαίωμα νομίμου μοίρας στην κληρονομιά αυτής, συνεπώς αν στην κληρονομιά αυτής χωρούσε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, δοθέντος ότι οι ενάγοντες συνέτρεχαν μόνο με τον εναγόμενο αδελφό τους, θα καλούντο αυτοί στην πρώτη τάξη και η εξ αδιαθέτου μερίδα τους θα ανήρχετο σε 1/3 εξ αδιαιρέτου, η νόμιμη μοίρα τους δε, στο ήμισυ αυτής, ήτοι σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου.

Κατ’ ακολουθία η αξία της εξ αδιαθέτου μερίδος του πρώτου ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των (78.880.383 ΧΙ/3 =)26.293.461δρχ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της προς τον πρώτο εναγόμενο συνεσεινεκτέας παροχής που ανέρχεται στο ποσό των 11.162.813 δρα. (26.293.461-11.162.813=) 15.131.648 δρχ. και συνεπώς η νόμιμη μοίρα αυτού ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδος του ήτοι σε 7.565.824 δρχ.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ήμισυ της άνω παροχής αφού δεν υπήρχε όρος περί μη καταλογισμού στην νόμιμη μοίρα ήτοι (7.565.824 - 5.581.406=) 1.984.418 δρχ. Για την εξεύρεση του αναλογούντος ποσοστού της νόμιμης μοίρας του πρώτου ενάγοντα θα σχηματιστεί ένα κλάσμα με αριθμητή την αξία της νομίμου μοίρας του και παρονομαστή την αξία της πλασματικής ομάδος της κληρονομιάς από την οποία θα αφαιρεθεί η αξία της άνω συνεσεινεκτέας παροχής ήτοι 1.984.418/67.727.570 = 0,0293 δηλαδή 2,93% εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω η αξία της εξ αδιαθέτου μερίδος της δεύτερης ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των (78.880.383Χ 1/3 =)26.293.461 δρχ. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η αξία των προς την δεύτερη ενάγουσα συνεισεινεκτέων παροχών που ανέρχεται στο ποσό των (9.268.765+166.640=) 9.435.425 δρχ. ήτοι (26.293.461-9.435.425=) 16.858.036 δρχ. και συνεπώς η νόμιμη μοίρα αυτής ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδος της ήτοι σε 8.429.018 δρχ.

Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί το ήμισυ της πρώτης εκ των άνω παροχών αφού δεν υπήρχε όρος περί μη καταλογισμού αυτής στην νόμιμη μοίρα της εν λόγω παροχής της άνω ενάγουσας ήτοι (8.429.018 - 4.634.392,5=) 3.794.625,5 δρχ. Για την εξεύρεση του αναλογούντος ποσοστού της νόμιμης μοίρας της δεύτερης ενάγουσας θα σχηματιστεί ένα κλάσμα με αριθμητή την αξία της νομίμου μοίρας της και παρονομαστή την αξία της πλασματικής ομάδος της κληρονομιάς από την οποία θα αφαιρεθεί η αξία της άνω συνεσεινεκτέας παροχής ήτοι 3.794.625,5/67.727.570 =0,0560 δηλαδή 5,60% εξ αδιαιρέτου.

Περαιτέρω, επειδή δεν καταλήφθηκε περιουσία που να καλύπτει την νόμιμη μοίρα των εναγόντων η γενόμενη στους εναγομένους δωρεά εν ζωή από την κληρονομουμένη είναι άστοργη αφού προσβάλλει το εν λόγω δικαίωμα τους κατά το ελλείπον ποσοστό και έτσι οι ενάγοντες νόμιμοι μεριδούχοι διατηρούν σε βάρος των εναγομένων δωρεοδόχων ενοχική απαίτηση επί του δωρηθέντος ακινήτου κατά το άνω ποσοστό.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση προσδιόρισε το ελλείπον ποσοστό της νομίμου μοίρας του πρώτου ενάγοντος σε ποσοστό ανερχόμενο σε 0,0028% και αυτό της δεύτερης εναγομένης σε ποσοστό 0,0382% εξ αδιαιρέτου λαμβάνοντας ως κρίσιμο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας της το χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης αντί του χρόνου συστάσεως της παροχής...".

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δικάζοντας δε ακολούθως κατ’ ουσίαν την υπόθεση και δεχόμενο εν μέρει την αγωγή ανεγνώρισε ότι με το υπ’ αριθμ. .../1996, συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Α. Π. συνεστήθη δωρεά και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και χώρισε στην ανατροπή αυτής κατά τα αναγκαία για την συμπλήρωση της νομίμου μοίρας των αναιρεσιβλήτων ποσοστά των 2,93% και 5,60% αντιστοίχως, επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου, κατά τα οποία και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να αποδώσουν το ακίνητο στους αναιρεσιβλήτους.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1831 παρ. 2, 1835 παρ.1 και 1509 εδ. α’ του Α.Κ., δεν στέρησε δε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων με τους πρώτο και δεύτερο (κατά ένα μέρος) λόγους) της αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και με τους προσθέτους λόγους περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προειρημένων διατάξεων καθώς και εκείνων των άρθρων 1833 παρ. 1, 156, 510 και 512 του Α.Κ. τυγχάνουν αβάσιμες.

Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση διότι ενώ δέχθηκε ότι η κληρονομουμένη, μητέρα και γιαγιά τους αντιστοίχως, Α. Σ., με την από 6-10-2002 δήλωση της παραιτήθηκε της αγωγής της και του ασκηθέντος δι’ αυτής δικαιώματος ανακλήσεως λόγω αχαριστίας της υποκρυπτόμενης κατά τους ισχυρισμούς της στο υπ’ αριθμ. .../1996 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Π. δωρεάς ακινήτου προς τον πρώτο εξ αυτών, ο οποίος μετά ταύτα εγκαταστάθηκε μετά των τέκνων του (λοιπούς αναιρεσείοντες) στην οικία αυτής, όπου και διέμεινε μέχρι του θανάτου της, δεν δέχθηκε περαιτέρω την συναγόμενη, ως συνέπεια της ρηθείσης παραιτήσεως της, έμμεση ομολογία της ίδιας ότι η επίμαχη δωρεά έγινε από λόγους ευπρέπειας και ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και ως τοιαύτη δεν υπόκειται σε ανατροπή.

Έτσι απέρριψε, τον αντίστοιχο ισχυρισμό τους, παραβιάζοντας ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, αλλά και εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες τις προδιαληφθείσες ουσιαστικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, ερειδόμενος, πρωτίστως, επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού η παραίτηση της κληρονομουμένης από του δικαιώματος της προς ανάκληση της επίμαχης δωρεάς λόγω αχαριστίας, δεν ενέχει και δήλωση αυτής ότι η συγκεκριμένη δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας, η οποία (δήλωση) σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και ρητώς ακόμη αν είχε διατυπωθεί, δεν θα αρκούσε για να προσδώσει στη σύμβαση το νομικό χαρακτήρα αυτής, ο καθορισμός του οποίου δεν εξαρτάται από την ονομασία που προσδίδουν στη σύμβαση οι συμβαλλόμενοι, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο διαμορφώνει την κρίση του από το περιεχόμενο των συμφωνηθέντων, προσφεύγοντας, εάν χρειασθεί και σε στοιχεία εκτός της συμβάσεως.

Έτσι, η δήλωση των συμβαλλομένων ότι η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο, ούτε παρέχει πλήρη απόδειξη για το χαρακτηρισμό αυτό (Α.Π. 1624/2011). Στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά , ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι η επίμαχη δωρεά δεν φέρει τον χαρακτήρα της εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος ή εκ λόγων ευπρεπείας γενομένης και ως τοιαύτη υπόκειται σε ανατροπή.

Με την κρίση του δε αυτή δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες από τους αναιρεσείοντες πλημμέλειες της παραβιάσεως των προειρημένων ουσιαστικών διατάξεων, αφού τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και παρατίθενται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλομένη απόφαση, ανταποκρίνονται πλήρως στα πραγματικό των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (1831 παρ. 2, 1835 παρ.1 και 1509 εδ.

α’ Α.Κ.) και προβλέπουν την απαγγελθείσα με την απόφαση έννομη συνέπεια. Εξάλλου, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο κύριο, κατά τα δύο πρώτα μέρη του και τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως μέμφονται ειδικότερα την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 1509 εδ.

α’ Α.Κ., υπό την έννοια ότι το Εφετείο ? κατ’ εσφαλμένη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών και με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι η προς τον πρώτο εξ αυτών γονική παροχή του 65% του επιδίκου ακινήτου υπερέβαινε το εκ των περιστάσεων επιβαλλόμενο μέτρο και ως τοιαύτη αποτελούσε στο σύνολο της δωρεά, υποκείμενη σε ανατροπή αφού δεν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, ως ήδη εξετέθη, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερομένης διατάξεως και ορθή υπαγωγή σ’ αυτήν των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, κατέληξε με επαρκείς αιτιολογίες στο σαφώς διατυπούμενο πόρισμα του ότι η επίμαχη γονική παροχή, υπερβαίνει το εκ των περιστάσεων επιβαλλόμενο μέτρο και συνιστά δωρεά στο σύνολο της, η οποία ενόψει του προειρημένου χαρακτήρος της, (μη συνδρομή ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος ή λόγων ευπρεπείας) υπόκειται σε ανατροπή κατά το αναγκαίο για την συμπλήρωση της νομίμου μοίρας των αναιρεσιβλήτων ποσοστό.

Περαιτέρω το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττόμενης αποφάσεως του, ρητώς αναφέρθηκε και με επαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί συνδρομής ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος για την σύναψη της επίμαχης δωρεάς. Κατά συνέπειαν ο περί του αντιθέτου δεύτερος (κατά το τρίτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, συνισταμένη στην μη λήψη υπόψη του ως άνω καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, τυγχάνει αβάσιμος.

Τέλος το Εφετείο , όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αποφάσεως του για τον σχηματισμό της προδιαληφθείσης κρίσεως του περί ουσιαστικής αβασιμότητος του αυτοτελούς ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι η επίμαχη δωρεά επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον κα συνεπώς δεν υπόκειται σε μέμψη, έλαβε υπόψη, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύονται σ’ αυτήν και τα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο και δη το υπ’ αριθμ. .../29-8-2006 απόσπασμα συνεδριάσεως της Πρωτοβαθμίου Υγειονομικής Επιτροπής Θεσσαλονίκης, τις υπ’ αριθμ. .../29-10-2010 και ...-2-2008 ένορκες βεβαιώσεις των Θ.

Κ. και Α. Θ., την υπ’ αριθμ. .../6-10-2003 πράξη ανακλήσεως πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Π. και το υπ’ αριθμ. .../6-10-2003 ειδικό πληρεξούσιο της ιδίας συμβολαιογράφου. Τούτο συνάγεται από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε από την εκτίμηση, μετά των λοιπών αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και όλων των, νομίμως, από τους διαδίκους, προσκομισθέντων εγγράφων, αλλά και από τις σκέψεις και παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκαν τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως ο αυτός ως άνω δεύτερος (κατά το τέταρτο μέρος του) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στην μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων εγγράφων, τυγχάνει αβάσιμος.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με τον συνυπολογισμό στην κληρονομιά, προς εξεύρεση της νομίμου μοίρας των αναιρεσιβλήτων, και της δωρεάς που έγινε από την κληρονομουμένη γιαγιά τους προς τον δεύτερο και τον τρίτο εξ αυτών, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1898 Α.Κ., που ορίζει ότι παροχή που έκανε ο κληρονομούμενος σε απώτερο κατιόντα πριν εκπέσει ο εγγύτερος κατιών που τον αποκλείει δεν συνεισφέρεται, εκτός αν ο κληρονομούμενος, κατά την παροχή διέταξε τη συνεισφορά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 1898 Α.Κ. αφορά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή και όχι την αναγκαστική τοιαύτη, που διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1825 επ. Α.Κ. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις αυτές και δη την προεκτεθείσα τοιαύτη του άρθρου 1831 παρ. 2 Α.Κ. για τον υπολογισμό της νομίμου μοίρας προστίθεται στην κληρονομιά και οποιαδήποτε δωρεά του κληρονομουμένου, κατά τη τελευταία προ του θανάτου του δεκαετία, η οποία δεν επιβαλλόταν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρεπείας, όπως εν προκειμένω η δωρεά προς τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσείοντες, την οποία συνεπώς ορθώς συνυπολόγισε το Εφετείο προς εξεύρεση της κληρονομιάς και συνακολούθως της νομίμου μοίρας των αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της.

Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ. ΑΠ 13/1995, Α.

Π.570/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, επικαλούμενοι αντίφαση διατάξεων του αιτιολογικού και του διατακτικού αυτής καθώς και διατάξεων του διατακτικού μεταξύ τους οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνίσταται στο εξής: " ...

ενώ στο σκεπτικό της η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε ότι τόσο η γονική παροχή προς τον πρώτο από εμάς ποσοστού 65% εξ αδιαιρέτου της περιγραφόμενης ιδιοκτησίας όσο και η γονική παροχή προς τους δεύτερο και τρίτο από εμάς ποσοστού 35% εξ αδιαιρέτου της αυτής ιδιοκτησίας αποτελούν δωρεές. Ωστόσο στο διατακτικό της αναγνώρισε μεν στο σύνολο της ότι η γονική παροχή του 65% συνιστά δωρεά , ουδεμία διάταξη εξέδωσε περί του υπολοίπου 35% , όπως επίσης δεν ανέτρεψε τη δωρεά για το ποσοστό του 35%.

Και ενώ στο διατακτικό της δεν διέπλασε μία νέα έννομη συνέπεια για το ποσοστό αυτό του 35% , καταδίκασε όλους μας να αποδώσουμε στους αναιρεσιβλήτους... το ποσοστό της νόμιμης μοίρας...από τα παραπάνω συνάγεται ότι μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού σημειώνεται αντίφαση, όπως επίσης σημειώνεται εντονότερη αντίφαση μεταξύ των περισσοτέρων διατάξεων του διατακτικού...".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που αφορά αντιφάσεις μεταξύ διατάξεων του αιτιολογικού και του διατακτικού της αποφάσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον οι αντιφάσεις αυτές δεν ιδρύουν, κατά τα προεκτεθέντα, το συγκεκριμένο λόγο. Κατά το μέρος δε που αναφέρεται σε αντιφάσεις μεταξύ των διατάξεων του διατακτικού ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της αποφάσεως ουδεμία αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της.

Ούτε συνιστά τοιαύτη η προβαλλόμενη, κατά ανωτέρω, από τους αναιρεσείοντες , αφού η παροχή προς τους δεύτερο και τρίτο των αναίρεσε ιόντων, αποτελούσε αναμφισβητήτως και με βάση το σχετικό συμβόλαιο δωρεά, και συνεπώς το Εφετείο, εφόσον έκρινε ότι η δωρεά αυτή, η οποία ως τοιαύτη, δεν αποτελούσε αντικείμενο δικαστικής διαγνώσεως, υπόκειται σε μέμψη, ορθώς εχώρησε στην ανατροπή της κατά το αναγκαίο προς συμπλήρωση της νομίμου μοίρας των αναιρεσιβλήτων ποσοστό, και δεν ήταν αναγκαίο να διαλάβει στο διατακτικό της αποφάσεως και αναγνωριστική ανατροπής της δωρεάς διάταξη, όπως έπραξε με την αμφισβητούμενη και αναγνωρισθείσα ως δωρεά γονική παροχή του πρώτου αναιρεσείοντος.

Στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται και ο πέμπτος λόγος αιτήσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 προσάπτουν ελλιπή και αόριστη διατύπωση στη διάταξη που τους υποχρεώνει να αποδώσουν στους αναιρεσιβλήτους το ακίνητο κατά τα αναγκαία προς συμπλήρωση της νομίμου μοίρας των ποσοστά (2,93 % στον πρώτο και 5,60 % στο δεύτερο), συνισταμένη στο ότι δεν προσδιορίζει τον τρόπο αποδόσεως και τα αποδοτέα παρ’ εκάστου τούτων ποσοστά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι προβαλλόμενες ελλείψεις και ασάφειες του διατακτικού, πέραν του ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω, δεν συνιστούν λόγο αναιρέσεως, αλλά διορθώσεως της αποφάσεως.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ με τις προτάσεις, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτείνεται για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, με την επίκληση των προϋποθέσεων της βραδείας προβολής του (Α.Π. 9/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το έκτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β’ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την πρωτοδίκως προβληθείσα απ’ αυτούς ένσταση εκ του άρθρου 1836 παρ.1 εδ. β’ του Α.Κ. περί καταβολής του ισαξίου του ελλείποντος ποσοστού της νομίμου μοίρας προς αποφυγήν της ανατροπής της επιδίκου δωρεάς, η οποία ναι μεν, όπως παραδέχονται, δεν είχε επανεισαχθεί νομοτύπως στο Εφετείο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ., έπρεπε όμως παρά ταύτα να ληφθεί υπόψη, ενόψει της ενσωματώσεως των πρωτοδίκως υποβληθεισών προτάσεων τους στις προτάσεις που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου και της γενικής σ’ αυτές αναφοράς τους, περί επαναφοράς όλων των πρωτοδίκως υποβληθέντων ισχυρισμών τους. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται νόμιμο τρόπο υποβολής ενώπιον του Εφετείου του εφ’ ου ο λόγος αυτός ερείδεται ισχυρισμού τους ούτε ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν επί πλέον αυτοί, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12 Φεβρουαρίου 2015 αίτηση και τους από 15 Απριλίου 2015 προσθέτους λόγους αυτής των 1) Ι. Σ. του Χ., 2) Α. Σ. του Ι. και 3) Φ. - Γ. Σ. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2491/2014 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ