1437/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1437/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με βάση τ' ανωτέρω η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως ρητά ανάγεται από το νόμο σε τίτλο εκτελεστό ο οποίος στηρίζει νέα διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, με την οποία ο υπερθεματιστής επιδιώκει να αποκτήσει, πέρα από την κυριότητα του πράγματος που έχει ήδη αποκτήσει με τη μεταγραφή, και την κατοχή του.
Full text
Απόφαση 1437 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1437/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Τ. του Γ. και 2) Ε. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Γιαννοπούλου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 23-12-1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκε η 568/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που κηρύχθηκε αναρμόδιο να δικάσει τη διαφορά και την παρέπεμψε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως αρμόδιο και β) με τις από 15-5-2000, 6-11-2002 και 14-12-2004 αγωγές των ιδίων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την πρώτη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3811/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2856/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-1-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 26-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.: "Αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο υπάρχει όταν ο αναιρεσείων διάδικος βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και συγκεκριμένα αν από αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (Α.Π. 2315/2009). Τέτοιο έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος ενάγοντος δεν υπάρχει όταν η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη ενώ πράγματι έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη, αφού η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης είναι επωφελέστερη για τον ενάγοντα από την απόρριψή της ως μη νόμιμης. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα.
Συνεπώς προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 Α.Κ., δ) ζημία του καθ' ου η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτελέσεως.
Προσέτι κατά την αληθή έννοια της ίδιας πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. δεν αποκλείεται η έγερση, πέραν της παρεχόμενης από τη διάταξη αυτή αγωγής αποζημιώσεως, αυτοτελούς αγωγής για αποζημίωση εξαιτίας άδικης εκτελέσεως καθώς και η παρεμπίπτουσα κρίση κατά τη σχετική τακτική δίκη περί ακυρότητας οποιασδήποτε πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ανακοπή, προκειμένου να θεμελιωθεί το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα αποζημιώσεως του καθ' ου η εκτέλεση (Ολ.Α.Π. 9/ 2010).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 914 Α.Κ. όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για τη θεμελίωση αξιώσεως προς αποζημίωση ή και προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία αδικοπραξίας απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις:
α) πράξη ή παράλειψη του δράστη, η οποία είναι παράνομη, δηλαδή αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 299 Α.Κ.
και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Π. 660/2010). Επί πλέον από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και κατ' αντιδιαστολή προς εκείνες των παραγράφων 1 και 2 του ίδιου άρθρου, με τις οποίες αναγνωρίζεται (στις περιπτώσεις εξαφανίσεως αντίστοιχα της προσωρινώς εκτελεστής και της τελεσίδικης αποφάσεως με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση) παράλληλα με το δικαίωμα αποζημιώσεως και δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, προκύπτει ότι επί ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως (σε άλλες, πλην των ανωτέρω, περιπτώσεις) δεν υφίσταται δικαίωμα επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση (Α.Π. 1119/2011) ευθέως αλλά μόνο κατά τους όρους των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, δηλονότι της διατάξεως του άρθρου 904 Α.Κ., του οποίου συντρέχουν οι όροι εφαρμογής, αφού μετά την ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως εκλείπει η αιτία της γενόμενης προς τον εκτελούντα περιουσιακής επιδόσεως.
Η συνδρομή των όρων εφαρμογής της διατάξεως αυτής του ουσιαστικού δικαίου μόνο στην περίπτωση της ακυρώσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, όχι δε και στην περίπτωση της εξαφανίσεως ή μεταρρυθμίσεως της εκτελεσθείσης αποφάσεως, όπου δεν ακυρώνεται η εκτέλεση που αποτελεί την αιτία της περιουσιακής επιδόσεως του καθ' ου αλλά ανατρέπεται η αποτελούσα τον τίτλο αυτής δικαστική απόφαση, δικαιολογεί νομοθετικά την παραπάνω διαφορετική ρύθμιση της παραγράφου 3 σε σχέση με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 940 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 289/2000).
Το περιεχόμενο της αξιώσεως επαναφοράς, όταν η αναγκαστική εκτέλεση έχει οδηγήσει στην περιέλευση του πλειστηριασθέντος στην κυριότητα του υπερθεματιστή, δεν μπορεί να είναι η αυτούσια επαναφορά, αφού αυτό αντιμάχεται την ασφάλεια των συναλλαγών. Έτσι ο υπερθεματιστής διατηρεί την κυριότητά του επί του πλειστηριασθέντος, ενώ ο καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτης έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή την απόδοση του πλειστηριάσματος, πέραν της επί πλέον αποζημιώσεως με τους όρους του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1005 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, με την κατακύρωση δε και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως είναι τίτλος εκτελεστός, με βάση δε αυτήν μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του.
Με βάση τ' ανωτέρω η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως ρητά ανάγεται από το νόμο σε τίτλο εκτελεστό ο οποίος στηρίζει νέα διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως, με την οποία ο υπερθεματιστής επιδιώκει να αποκτήσει, πέρα από την κυριότητα του πράγματος που έχει ήδη αποκτήσει με τη μεταγραφή, και την κατοχή του.
Με τη λήψη απογράφου και την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση η οποία συντάσσεται στο αντίγραφο απογράφου της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως, αρχίζει η κατά το άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ. νέα αυτοτελής διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως. Κατά της νέας αυτής αναγκαστικής εκτελέσεως επιβάλλεται η άσκηση ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ., εντός μάλιστα του εξαμήνου του άρθρου 934 παρ.1 περ.γ του ίδιου κώδικα.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι δεν αρκεί η ακύρωση του πλειστηριασμού για να ακυρωθεί και η άμεση εκτέλεση (αποβολή κατά το άρθρο 943 Κ.Πολ.Δ.) που λαμβάνει χώρα με εκτελεστό τίτλο την περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, διότι η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι διαφορετική και δεν συμπαρασύρεται από την ακύρωση του πλειστηριασμού.
Ακριβώς δε για να μην απολεσθεί η προθεσμία προσβολής της αποβολής, επιβάλλεται, ακόμα και όταν έχει προηγηθεί και εκκρεμεί ανακοπή κατά του πλειστηριασμού και της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως, να ασκηθεί σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ. ανακοπή κατ' αυτής καθεαυτής της αποβολής, με την προβολή των ίδιων λόγων που ήδη έχουν προταθεί στην πρώτη ανακοπή κατά του πλειστηριασμού και της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως.
Μάλιστα το δεδικασμένο που θα παραχθεί ως προς το κύρος της εκτελέσεως από την πρώτη ανακοπή, δεσμεύει το δικαστήριο της δεύτερης ανακοπής που δεν θα μπορεί να κρίνει με διαφορετικό τρόπο το κύρος της εκτελέσεως. Η παράλειψη του καθ' ου η εκτέλεση να αμυνθεί κατά της πράξεως εκτελέσεως της αποβολής, την καθιστά απρόσβλητη, ακόμα και αν ακυρωθούν η έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρώσεως και η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως.
Τέλος από τις προαναφερθείσες διατάξεις αλλά και από οποιαδήποτε άλλη διάταξη δεν προκύπτει υποχρέωση του υπερθεματιστή να μην προβεί σε μεταγραφή της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως από μόνο το λόγο ότι έχει ασκηθεί ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα του πλειστηριασμού.
Στην προκειμένη περίπτωση με τις από 23-12-1997, 15-5-2000, 6-11-2002 και 14-12-2004 αγωγές τους, μετά από συνεκδίκαση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ήδη ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν: Ότι η δανείστρια του πρώτου από αυτούς και αρχικά εναγομένη της πρώτης αγωγής "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη των λοιπών αγωγών και ήδη αναιρεσίβλητη "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", κατέσχε αναγκαστικά το αναφερόμενο ακίνητό τους (συγκρότημα επιπλωμένων διαμερισμάτων).
Ότι η δανείστρια εξέθεσε το πιο πάνω ακίνητό τους σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό που διενεργήθηκε στις 4-7-1990. Ότι κατά τον πλειστηριασμό, λόγω ελλείψεως άλλων πλειοδοτών και μετά από αίτηση της επισπεύδουσας δανείστριας, το ακίνητό τους κατακυρώθηκε στην ίδια, στην τιμή πρώτης προσφοράς. Ότι στη συνέχεια η επισπεύσασα τον πλειστηριασμό δανείστρια κατέθεσε στον υπάλληλο του πλειστηριασμού την από 13-7-1990 αναγγελία της, με την οποία ζήτησε να καταταγεί προνομιακά για το ποσό των 17.341.276 δραχμών, όπως και έγινε με τον αναφερόμενο πίνακα κατατάξεως.
Ότι πριν από τη σύνταξη του πίνακα η ανωτέρω δανείστρια κατέθεσε δημόσια το ποσό των 3.580.000 δραχμών και με την αναφερόμενη πράξη του υπαλλήλου του πλειστηριασμού δήλωσε ότι το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος ποσού 20.420.000 δραχμών συμψηφίζει με την πιο πάνω απαίτησή της ποσού 17.341.276 δραχμών και με τα έξοδα εκτελέσεως.
Ότι μετά την κατά τον πιο πάνω τρόπο καταβολή του πλειστηριάσματος ο υπάλληλος του πλειστηριασμού χορήγησε στη δανείστρια την αναφερόμενη περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, την οποία αυτή μετέγραψε και έτσι κατέστη κυρία του ακινήτου τους. Ότι στη συνέχεια κατόπιν ανακοπής τους ο πλειστηριασμός αυτός ακυρώθηκε τελεσίδικα, πλην όμως η εναγομένη δεν επανέφερε τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση όπως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα το πλειστηριασθέν ακίνητο να βρίσκεται ακόμα στην κυριότητά της και να στερούνται της χρήσεως αυτού, υφιστάμενοι τις αναλυτικά αναφερόμενες ζημίες.
Ότι υπόχρεη για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών είναι η εναγομένη γιατί από δική της υπαιτιότητα ζημιώθηκαν με τα προαναφερθέντα ποσά και η υπαιτιότητά της συνίσταται στο ότι με το να προβεί στη μεταγραφή της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως παρά το ότι αυτοί είχαν ασκήσει ανακοπή κατά της εκθέσεως του πλειστηριασμού και όλων των πράξεων εκτελέσεως που είχαν προηγηθεί αυτού, αποδέχθηκε τον κίνδυνο εκ της ακυρώσεως του πλειστηριασμού ούτε δε και μετά την τελεσίδικη ακύρωσή του επανέφερε τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, όπως είχε υποχρέωση, παρά το ότι ο δεύτερος από αυτούς της υπέβαλε σχετική αίτηση.
Ζήτησαν δε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος κάθε αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τους καταβάλει ως αποζημίωση τα ποσά των 123.585.000 δραχμών (362.685,25 ευρώ), των 82.854.000 δραχμών (243.151,87 ευρώ), των 176.668 ευρώ και των 495.715 ευρώ αντίστοιχα με κάθε αγωγή, επί πλέον δε με τη δεύτερη αγωγή ο δεύτερος ενάγων ζήτησε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000.000 δραχμών (58.694,05 ευρώ), με το νόμιμο τόκο όλα τα ποσά από την επίδοση κάθε αγωγής.
Με αυτό το περιεχόμενο οι πιο πάνω αγωγές των αναιρεσειόντων, ανεξάρτητα από την αοριστία τους όσον αφορά την πρώτη βάση τους (ήτοι εκείνη από το άρθρο 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 914 Α.Κ.), η οποία (αοριστία) συνίστατο στο ότι δεν αναφερόταν αν η απόφαση με την οποία είχε ακυρωθεί ο πλειστηριασμός είχε καταστεί αμετάκλητη, ήταν απορριπτέες όσον αφορά και τις δύο βάσεις τους (ήτοι την πρώτη από το άρθρο 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 914 Α.Κ. και τη δεύτερη από το άρθρο 914 Α.Κ.) προεχόντως ως μη νόμιμες, δεδομένου ότι η επικαλούμενη για τη θεμελίωσή τους και φερόμενη ως αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, αληθής υποτιθέμενη, δεν ήταν παράνομη κατά την έννοια του άρθρου 914 Α.Κ., ενώ το στοιχείο του παρανόμου ήταν αναγκαίο, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, για τη θεμελίωση και των δύο βάσεων αυτών.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα επίσης αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης, αληθών υποτιθεμένων των εκτιθεμένων στις αγωγές, η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση: α) να μην προβεί στη μεταγραφή της περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως εκ μόνου του λόγου ότι οι ενάγοντες είχαν ασκήσει ανακοπή κατά της εκθέσεως πλειστηριασμού ούτε β) να επαναφέρει, μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού, τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και μάλιστα με την έννοια της αναμεταβιβάσεως της κυριότητας του πλειστηριασθέντος ακινήτου στους αναιρεσείοντες.
Ενόψει όλων των ανωτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έκρινε τις αγωγές νόμιμες και ορισμένες, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. και 914 Α.Κ. που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ούτε εκείνες των άρθρων 199, 281, 919, 974, 1033 Α.Κ., 20 παρ.1, 25 παρ.3 του Συντάγματος, 116 και 933 Κ.Πολ.Δ.
που δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού από το πιο πάνω περιεχόμενο των αγωγών δεν προκύπτει ότι αυτές είχαν αντίστοιχες βάσεις, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης για τον ίδιο λόγο.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έκτος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 και 8 (περ.β) Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις αγωγές κατά την πρώτη βάση τους (από το άρθρο 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 914 Α.Κ.) ως αόριστες και όχι ως μη νόμιμες, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Εφόσον όμως η απόρριψη των αγωγών κατά το μέρος τους αυτό ως αόριστων ήταν επωφελέστερη για τους ενάγοντες από την απόρριψή τους ως μη νομίμων, δεν θεμελιώνεται σχετικός λόγος αναιρέσεως υπέρ των εναγόντων ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτών.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 του ίδιου κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της εφέσεως ή της αντεφέσεως και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο. Διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ., αφού έτσι το δικαστήριο παρά το νόμο λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 134/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α και 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι παρά το νόμο "μετέβαλε το δεδικασμένο της πρωτόδικης εκκληθείσης αποφάσεως", και ειδικότερα ότι, ενώ με την αποφάση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχαν απορριφθεί οι τέσσερες συνεκδικαζόμενες αγωγές τους κατ' αρχήν ως αόριστες και με πλεοναστική αιτιολογία ως μη νόμιμες, το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε μετά από έφεση των ιδίων, απέρριψε τις αγωγές εκ παραλλήλου κατά ένα μεν μέρος ως αόριστες, κατ' άλλο δε μέρος ως μη νόμιμες, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, δηλαδή εξέδωσε απόφαση επιβλαβέστερη γι' αυτούς χωρίς την άσκηση εφέσεως ή αντεφέσεως από την αναιρεσίβλητη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά το δεύτερο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ.) διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του περιστατικά δεν συνιστούν παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη ακυρότητας, εκπτώσεως από δικαίωμα ή απαραδέκτου. Εξάλλου από την επισκόπηση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και εκείνης του εφετείου προκύπτουν τα εξής: 1) το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι "καθ' ο μέρος εκάστη των κρινόμενων αγωγών αποπειράται να στηριχθεί ως αγωγή αποζημίωσης σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.
λόγω της επικαλούμενης ακύρωσης του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, δεν είναι αρκούντως ορισμένη σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ." και περαιτέρω ότι "ανεξάρτητα πάντως από τα παραπάνω, σε κάθε περίπτωση, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η κρινόμενη αγωγή, όσον αφορά την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγόμενης ...
είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα" και 2) το εφετείο δέχθηκε ότι "οι ... ένδικες αγωγές κρίνονται απορριπτέες, κατά το μέρος μεν που επιχειρείται η θεμελίωσή τους στην από τη διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη ευθύνη της εφεσίβλητης ως επισπεύσασας τον πλειστηριασμό, ως αόριστες... κατά το μέρος δε που επιχειρείται η θεμελίωσή τους στην ευθύνη της εφεσίβλητης ως υπερθεματίστριας, η οποία α) προέβη στη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης σε αρμόδιο υποθηκοφυλακείο "παρά το ότι οι εκκαλούντες είχαν ασκήσει ανακοπή κατά της έκθεσης του πλειστηριασμού και όλων των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας που προηγήθηκαν" και β) αρνήθηκε μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού να αποδώσει τη χρήση του πλειστηριασθέντος ακινήτου σ' αυτούς, επαναφέροντας έτσι τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση (κρίνονται απορριπτέες) ως νομικά αβάσιμες".
Από την παραβολή των ανωτέρω αποφάσεων προκύπτει ότι το εφετείο όχι μόνο δεν εξέδωσε απόφαση επιβλαβέστερη για τους αναιρεσείοντες από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αλλά επωφελέστερη, αφού έκρινε στο σύνολό τους αόριστες τις αγωγές κατά την πρώτη βάση τους (από το άρθρο 940 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 914 Α.Κ.) σε αντίθεση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που τις είχε κρίνει εν μέρει αόριστες και εν μέρει μη νόμιμες κατά τη βάση τους αυτή.
Τούτο δεν αναιρείται από το ότι το εφετείο διέλαβε και τη σκέψη ότι "οι εκκαλούντες δεν επικαλούνται (αλλά ούτε και αποδείχθηκε) ότι επακολούθησε στάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης, της αποβολής δηλαδή των εκκαλούντων από τη νομή του εκπλειστηριασθέντος και εγκαστάστασης σ' αυτή της εφεσίβλητης", αφού η φράση "αλλά ούτε και αποδείχθηκε" έχει αναγραφεί πλεοναστικά.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του (από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ.) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.) το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν το συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος σε κάθε περίπτωση είναι δυνητικός σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 ν.2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 ν.2943/2001), εφαρμόζεται δε και στην προκειμένη υπόθεση που συζητήθηκε για πρώτη φορά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στις 24-1-2008 (Α.Π. 121/2008). Εξάλλου τα οριζόμενα στο ν.δ.3026/1954 "περί του κώδικος των δικηγόρων" όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 179, 189 Κ.Πολ.Δ. και 92Α του "κώδικα περί δικηγόρων" και ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και συγκεκριμένα ότι:
α) κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων απέρριψε τον έκτο λόγο της εφέσεώς τους κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τον οποίο είχαν παραπονεθεί για την επιδίκαση υπέρ της εναγομένης δικαστικής δαπάνης ανερχόμενης στο υπερβολικό ποσό των 26.000 ευρώ και β) ενώ απέρριψε τον πιο πάνω λόγο εφέσεως και επικύρωσε και κατά τούτο την προσβαλλόμενη απόφαση, στη συνέχεια η ίδια αντιφατικώς προέβη στο συμψηφισμό των δικαστικών εξόδων μεταξύ των διαδίκων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας "ως εκ της ιδιαιτέρως δυσχερούς ερμηνείας των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου (αρθ.179 Κ.Πολ.Δ.)".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, εν πάση δε περιπτώσει διότι τα οριζόμενα με τον κώδικα δικηγόρων όρια της δικηγορικής αμοιβής είναι τα ελάχιστα επιτρεπόμενα, με την έννοια ότι η δικηγορική αμοιβή δεν επιτρέπεται να ορισθεί σε ποσό κατώτερο αυτών, δεν απαγορεύεται όμως να ορισθεί σε ποσό ανώτερο.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2010 αίτηση των Ε. Τ. και Ε. Σ. για αναίρεση της 2856/ 2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Σεπτεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ