Legislator Case Law & Legislation
1437/2014 AI generated

1437/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1437/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1437/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ), χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Keywords

AI generated
capacity to incur bill liability deposit on a polluting product export credit insurance european order for payment procedure obligation to pay unpaid customs duties
AI generated
487/2023
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
632/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1441/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1459/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
267/2021
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1437 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1437/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. της εδρευούσας στην Αθήνα εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ Γ. Χ." και με δ.τ. "ELECTRONICS AND COMMUNICATIONS ENTERPRISES", που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Γ. Χ. του Δ., κατοίκου ... και 3. της εδρευούσας στην … εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ & ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΔΙΕΘΝΗΣ Α.Ε." νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Χαλιακόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", πρώην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ που εδρεύει στην Λευκωσία της Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Ταταράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5125/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4792/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Ιουνίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 29 Οκτωβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", αλληλόχρεος λογαριασμός είναι η σύμβαση με την οποία τα μέρη, από τα οποία το ένα τουλάχιστο είναι έμπορος, συμφωνούν να μη επιδιώκουν ούτε να διαθέτουν μεμονωμένα τις απαιτήσεις που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να τις φέρουν σε κοινό λογαριασμό, με σκοπό να τις εκκαθαρίσουν κατά το κλείσιμό του, έτσι ώστε να αποσβεστούν κατά το μέρος που καλύπτονται και να οφείλεται ως μοναδική απαίτηση το κατάλοιπο που προκύπτει από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού.

Ο λογαριασμός κλείνει περιοδικά, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, κάθε εξάμηνο και οριστικά με καταγγελία της σύμβασης (άρθρο 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ), χωρίς να αποκλείεται να έχει εγκύρως συμφωνηθεί ότι κάποιο από τα μέρη μπορεί να τον κλείνει μονομερώς οποτεδήποτε, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση ή καταγγελία.

Πάντως το περιοδικό κλείσιμο του λογαριασμού δεν επιφέρει τη λήξη της σχετικής με αυτόν σύμβασης, ούτε δημιουργεί απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος από αυτό καταλοίπου, το οποίο μπορεί προς λογιστική τακτοποίηση να αναγνωριστεί, κατά τους όρους του άρθρου 873 ΚΠολΔ ή με την έννοια επιβεβαιωτικής σύμβασης ή παροχής αποδεικτικού μέσου.

Στην περίπτωση αυτή το από το περιοδικό κλείσιμο κατάλοιπο αποτελεί κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, έτσι ώστε, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού να μην απαιτείται εκκαθάρισή του για την περίοδο που αφορά η αναγνώριση που έγινε. Μόνο δε μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς η απόδοση του οριστικού καταλοίπου.

Το χαρακτήρα σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού έχει και η παροχή πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό στις τραπεζικές συναλλαγές, από την οποία οφείλεται, με απόσβεση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού των επί μέρους κονδυλίων χρεωπιστώσεων που καλύπτονται, το κατά το κλείσιμο του λογαριασμού οριστικό κατάλοιπο.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1, 2, 3 και 4 του ν.2601/1998, από την ισχύ του νόμου αυτού (15.10.1998) οι οφειλόμενοι στα πιστωτικά ιδρύματα σε καθυστέρηση τόκοι ανατοκίζονται, εφόσον τούτο συμφωνηθεί, από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης, οι τόκοι που προκύπτουν προστίθενται στο ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανά εξάμηνο και κατ' ελάχιστο όριο είτε πρόκειται για συμβάσεις δανείων είτε για συμβάσεις αλληλόχρεου λογαριασμού και κατά τα λοιπά, εάν δεν υπάρχει συμφωνία ανατοκισμού, ισχύουν οι σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού Νόμου αυτού (ΑΠ 1653/2007, ΑΠ 1227/2006).

Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις καθίσταται σαφές ότι απαγορεύεται ο ανατοκισμός του τόκου για χρονικά διαστήματα μικρότερα του εξαμήνου, δεν αποκλείεται όμως η καταχώριση στον αλληλόχρεο λογαριασμό τόκων μικρότερων περιοδικών κλεισιμάτων, αν οι τόκοι αυτοί δεν αποτελούν βάση ανατοκισμού. Ενόψει του ότι τα περιοδικά κλεισίματα, που ενδέχεται να γίνονται για λόγους λογιστικής τακτοποίησης ή αναγνώρισης του καταλοίπου κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, δεν δημιουργούν απαίτηση για απόδοση του προκύπτοντος προσωρινού καταλοίπου, η είσοδος της απαίτησης των τόκων στον αλληλόχρεο λογαριασμό δεν μεταβάλλει το χρόνο κατά τον οποίο η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη, αλλά συνεπάγεται απλώς την απώλεια της αυτοτέλειάς της.

Έτσι επιτρέπεται να συμφωνήσουν οι συμβαλλόμενοι ότι ο λογαριασμός θα κλείνεται σε διαστήματα μικρότερα του εξαμήνου με την προϋπόθεση όμως ότι οι τόκοι των επιμέρους κλεισιμάτων δεν θα ανατοκίζονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα το συνολικό ποσό των 1.581.096,57 ευρώ και ειδικότερα, α) το ποσό των 307.114,57 ευρώ, ως χρεωστικό κατάλοιπο από σύμβαση χορήγησης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό προς την πρώτη αναιρεσείουσα, ως πιστούχο, την εκτέλεση της οποίας σύμβασης εγγυήθηκαν, ως αυτοφειλέτες, οι υπόλοιποι από τους αναιρεσείοντες και β) το ποσό των 1.273.982 ευρώ, προερχόμενο από τη χορήγηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης πίστωσης στην τρίτη εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕ με την εγγύηση της πρώτης από τους αναιρεσείοντες, το οποίο και εισήχθη, ύστερα από εντολή της εγγυήτριας πρώτης αναιρεσείουσας στον προαναφερόμενο αλληλόχρεο λογαριασμό, ως χρέωση, δέχθηκε, αναφορικά με το πρώτο κεφάλαιο, τα εξής: " Επίσης είχε συμφωνηθεί (μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης) ότι ο λογαριασμός (από τη μεταξύ τους σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό) κλείνεται περιοδικά την 31 Μαρτίου, 30 Ιουνίου, 30 Σεπτεμβρίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε έτους και ότι η Τράπεζα δικαιούται αυτοδίκαια στις πιο πάνω ημερομηνίες να χρεώνει στο λογαριασμό τους τόκους και να συνυπολογίζει αυτούς στην εξαγωγή του καταλοίπου του λογαριασμού κατά το τριμηναίο περιοδικό κλείσιμο, αλλά ο ανατοκισμός θα χωρεί ανά εξάμηνο (άρθρο 15).

Με βάση τις συμφωνίες αυτές η Τράπεζα τήρησε τον υπ' αριθ.6023061 λογαριασμό, χωρίς όμως τα επιμέρους ποσά των τόκων να κεφαλαιοποιούνται και να ανατοκίζονται. Η κεφαλαιοποίηση των τόκων έγινε μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο και άρα δεν επήλθε έμμεσος ανατοκισμός, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ούτε ανά εξάμηνο, όπως είχε δικαίωμα η δανείστρια.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος...ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι παρανόμως (το πρωτόδικο δικαστήριο) επιδίκασε στην ενάγουσα επιμέρους απαιτήσεις τόκων, συνολικού ύψους 98.148,82 ευρώ, οι οποίοι εισέρχονταν στο λογαριασμό ανά τρίμηνο και όχι ανά εξάμηνο, με αποτέλεσμα (κατά τον ισχυρισμό αυτό) να επιβαρυνθεί με έμμεσο ανατοκισμό των τόκων....".

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, τις προπαρατιθέμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 223 εδ. β' ΑΚ, το ποσοστό του νομίμου τόκου, άρα και του κατά το άρθρο 346 ΑΚ δικαστικού τόκου και του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος. Επομένως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην αγωγή και στην απόφαση και το ποσοστό του τόκου, αφού αυτό προσδιορίζεται από το νόμο. Έτσι είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένο και παραδεκτό το εκφερόμενο χωρίς άλλη εξειδίκευση αγωγικό αίτημα για επιδίκαση τόκων υπερημερίας ''νομιμοτόκως" και επιδίκασε τέτοιους τόκους, χωρίς άλλη ειδική αναφορά, αιτίαση η οποία, ενόψει του ότι ενέχει μομφή για νομική αοριστία της αγωγής και ειδικότερα μομφή για το ότι το δικαστήριο αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που ο νόμος απαιτεί, προσιδιάζει στο άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 361 και 874 ΑΚ, 112 ΕΙσΝΑΚ, 669 του Εμπορικού Νόμου, 47 και 64 έως 67 του ν.δ. της 17- 7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" προκύπτει επίσης ότι η σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, της οποίας χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η παροχή της πίστωσης και ο ανοιχτός λογαριασμός, παρέχει εκ του νόμου τη δυνατότητα στην πιστώτρια να κλείνει οριστικά το λογαριασμό, αν και όποτε το θελήσει, κοινοποιώντας ακολούθως στον πιστούχο επιταγή για την πληρωμή του τυχόν υπέρ εκείνης καταλοίπου του λογαριασμού, χωρίς, βέβαια, να τίθεται, κατ' αρχήν, θέμα κατά πόσο εκείνη πρέπει, για να απαιτήσει την αντίστοιχη είσπραξη του καταλοίπου, να καταγγείλει τη σύμβαση και ότι πιστώτρια και πιστούχος μπορούν, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, να συμφωνήσουν ότι τους τυχόν μεταξύ τους υφισταμένους ανοικτούς λογαριασμούς περισσότερων συμβάσεων πιστώσεων τους ενοποιούν, με συνέπεια, βέβαια, να επέρχεται εφεξής προσωρινό κλείσιμο των παλαιών λογαριασμών, τα αντίστοιχα προσωρινά κατάλοιπα να καταχωρίζονται ως κονδύλια στον ενοποιημένο λογαριασμό και να υπόκειται σε οριστικό κλείσιμο μόνο αυτός ο νέος λογαριασμός.

Περαιτέρω, από τις αμέσως παραπάνω σημειούμενες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 847, 848 και 851 ΑΚ, συνάγεται ότι η εγγύηση στην περίπτωση του ανοίγματος πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, μπορεί, ενόψει της πιο πάνω διακριτής θέσης σύμβασης ανοίγματος πίστωσης και αλληλόχρεου λογαριασμού, να αναφέρεται είτε στη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού, δηλαδή στο κατάλοιπο αυτού, για το οποίο ο εγγυητής ευθύνεται, έως το ποσό, βέβαια, της κύριας οφειλής, ακόμη και αν στο λογαριασμό εισήλθαν και παρέμειναν έως το οριστικό κλείσιμο του και μη ασφαλιζόμενες προηγουμένως με την εγγύηση του απαιτήσεις, είτε στη βασική σύμβαση παροχής πίστωσης, που αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο γέννησης των απαιτήσεων, οπότε γεννιέται ευθύνη του εγγυητή, μέχρι του ύψους βέβαια της παρασχεθείσας εγγυητής, για την ολοκληρωτική εξόφληση κάθε ποσού που οφείλεται από τον πιστούχο κατά τους όρους της βασικής σύμβασης και πηγάζει από αυτή (ΑΠ 1229/2007, ΑΠ 1790/2008).

Ιδιόμορφη σύμβαση εγγύησης αποτελεί στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) η εγγυητική επιστολή Τράπεζας, η οποία διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. ΑΚ καί εκδίδεται, για την εξασφάλιση της βασικής σχέσης που συνδέει τον οφειλέτη και το δανειστή, προς τον τελευταίο (τρίτο), ύστερα από εντολή του οφειλέτη προς την Τράπεζα, εντολή η οποία διέπεται από τις διατάξεις του Ε.Ν.

για την παραγγελία και του ΑΚ για την εντολή. Αποτελεί μια μορφή έμμεσης πίστωσης και ως τέτοια καταχωρίζεται, ως κονδύλιο, στο λογαριασμό του εντολέα πιστούχου της Τράπεζας, εφόσον βέβαια έχει καταπέσει, διαφορετικά, αν κατά το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού δεν έχει συντελεστεί η κατάπτωση και άρα δεν υπάρχει ακόμη αξίωση αναγωγής κατά του πιστούχου, δεν μπορεί να εισαχθεί, ως χρέωση, στον κλεισθέντα αλληλόχρεο λογαριασμό (ΑΠ 1287/2012, ΑΠ 1001/2010).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 870 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η εντολή να πιστώσει ο εντολοδόχος στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό έναν τρίτο, ισχύει ως εγγύηση για την υποχρέωση του τρίτου από την πίστωση που χορηγήθηκε και ότι στην εντολή αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 849, προκύπτει ότι η σύμβαση αυτή, η οποία έχει μικτό χαρακτήρα και μετέχει και της εντολής και της εγγύησης, πριν από τη χορήγηση της πίστωσης διέπεται από τις διατάξεις για την εντολή, ενώ μετά τη χορήγηση της πίστωσης στον τρίτο, στο όνομα και για λογαριασμό του εντολοδόχου, χαρακτηρίζεται ως εγγύηση για την υποχρέωση του τρίτου από την πίστωση, με πρωτοφειλέτη τον τρίτο, δανειστή τον εντολοδόχο και εγγυητή τον εντολέα.

Αν όμως ο εντολοδόχος χορηγήσει την πίστωση, όχι στο δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του εντολέα, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις για την εντολή και συνακόλουθα ο εντολέας έχει, σύμφωνα με το άρθρο 722 ΑΚ, την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολοδόχο, οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αναφορικά με το κεφάλαιο των 1.273.982 ευρώ, προερχόμενο από τη χορήγηση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης πίστωσης στην τρίτη εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕ με την εγγύηση της πρώτης από αυτούς (αναιρεσείοντες), το οποίο και εισήχθη, ύστερα από εντολή της εγγυήτριας στον αλληλόχρεο λογαριασμό της, ως χρέωση, τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπέπεσε, α) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361 και 851 ΑΚ και 112 παρ. 2 του ΕισΝΑΚ, με το να δεχθεί ευθύνη της πρώτης από αυτούς, εγγυήτριας από την από 30.4.2001 σύμβαση εγγύησης υπέρ της εταιρίας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ για το κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού της τελευταίας, ως προς το ποσό των 1.273.982 ευρώ, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό εγγυητικής επιστολής που εξέδωσε η αναιρεσίβλητη ύστερα από εντολή της εν λόγω τρίτης εταιρίας και το οποίο κατέπεσε, αλλά δεν περιελήφθη στο χρεωστικό κατάλοιπο του λογαριασμού, που έκλεισε στις 26.10.2004, β)στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 721, 281 και 851 ΑΚ, με το να δεχθεί ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας για το πιο πάνω ποσό των 1.273.982 ευρώ, μολονότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα παρέλειψε, ενώ είχε υποχρέωση, να περιλάβει το ποσό αυτό στο κατάλοιπο του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού υπό την αίρεση της μελλοντικής κατάπτωσης της εγγυητικής επιστολής, αλλά και κατ' εφαρμογή του άρθρου 721 ΑΚ, ως προκαταβολή δαπάνης με το να απορρίψει την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και με το να δεχθεί ότι η εγγυητική ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας εκτείνεται και στο προαναφερόμενο ποσό των 1.273.982 ευρώ, γ) στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί, για το πιο πάνω ποσό, ευθύνη της πρώτης αναιρεσείουσας απέναντι στην αναιρεσίβλητη από εντολή για χρέωση του δικού της αλληλόχρεου λογαριασμού, ενώ συγκεκριμένη σύμβαση πίστωσης μεταξύ της ιδίας και της αναιρεσίβλητης δεν υπήρξε σχετικώς.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με το παραπάνω κεφάλαιο, τα εξής: "Με βάση την υπ'αριθ. 418/1.12.1998 σύμβαση χορήγησης πίστωσης και τις από 30.7.1999, 25.11.1999, 14.3.2000 και 1.3.2001 πρόσθετες αυξητικές πράξεις, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) χορήγησε στην εταιρία με την επωνυμία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, πίστωση με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι το ποσό των 6.456.347 ευρώ.

Η πρώτη εναγομένη εταιρία (πρώτη αναιρεσείουσα), δια του νομίμου εκπροσώπου της, υπέγραψε την υπ' αριθ. ΠΕΠ 50101767 σύμβαση παροχής εγγύησης, δυνάμει της οποίας εγγυήθηκε, όχι μόνο την εξόφληση του καταλοίπου του τηρούμενου προς εξυπηρέτηση της σύμβασης χορήγησης αλληλόχρεου λογαριασμού, αλλά την πιστή ολοκληρωτική και εμπρόθεσμη από την πιστούχο εξόφληση, μέχρι το ποσό των 2.934.703 ευρώ, όλων των ποσών που οφείλονται ή θα οφείλονται στο μέλλον από την πιστούχο προς την Τράπεζα, κατά τους όρους και τις συμφωνίες της βασικής σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων, φόρων, τελών, προμηθειών, τόκων, ασφαλίστρων, αποζημιώσεων και κάθε άλλου ποσού, οφειλόμενου προς την Τράπεζα από την πιστούχο και από οποιαδήποτε αιτία, στα πλαίσια των όρων και συμφωνιών της βασικής σύμβασης.

Επίσης η εγγυήτρια εταιρία, με τον όρο 4β της σύμβασης με στοιχεία ΠΕΠ 50101767/2001, εξουσιοδότησε την τράπεζα να φέρει σε χρέωση οποιουδήποτε λογαριασμού της κάθε ποσό, που οφείλεται σε αυτή από την πιστούχο εταιρία, δυνάμει της βασικής σύμβασης, καθώς και από κάθε άλλη αιτία και παράλληλα παραιτήθηκε από το ευεργέτημα διζήσεως, καθώς και από όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853, 854, 858, 863 και 868 ΑΚ.

Στις 26.10.2004 η ενάγουσα έκλεισε τη χρήση της ως άνω σύμβασης και τους λογαριασμούς που τηρήθηκαν προς εξυπηρέτηση της; με χρεωστικό υπέρ αυτής κατάλοιπο 1.518.282,04 ευρώ και ακολούθως με βάση το κατάλοιπο ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της 3143/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος τόσο της πιστούχου εταιρίας, όσο και της πρώτης εναγομένης-εγγυήτριας.

Παράλληλα, υπό τα όρια χρηματοδότησης της εν λόγω σύμβασης χορήγησης πίστωσης, η ενάγουσα είχε εκδώσει την υπ' αριθ. 22741/22.1.2001 εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης της υπ' αριθ. 10002/23.1.2001 σύμβασης που είχε συνάψει η πιστούχος εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ με τον OTΕ, δυνάμει της οποίας η πρώτη ανέλαβε να προμηθεύσει στον ΟΤΕ 120.000.000 τηλεκάρτες, τύπου chip in cards, τις οποίες θα απορροφούσε ο τελευταίος, ανάλογα με τις κατά περίοδο ανάγκες του, σε διάστημα μιας πενταετίας, έναντι συνολικού τιμήματος 12.075.000.000 δρχ., με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ'αυτή.

Η εγγυητική επιστολή εκδόθηκε για ποσό 1.774.027,88 ευρώ. Η εταιρία όμως αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις αναληφθείσες έναντι του ΟΤΕ υποχρεώσεις της, με συνέπεια να είναι ορατός πλέον ο κίνδυνος να κηρυχθεί έκπτωτη, οπότε βάσει του άρθρου 11 παρ. 3 της σύμβασης θα κατέπιπτε το ποσό της εγγυητικής επιστολής. Προς αποτροπή αυτού του ενδεχομένου η ενάγουσα Τραπεζική εταιρία, από κοινού με τις Τράπεζες Eurobank και Γενική Τράπεζα, οι οποίες επίσης είχαν χορηγήσει πιστώσεις στην εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ .ΑΕΒΕ, αλλά και την πρώτη εναγομένη, η οποία είχε εγγυηθεί τη χρηματοδότηση αυτής, υπέγραψαν το από 2.3.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου, παρακάμπτοντας τη νομική απαγόρευση χρηματοδότησης του έργου εκ μέρους των τραπεζών, να προωθηθεί η διαδικασία εκτέλεσης της σύμβασης με τον ΟΤΕ, ώστε από το προϊόν αυτής να καταστεί δυνατή η αποπληρωμή των δανείων (χορηγήσεων) των τριών ως άνω Τραπεζών.

Με το συμφωνητικό αυτό, η πρώτη εναγομένη εταιρία ανέλαβε ουσιαστικά να συγχρηματοδοτήσει την αποπεράτωση του έργου. Ειδικότερα προς εξυπηρέτηση της σύμβασης η τελευταία παρείχε τη συναίνεσή της να χρησιμοποιηθεί ποσό 480.000 ευρώ από τα δικά της κεφάλαια που ήταν ήδη δεσμευμένα στην ενάγουσα για άλλες οφειλές της, ώστε να χρηματοδοτηθούν δύο διαδοχικές εισαγωγές μικροτσίπς και συγκεκριμένα να διατεθεί από τη δεσμευμένη κατάθεση, συναινούσης και της ενάγουσας, που είχε δεσμεύσει το πιο πάνω κεφάλαιο, αρχικώς ποσό 240.000 ευρώ για τη χρηματοδότηση μιας πρώτης εισαγωγής 1.500.000 μικροτσίπς, ώστε να μπορέσει η ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ να παραδώσει στον ΟΤΕ την ποσότητα αυτή και εν συνεχεία, με χρηματική ανακύκλωση του προσφερόμενου από την πρώτη εναγομένη κεφαλαίου χρηματοδότησης, να αποπερατωθεί το αναληφθέν έργο, υπό το διαχειριστικό έλεγχο της ενάγουσας, ταυτόχρονα η κατασκευάστρια εταιρία εκχωρούσε το μεγαλύτερο μέρος των έναντι του ΟΤΕ απαιτήσεων της προς τις συμβληθείσες Τράπεζες.

Τις υποχρεώσεις αυτές ανέλαβε η πρώτη εναγομένη, έχοντας πλήρη επίγνωση της εγγυητικής της ευθύνης όχι μόνο για το ήδη ληξιπρόθεσμο κατάλοιπο του λογαριασμού της ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, αλλά της συνολικής μέχρι του ύψους των 2.934.703 ευθύνης της, ως εγγυήτριας των χρηματοδοτικών ορίων εκείνης, υπό τα οποία είχαν εκδοθεί και οι εκκρεμούσες εισέτι εγγυητικές επιστολές-μεταξύ των οποίων και η επίδικη, οι οποίες ρητώς αναφέρθηκαν στο πιο πάνω συμφωνητικό...Στη συνέχεια όμως διαπιστώθηκε ότι η συμφωνία αυτή δεν ήταν δυνατό να υλοποιηθεί, λόγω έλλειψης φορολογικής ενημερότητας της κατασκευάστριας εταιρίας, που καθιστούσε αδύvατη την εξόφληση των συμβατικών της απαιτήσεων εκ μέρους του ΟΤΕ και ως εκ τούτου η ενάγουσα με την από 13.1.2006 εξώδικη δήλωση που επέδωσε στους αντισυμβαλλομένους της την 24.1.2006 κατήγγειλε το από 2.3.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό.

Κατόπιν τούτου, λόγω της διαπιστωμένης ήδη αδυναμίας της κατασκευάστριας εταιρίας να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της και της αποτυχίας της προσπάθειας χρηματοδότησης της σύμβασης από την εναγομένη εταιρία, ήταν πλέον αναμενόμενη η κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, της οποίας στο μεταξύ το ύψος είχε περιοριστεί στο ποσό των 1.273.982 ευρώ.

Κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή και συγκεκριμένα την 1.2.2006, η πρώτη εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα τραπεζική εταιρία τηλετύπημα, με το οποίο υπέβαλε το ακόλουθο κατ' ακριβές περιεχόμενο αίτημα: "παρακαλώ όπως με χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού Νο …προχωρήσετε στη μεταφορά του ποσού 1.353.000 ευρώ στο λογαριασμό..., ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρίας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, τις οποίες έχει εγγυηθεί η Γ.Χ.

ΑΕΒΕ". Κατά το περιεχόμενο και το νόημα του εγγράφου αυτού, ερμηνευόμενο με τον τρόπο που θα εκτεθεί πιο κάτω, η εναγόμενη εταιρία έδωσε εντολή στην ενάγουσα να μεταφέρει από το δικό της λογαριασμό, δηλαδή να χρεώσει και καταχωρήσει ως κονδύλιο στον τηρούμενο προς εξυπηρέτηση της δικής της πιστωτικής σύμβασης (με αριθμό …/19.3.2001) λογαριασμό, το αναφερόμενο ποσό, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι υποχρεώσεις της εταιρίας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, τις οποίες είχε ήδη εγγυηθεί η πρώτη στα πλαίσια της αρχικής εγγύησης που είχε παράσχει και τέτοια υποχρέωση είναι αναμφισβήτητα η απαίτηση από την εκκρεμή εγγυητική επιστολή, που όπως αναφέρθηκε, είχε εκδοθεί κάτω από τα όρια χρηματοδότησης της αρχικής εγγυημένης σύμβασης και αποτελούσε έμμεση πίστωση της ενάγουσας προς την πιστούχο εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, την οποία γνώριζε η εναγομένη εγγυήτρια.

Πραγματικά στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ο ΟΤΕ, με την από 14.3.2006 συστημένη επιστολή προς την ενάγουσα, εκδότρια της εγγυητικής επιστολής, ζήτησε την κατάπτωση αυτής, η οποία τελικώς και κατέπεσε στις 27.6.2006 και η τελευταία κατέβαλε το ποσό των 1.273.982 ευρώ. Μετά την κατάπτωση η ενάγουσα, με βάση την πιο πάνω έγγραφη εντολή και σύμφωνα με τις συμβατικές προβλέψεις του άρθρου 3 της υπ' αριθ.

…/2001 πιστωτικής σύμβασης, που όριζε ότι η χρήση της παρεχόμενης στην πιστούχο εναγόμενη πίστωσης μπορεί, πλην των άλλων περιπτώσεων, να γίνει με έγγραφη εντολή για καταβολή σε τρίτους, που θα δίδεται με απλή επιστολή, αλλά και του άρθρου 23, που όριζε ότι η πιστούχος (πρώτη εναγομένη) αναγνωρίζει στην τράπεζα το δικαίωμα να χρεώνει την πίστωση με οποιοδήποτε ποσό, το οποίο αυτός οφείλει από οποιαδήποτε αιτία, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής, είτε οπωσδήποτε αλλιώς, άνοιξε αυθημερόν, υπό τα όρια της πιο πάνω σύμβασης, τον υπ'αριθ.

… λογαριασμό, στον οποίο, ως μοναδικό κονδύλιο, καταχώρισε το πιο πάνω ποσό, το οποίο ήταν ήδη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Το ποσό αυτό, που είναι μικρότερο του εντελλομένου, αντιστοιχεί στη δαπάνη που διενήργησε η Τράπεζα για την κανονική εκτέλεση της εντολή (722 ΑΚ) και η οποία ισούται με το πόσο που κατέβαλε για την εξόφληση της εγγυητικής επιστολής σε αντίθεση με το αρχικώς εντελλόμενο που αφορούσε "προκαταβολή" της δαπάνης κατ'άρθρο 721 ΑΚ, στο οποίο η ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να υπαγάγει τόκους, προμήθειες, έξοδα κλπ.

Η εγγραφή και καταχώριση στο λογαριασμό της εναγομένης είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της αμέσως προηγούμενης νομικής σκέψης, σύννομη, εφόσον έγινε κατά τις συμφωνίες των μερών που προεκτέθηκαν και την εν γένει συναλλακτική σχέση των μερών, όπως αυτή προπεριγράφηκε... Κατόπιν τούτων, με βάση τις πιο πάνω νομικές και ουσιαστικές παραδοχές, υφίσταται υποχρέωση της πρώτης εναγομένης προς πληρωμή του καταλοίπου του υπ'αριθ.

… λογαριασμού, που ανοίχθηκε στα πλαίσια εξυπηρέτησης της υπ' αριθ. …/2001 σύμβασης χορήγησης πίστωσης ύψους 1.273.982 ευρώ, που αντιστοιχεί στην καταπεσούσα εγγυητική επιστολή, τον οποίο έκλεισε η ενάγουσα, όπως είχε προς τούτο δικαίωμα, την 20.9.2006...H υποχρέωση αυτή πηγάζει από τη με ημερομηνία 1.2.2006 εντολή χρέωσης, η οποία (εντολή) είχε ως αιτία την παρασχεθείσα, εγγύηση εκπλήρωσης και εξόφλησης της χορηγηθείσας στην εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ πίστωσης.

Ενόψει τούτου, το γεγονός ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός που είχε τηρηθεί για την εξυπηρέτηση της σύμβασης παροχής πίστωσης της τελευταίας (…/1998), είχε κλείσει οριστικά και δεν ήταν δυνατό να εγγραφεί ως κονδύλιο αυτού το ποσό της εγγυητικής επιστολής, αφού δεν είχε καταπέσει μέχρι το οριστικό κλείσιμο αυτού, δεν αίρει την εγγυητική ευθύνη της πρώτης εναγομένης, διότι, με βάση την πιο πάνω εντολή, νομίμως το κονδύλιο αυτό καταχωρίστηκε στο δικό της λογαριασμό...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα και με την προηγούμενη νομική σκέψη, τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361, 851, 722 ΑΚ και 112 παρ. 2 ΕισΝΑΚ και ορθά επίσης δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 721 ΑΚ, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, με τον οποίο μέμφονται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμα.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το σκέλος του που αναφέρεται στην απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτης, λόγω της βραδείας προβολής του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς την επίκληση καμιάς από τις εξαιρετικές περιπτώσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ, και που προσιδιάζει στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.

Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 AK εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004).

Μόνη η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 355/2004).

Περαιτέρω το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση της βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1333/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν με τον τρίτο λόγο αναίρεσης τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ., με το να προχωρήσει στην ερμηνεία της περιεχόμενης στο πιο πάνω από 1.2.2006 τηλετύπημα της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη δήλωση βούλησης, χωρίς να κάνει συγκεκριμένη αναφορά στις εν λόγω διατάξεις και χωρίς να μνημονεύει τα κριτήρια, με βάση τα οποία προβαίνει στην ερμηνεία αυτή και ακόμη με το να διαλάβει, αναφορικά με το ζήτημα αυτό ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό τα εξής: "Την 1.2.2006, η πρώτη εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα τραπεζική εταιρία τηλετύπημα, με το οποίο υπέβαλε το ακόλουθο κατ 'ακριβές περιεχόμενο αίτημα: "παρακαλώ, όπως με χρέωση του αλληλόχρεου λογαριασμού No … προχωρήσετε στη μεταφορά του ποσού 1.353.000 ευρώ στο λογαριασμό....".

Κατά το περιεχόμενο και νόημα του εγγράφου αυτού, ερμηνευόμενο με τον τρόπο που θα εκτεθεί πιο κάτω, η εναγομένη εταιρία έδωσε εντολή στην ενάγουσα να μεταφέρει από το δικό της λογαριασμό, δηλαδή να χρεώσει και καταχωρήσει ως κονδύλιο στον τηρούμενο προς εξυπηρέτηση της δικής της πιστωτικής σύμβασης (με αριθμό …/19.3.2001) λογαριασμό, το αναφερόμενο ποσό, προκειμένου να εξασφαλιστούν οι υποχρεώσεις της εταιρίας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, τις οποίες είχε ήδη εγγυηθεί η πρώτη στα πλαίσια της αρχικής εγγύησης που είχε παράσχει και τέτοια υποχρέωση είναι αναμφισβήτητα η απαίτηση από την εκκρεμή εγγυητική επιστολή, που όπως αναφέρθηκε, είχε εκδοθεί κάτω από τα όρια χρηματοδότησης της αρχικής εγγυημένης σύμβασης και αποτελούσε έμμεση πίστωση της ενάγουσας προς την πιστούχο εταιρία ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, την οποία γνώριζε η εναγομένη εγγυήτρια...Περαιτέρω είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι το από 1.2.2006 τηλετύπημα στερείται οποιασδήποτε έννομης σημασίας, διότι δεν αναφέρει τον αριθμό λογαριασμού, στον οποίο έπρεπε να μεταφερθεί το εντελλόμενο ποσό, αφού, παρά την έλλειψη του αριθμού, στο έγγραφο αυτό προσδιορίζονται με σαφήνεια οι απαιτήσεις και ο σκοπός, στον οποίο αφορά το μεταφερόμενο ποσό" ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρίας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ, τις οποίες έχει εγγυηθεί η Χ.

ΑΕΒΕ". Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο έτερος συναφής - εν μέρει αντιφατικός με τον προηγούμενο - ισχυρισμός τούτων, ότι δηλαδή η νομική αξία του πιο πάνω εγγράφου εξικνείται στην εξασφάλιση μόνο του καταλοίπου της πιστούχου εταιρίας, ύψους 1.502.965,81 ευρώ και όχι της απαίτησης από την εγγυητική επιστολή.

Και τούτο, γιατί η χρονική περίοδος που απεστάλη το έγγραφο αυτό συμπίπτει με το χρόνο, κατά τον οποίο ο ΟΤΕ είχε ήδη αρχίσει να οχλεί την εκδότρια για την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής και ήδη είχε καταστεί ορατός ο κίνδυνος κατάπτωσής της μετά την από 13.1.2006 καταγγελία του επιβοηθητικού συμφώνου, ενώ το κατάλοιπο ήταν ήδη εκκαθαρισμένο και απαιτητό από μακρού χρόνου και μάλιστα από 26.10.2004 που έκλεισε ο λογαριασμός και δεν υπήρχε κατ' εκείνη τη χρονική στιγμή (1.2.2006) κανένας ιδιαίτερος λόγος, ώστε να απαιτήσει η ενάγουσα προς επιβεβαίωση αυτής της οφειλής επιπροσθέτως την αποστολή του ως άνω εγγράφου και, άλλωστε η διατύπωση τούτου "ως εξασφάλιση" προσήκει μόνο στην εγγυητική επιστολή, οποία δεν είχε καταπέσει ακόμη, σε αντίθεση με το εγγυημένο κατάλοιπο που ήταν ήδη ληξιπρόθεσμο και επομένως θα διατυπωνόταν ως εξόφληση, αν το εντελλόμενο ποσό αφορούσε το κατάλοιπο.

Και τούτο, παρεκτός του ότι το εντελλόμενο ποσό (1.353.000 ευρώ) δεν συμπίπτει με το γνωστό ήδη στους διαδίκους ποσό του καταλοίπου. Περί τούτου σαφής ήταν η κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, που δεν αντικρούεται κατά τρόπο αξιόπιστο από την ανωμοτί κατάθεση του δεύτερου εναγομένου, η οποία (μάρτυρας απόδειξης) βεβαίωσε ότι ο σκοπός αποστολής του τηλετυπήματος, δηλαδή η εξασφάλιση της εγγυητικής επιστολής, αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ του τελευταίου και των ανθρώπων της ενάγουσας.

Άλλωστε δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εγγυημένης απαίτησης ή άλλου λογαριασμού, πλην αυτών που αφορούσαν το πιο πάνω κατάλοιπο και την πιο πάνω εγγυητική επιστολή. Ενόψει τούτων και αφού ληφθούν, κατά τα άνω, υπόψη τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, μέσα στα πλαίσια της προπεριγραφείσας λεπτομερώς πολυμερούς συναλλακτικής σχέσης (χρονική αλληλουχία, λεκτική διατύπωση, συμφέροντα των μερών), σε συνδυασμό με την αληθή βούληση των συμβληθέντων, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία στο δικαστήριο ότι το περιεχόμενο του τηλετυπήματος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο ποσό της υπ' αριθ.

…/2001 εγγυητικής επιστολής...." Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, διαπιστώνοντας ασάφεια στην περιεχόμενη στο πιο πάνω τηλετύπημα δήλωση βούλησης, προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τους οποίους και εφάρμοσε ορθά, με σαφή και επαρκή αναφορά του στις αρχές της αντικειμενικής καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, των οποίων περαιτέρω ανάλυση και εξειδίκευση δεν ήταν αναγκαία, και διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, την πληρότητα των οποίων δεν επηρεάζει η μη αναγραφή αριθμητικώς των εν λόγω διατάξεων.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και όχι όταν το δικαστήριο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο, αλλά συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 11/2012, ΑΠ 15/2010).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ, διότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του προαναφερόμενου από 1.2.2006 τηλετυπήματος, στο οποίο από λανθασμένη ανάγνωση προσέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό.

Όπως όμως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, το Δικαστήριο αυτό, το οποίο παρέθεσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, ανέγνωσε με πληρότητα και ακρίβεια το έγγραφο αυτό και συνήγαγε από αυτό το πιο πάνω αποδεικτικό πόρισμά του, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που προβάλλουν ως ορθό οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο.

Επομένως είναι αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την εγγυητική ευθύνη του δευτέρου και της τρίτης από τους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες για την πληρωμή του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής των 1.273.982 ευρώ, για το οποίο δεν είχαν παράσχει καμιά εγγύηση.

Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "...Αποδεικνύεται ότι για την πληρωμή του πιο πάνω καταλοίπου των 1.273.982 ευρώ ευθύνονται με την πρώτη εναγομένη και οι συνεναγόμενοί της εγγυητές. Η υποχρέωσή τους απορρέει από τις αναφερθείσες στην αρχή της παρούσας συμβάσεις εγγύησης, που παρείχαν για την ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της υπ' αριθ.

…/2001 σύμβασης χορήγησης πίστωσης και του τηρούμενου λογαριασμού, ο οποίος κατ'εντολή της πρωτοφειλέτιδας-πιστούχου εταιρίας χρεώθηκε με το ποσό της καταπεσούσας εγγυητικής επιστολής και τη μελλοντική αυτή χρέωση είχαν αποδεχθεί οι εγγυητές (β' και γ' εναγόμενοι), αφού κατά τις εγγυοδοτικές συμβάσεις, αναπόσπαστο μέρος των οποίων αποτελούσαν οι όροι της βασικής σύμβασης, πλην των άλλων, είχαν αναγνωρίσει στη δανείστρια Τράπεζα το δικαίωμα να χρεώνει την πίστωση με οποιοδήποτε ποσό οφείλει ή θα οφείλει η πιστούχος από οποιαδήποτε αιτία, είτε ως πρωτοφειλέτης, είτε ως εγγυητής, όπως στην προκειμένη περίπτωση (όρος 23 της υπ' αριθ.

…/2001 σύμβασης και 2 της υπ' αριθ. ΠΕ …/2004 σύμβασης αντίστοιχα)...". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το προαναφερόμενο ζήτημα της ευθύνης του δευτέρου και της τρίτης από τους αναιρεσείοντες για την πληρωμή του ποσού των 1.273.982 ευρώ, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με το λόγο αυτό αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Κατά τη διάταξη του αρθ. 46 § 4 του ν. 1892/1990, από την επομένη της υποβολής στο Εφετείο της αίτησης για τη θέση της επιχείρησης υπό ειδική εκκαθάριση απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση, η λήψη παντός ασφαλιστικού μέτρου και η κήρυξη ή συνέχιση της πτώχευσης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 9 παραγρ. 3 εδ. α' και β' του νόμου 1386/83, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 48 του νόμου 1892/90, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 46α παρ. 12 του ν. 1892/1990, ισχύει αναλόγως και στις περιπτώσεις εκκαθάρισης του άρθρου 46α, με τη δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου που ορίζει τον εκκαθαριστή παύει αυτόματα ή εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρίας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση της εταιρίας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ, αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στην περίπτωση της παραπάνω ειδικής εκκαθαρίσεως η δημοσίευση της αποφάσεως του Εφετείου που τη διατάσσει δεν επιφέρει τη διακοπή ή την αναστολή των εκκρεμών διαγνωστικών δικών για χρέη της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως, απαγορεύεται δε μόνο η ικανοποίηση των αντιστοίχων απαιτήσεων με την αναγκαστική εκτέλεση των αποφάσεων που τις έχουν επιδικάσει, έτσι ώστε η ικανοποίηση και των απαιτήσεων αυτών να γίνει βάσει του πίνακος, τον οποίο, κατά τη διάταξη της παραγράφου 10 του παραπάνω άρθρου 46α, συντάσσει ο εκκαθαριστής.

Βέβαια οι πιο πάνω απαγορεύσεις αναφέρονται μόνο στην περιουσία της επιχείρησης και όχι στην περιουσία τρίτων προσώπων, που ευθύνονται παράλληλα με αυτή για τα χρέη της. Έτσι οι ασφάλειες τρίτων προσώπων δεν επηρεάζονται από τη θέση της οφειλέτριας εταιρίας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι, μετά τη θέση της εταιρίας ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΑΕΒΕ σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 46 του ν. 1892/1990 ύστερα από αίτηση της αναιρεσίβλητης, εξακολουθεί να υφίσταται ατομική ευθύνη αυτών για πληρωμή του ποσού της επίμαχης εγγυητικής επιστολής, ύψους 1.273.982 ευρώ.

Ενόψει όμως της πιο πάνω νομικής σκέψης το Εφετείο ορθά ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις και συνακόλουθα είναι αβάσιμος και ο λόγος αυτός αναίρεσης. Ύστερα από αυτά που προεκτέθηκαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.6.2012 ένδικη αίτηση για αναίρεση της απόφασης 4792/2011 του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ