Legislator Case Law & Legislation
1437/2016 AI generated

1437/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1437/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1437/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Keywords

AI generated
unpaid licensing royalties action for payment debt enforcement claim unpaid debt unpaid customs duties back payment
AI generated
1438/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1932/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1819/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ' αριθμ.
1521/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
1495/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.120/2016 πράξη τη; Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1437 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1437/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο και Δημήτριο Τζιούβα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου-Βασιλοπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Δεβερώνα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. ΒΤ5007/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά και με πολιτικώς ενάγοντα τον Κ. Κ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Φεβρουαρίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ’ και 3 του Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήτευση αυτή γίνεται με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Κατά δε το άρθρο 515 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ακόμα και αν κάποιος από αυτούς δεν εμφανίστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 4-5-2015 αποδεικτικό επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Χ. Λ., ο πολιτικώς ενάγων της κρινόμενης υπόθεσης Κ. Κ. κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να εμφανιστεί στην αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως αυτής συνεδρίαση, που είχε οριστεί για να συζητηθεί η από 6-2-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Γ. Δ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. ΒΤ 5007/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, πλην όμως αυτός, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε. Μετά από αυτά και εφόσον η προαναφερθείσα αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του σαν να ήταν και αυτός παρών.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του Α.Κ. προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει (ισόποσα με την αξία της επιταγής). Η αξίωση προς αποζημίωση από τα άρθρα 914 και επ. του Α.Κ. συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει.

Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία αυτού είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.

Σημειώνεται, ότι το δικαίωμα αναγωγής του (τελευταίου) κομιστή κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων της επιταγής, παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε οποιοδήποτε υπογραφέα της επιταγής, ο οποίος την πλήρωσε. Ο οπισθογράφος δε που πλήρωσε την επιταγή, δύναται επιπλέον να διαγράψει την οπισθογράφησή του, καθώς και τις οπισθογραφήσεις των επομένων οπισθογράφων με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ. 2 του Ν. 5960/1933).

Αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνον ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία "η ποινική δίωξη" (για την πράξη της παρ. 1) "ασκείται μόνον ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε".

Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.

Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το ίδιο άρθρο (15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006), για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι "ο εξ αναγωγής υπόχρεος που εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες των άρθρων 914 επ." (Ολ.

Α.Π. 25, 29/2007 Πολιτ.). Εντεύθεν και δεν απαιτείται, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, η αναφορά του ποίος εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή και πως είχε περιέλθει σ’ αυτόν η επιταγή ως και εάν η έγκληση υπεβλήθη υπ’ αυτού. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αυτή ίσχυε κατά την αρχική της διατύπωση και προ της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, οριζόταν ότι εκείνος που εκδίδει εν γνώσει επιταγή μη πληρωθείσα, επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδων δραχμών ή με εκατέρα των ποινών αυτών Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972 και ορίσθηκε ότι εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτού παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.

Ήτοι, με το ως άνω άρθρο (79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/72, (μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α’ του Ν. 2408/1996), ορίζεται πλέον ότι εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.

Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη στην οικεία θέση, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής και κατά το χρόνο της εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή και υποκειμενικά δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως και για την ύπαρξή του αρκεί και η ενδεχόμενη γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.

Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως. Έτσι, για να είναι αξιόποινη η πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί ο εκδότης αυτής σε επίπεδο γνωστικό να γνωρίζει ακόμη και ως ενδεχόμενο και σε επίπεδο βουλητικό να επιδιώκει ή απλά να αποδέχεται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων.

Συνεπώς, όταν στην καταδικαστική απόφαση για έκδοση ακάλυπτης επιταγής διαλαμβάνεται ότι ο δράστης ενήργησε με πρόθεση (με δόλο), σημαίνει ότι αυτός γνώριζε και αποδεχόταν όλα τα στοιχεία που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, μεταξύ των οποίων είναι και η έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα.

Άρα, για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για το παραπάνω έγκλημα της ακάλυπτης επιταγής δεν είναι απαραίτητο να γίνεται σ’ αυτή και ειδική αναφορά στη "γνώση" του εκδότη της επιταγής για την ανυπαρξία διαθέσιμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, (όπως απαιτούσε παλαιότερα η προαναφερόμενη διάταξη πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, ή και περί μη νομίμου υποβολής της απαιτουμένης κατά νόμο εγκλήσεως, εφόσον βεβαίως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι άλλως, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους.

Για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μη στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού.

Η απλή επανάληψη στην αιτιολογία της αποφάσεως (σκεπτικό) του διατακτικού, καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, εφόσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση και μόνο όταν στο διατακτικό δεν διαλαμβάνονται τέτοια περιστατικά, η αιτιολογία, στην οποία επαναλαμβάνεται το διατακτικό είναι ελλιπής.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποίο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό ΒΤ 5007/2014 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, σε δεύτερο βαθμό, για τη πράξη της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής (παράβαση του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933), σε ποινή φυλακίσεως δεκαπέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και σε χρηματική ποινή 7.000 ευρώ.

Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σχετικά με την ενοχή του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή αντιγραφή, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάστηκε νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με αυτά που ισχυρίστηκε ο πληρεξούσιος του κατηγορουμένου και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι στον Πειραιά στις 30-10-2009 ως πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΒΕΕ" εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό ... για να πληρωθεί από την Τράπεζα ... για ευρώ -90.000,00- σε διαταγή "Κ. Σ.Κ." και αφού παρουσιάστηκε αυτή την 9-11-2009 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα (στο σχετικό τραπεζικό λογαριασμό). ...".

Ακολούθως, με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, κατά πιστή αντιγραφή, για το ότι: "Στον Πειραιά στις 30-10-2009 ως πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ" εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον πληρωτή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθμό ...

για να πληρωθεί από την Τράπεζα ... για ευρώ -90.000,00- σε διαταγή "Κ. Σ. Κ." και αφού παρουσιάστηκε αυτή την 9-11-2009 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με τις παραδοχές του αυτές το ως άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη (ΒΤ 5007/2014) απόφασή του, την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, ως εκδότης της ακάλυπτης επιταγής, με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αναφερομένης σ’ αυτή ανώνυμης εταιρείας, τις αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην αναφερόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν αναγκαία ιδιαίτερη αναφορά στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την από μέρους του κατηγορουμένου γνώση του ακαλύπτου της αναφερόμενης επιταγής, την οποία αυτός εξέδωσε, (ούτε πολλώ μάλλον η αναφορά περιστατικών από τα οποία συναγόταν η γνώση του αυτή), αφού για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί πλέον, μετά την ισχύ του Ν.Δ. 1325/1972, ο απλός δόλος και δεν είναι αναγκαίος ο άμεσος δόλος, δηλαδή η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, την ύπαρξη δε του απαιτούμενου απλού δόλου στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή ότι αυτός με πρόθεση εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή.

Ακόμη, ούτε από την απλή επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού καθίσταται η αιτιολογία ελλιπής, αφού εν προκειμένω το διατακτικό διαλαμβάνει στο περιεχόμενό του με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής.

Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ότι δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι λήφθηκε υπόψη η κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και ότι αναφέρεται στο σκεπτικό ότι λήφθηκε υπόψη η εξέταση του μάρτυρα κατηγορίας και όχι του πολιτικώς ενάγοντος, καθώς και ως προς τον χρόνο εκδόσεως της επιταγής που αναφέρεται στο σκεπτικό με αυτόν που αναφέρεται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αβάσιμες, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα ότι εξετάστηκε στο ακροατήριο μόνον ένας μάρτυρας κατηγορίας ο Κ.

Κ., ο οποίος και μόνον παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγων με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και ότι κατά συνέπεια ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας που εξετάστηκε είναι ο πολιτικώς ενάγων και δεν δημιουργείται καμμιά ασάφεια ως προς το ότι αυτός ήταν ο πολιτικώς ενάγων. Περαιτέρω δεν υπάρχει αντίφαση ως προς το χρόνο εκδόσεως της επιταγής μεταξύ σκεπτικού και διατακτικού, αφού, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό, αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επιταγή στις 30-10-2009, ανεξάρτητα εάν στο σκεπτικό αναφέρεται ότι η επιταγή ήτο μεταχρονολογημένη με πραγματικό χρόνο εκδόσεως 31-12-2008.

Τέλος, αφού δεν είχε υποβληθεί ορισμένως και παραδεκτώς αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου περί μη νομίμου υποβολής της απαιτουμένης κατά νόμο εγκλήσεως, για να χρειάζεται να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψή του το δικαστήριο της ουσίας, για την πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί της ενοχής του κατηγορουμένου δεν χρειαζόταν να αναφέρεται ποίος ήταν ο νόμιμος κομιστής της επιταγής και ποίος υπέβαλε την έγκληση.

Άλλωστε δεν προβάλλεται με την κρινόμενη αναίρεση ως λόγος αναιρέσεως ούτε απόλυτη ακυρότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω παράνομης παραστάσεως του εγκαλούντος πολιτικώς ενάγοντος Κ. Κ. στη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρα 171 περ. 2 και 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ Κ.Ποιν.Δ.), ούτε υπέρβαση εξουσίας λόγω καταδίκης με την προσβαλλόμενη απόφαση για έγκλημα που διώκεται μόνον κατ’ έγκληση παρά τη μη νομότυπη υποβολή εγκλήσεως (άρθρα 79 παρ. 5 Ν. 5960/1933, όπως ισχύει σήμερα μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και 510 παρ. 1 στοιχ.

Η’ Κ.Ποιν.Δ.). Επομένως, ενόψει όλων των ανωτέρω, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. πρώτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αβάσιμα. Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2. 358, 364 παρ.1 και 369 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.

δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υποθέσεως, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το άρθρο 358 του Κ.Ποιν.Δ. απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο.

Εξάλλου στην κατά το άρθρο 13 περ. γ’ του Π.Κ. έννοια του εγγράφου ως "κάθε γραπτού που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία όπως και κάθε σημείον που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός", περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο του εγγράφου με την χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής (φωτοτυπικό μηχάνημα).

Έτσι το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο εγγράφου, εμφανίζεται και στο φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο και επομένως μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. Η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την ως άνω ευρεία έννοια, δεν συμπίπτει κατ’ ανάγκη με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα ως μέσα αποδείξεως κατά την πολιτική δικονομία.

Κατά συνέπεια στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την ως άνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η κατά το άρθρο 449 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο κατά τον νόμο πρόσωπο (Ολ. ΑΠ 2/2000).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς ανέγνωσε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας φωτοτυπία της επίδικης επιταγής υπάρχουσα στη δικογραφία, ως έγγραφο, χωρίς μάλιστα να προβάλει ουδεμία αντίρρηση στην ανάγνωσή της ο συνήγορός του αναιρεσείοντος που τον εκπροσωπούσε και δεν χρειαζόταν να αναγνώσει ούτε το πρωτότυπο σώμα της επίδικης επιταγής, το οποίο αποτελούσε το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, ούτε την έγκληση που υποβλήθηκε από την εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα, η οποία αποτελεί διαδικαστικό έγγραφο που υπάρχει στη δικογραφία, που δεν είναι έγγραφο της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι το δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του για την κρίση του περί της ενοχής του αναιρεσείοντος έγγραφα που δεν αναγνώστηκαν και συγκεκριμένα το σώμα της επίδικης επιταγής και την υποβληθείσα έγκληση, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επέρχεται επίσης και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα λαμβανομένη υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται, εκτός των άλλων, και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 333 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., "εκείνος που διευθύνει (τη συζήτηση) δίνει επίσης την άδεια στους διαδίκους όπως και στους συνηγόρους τους, να υποβάλουν ερωτήσεις στους εξεταζόμενους μάρτυρες, πραγματογνώμονες ή τεχνικούς συμβούλους και δεν επιτρέπει ερωτήσεις άσκοπες ή έξω από το θέμα.

Δίνει επίσης σ’ αυτούς το λόγο για να αγορεύσουν ή, όταν το ζητήσουν, για να κάνουν δηλώσεις, αιτήσεις ή ενστάσεις, για οποιοδήποτε θέμα που αφορά την υπόθεση που συζητείται, εξετάζει τους μάρτυρες, τους κατηγορούμενους και τους αστικώς υπεύθυνους και δημοσιεύει την απόφαση". Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει με σαφήνεια ότι από τον διευθύνοντα τη συζήτηση δίδεται, μετά από την εξέταση κάθε μάρτυρα προς τον οποίο υποβλήθηκαν ερωτήσεις, ο λόγος και στον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, για να κάνουν δηλώσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεση αυτού (μάρτυρος) μόνον όμως εφόσον τον ζητήσουν. (Και αν μεν ζητήσουν αυτοί το λόγο και δεν τους δοθεί, μετά από προσφυγή τους και στο δικαστήριο, δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από το άρθρο 171 παρ. 1 περ.

δ’ του Κ.Ποιν.Δ. που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ίδιου Κώδικα. Αν όμως δεν ζητήσουν αυτοί το λόγο, ουδεμία ακυρότητα δημιουργείται αν δεν τους δοθεί ο λόγος, έστω και αν δόθηκε ο λόγος και υπέβαλαν ερωτήσεις στο μάρτυρα άλλοι παράγοντες της δίκης). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία ως προανεφέρθη παραδεκτώς επισκοπούνται (για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου), δεν προκύπτει καν ότι εξετάσθηκε ως μάρτυς κατηγορίας και η Ε.

Κ. και ο διευθύνων τη συζήτηση δεν έδωσε το λόγο στο συνήγορο του κατηγορουμένου για να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ δικαιώματά του, όπως ο τελευταίος αιτιάται. Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ. δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι δεν δόθηκε στον συνήγορο που εκπροσωπούσε τον αναιρεσείοντα ο λόγος για να υποβάλει ερωτήσεις στην εξετασθείσα μάρτυρα και να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με την κατάθεσή της είναι αβάσιμος ερειδόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-2-2015 αίτηση αναιρέσεως του Γ. Δ. του Π., για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθμ. …/6-2-2015 έκθεση αναιρέσεως ενώπιον του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, περί αναιρέσεως της ΒΤ 5007/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ