Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for missing signature and on merits for evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a currency exchange transaction. The appellant argued the lower court misinterpreted an instruction and lacked legal basis for its findings, while the opposing parties contended the appeal was procedurally flawed due to a missing signature. The court ruled that the missing signature was cured by the lawyer's subsequent filing and that the lower court's assessment of evidence regarding the forgery claim was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 118 para. 5 K.Pol.D; Art. 559 para. 20 K.Pol.D; Art. 559 para. 19 K.Pol.D; Art. 561 para. 1 K.Pol.D: A missing signature on a legal document is cured by the lawyer's signature on the filing, and appeals based on evidence evaluation or contradictory reasoning regarding fact-finding are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1437 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1437/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τσέλιο.
Των αναιρεσιβλήτων: Χ1 και Χ2, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Φραράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/1994 ανακοπή της δικαιοπαρόχου (Α) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 83/2006 προδικαστική και 128/2007 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 18/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Κατά το άρθρο 118 παρ. 5 Κ.πολ.Δ, τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλο ή υποβάλλονται στο δικαστήριο, πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχουν και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.
Τα απαιτούμενα από το άρθρο 118 Κ.Πολ.Δ στοιχεία του δικογράφου δεν αποτελούν, με εξαίρεση την υπογραφή, προϋπόθεση του κύρους της διαδικαστικής πράξεως που περιέχεται στο δικόγραφο. Αντιθέτως, ανυπόγραφο δικόγραφο καθιστά άκυρη την πιστοποιούμενη διαδικαστική πράξη. Η ακυρότητα θεραπεύεται με την αναπλήρωση της υπογραφής, που μπορεί να υπάρξει με την υπογραφή της πράξεως καταθέσεως του δικογράφου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσίβλητες προβάλλουν την ακυρότητα του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, για το λόγο ότι αυτή δεν φέρει την υπογραφή του πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Κυριάκου Γ. Τσέλιου, παρά μόνο τα δια μηχανικού μέσου (σφραγίδα) στοιχεία του ονοματεπώνυμου του.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 4-7-2007 αιτήσεως αναιρέσεως, ο εν λόγω δικηγόρος, ναι μεν δεν υπέγραψε την αίτηση αναιρέσεως, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητες, όμως αυτός υπέγραψε την παρά πόδας αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως), με αριθμό 25/2007 πράξη καταθέσεως του δικογράφου της αναιρέσεως της Γραμματέως του Εφετείου Δωδεκανήσου, όπου η τελευταία παραδεκτώς ασκήθηκε.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 585 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής του άρθρου 632 του ίδιου Κώδικα, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους της, νέοι δε λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Από τις διατάξεις αυτές, μεταξύ άλλων, προκύπτει ότι νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής ή των πρόσθετων λόγων αυτής, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της έφεσης, που ασκείται κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ανακοπής ή το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης και αν ακόμη οι νέοι λόγοι αφορούν ισχυρισμούς, που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 του ΚΠολΔ, καθόσον, έναντι των γενικών αυτών διατάξεων, κατισχύει η ειδική ως άνω διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, η οποία ρυθμίζει αποκλειστικά το περιεχόμενο του δικογράφου της ανακοπής και τον τρόπο προβολής των νέων λόγων αυτής (ΑΠ 916/2002).
Από την ίδια διάταξη του άρθρου 585 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο που απαιτεί ο νόμος για την άσκηση των πρόσθετων λόγων της ανακοπής, δεν χρειάζεται να έχει αυτοτέλεια, καθόσον το στοιχείο αυτό δεν προκύπτει ότι απαιτείται από την παραπάνω διάταξη και επομένως οι νέοι λόγοι της ανακοπής μπορούν να προταθούν και με το δικόγραφο της κλήσης προς συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο (άρθρα 585 παρ.2 σε συνδ. για άρθρ. 632 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν κήρυξε απαράδεκτους τους προβληθέντες, με την από 20-2-2003 κλήση για συζήτηση των ανακοπτουσών (αναιρεσίβλητων), πρόσθετους λόγους ανακοπής, που άσκησαν οι τελευταίες εμπροθέσμως (μέσα στην προθεσμία του άρθρου 585 παρ.2 Κ.Πολ.Δ) μετά τη ματαίωση των αρχικά ορισθεισών συζητήσεων της ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα, κατά παραδοχή του πρώτου των προσθέτων λόγων της ανακοπής, και ως ουσιαστικά βασίμου να γίνει δεκτή η ανακοπή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη με αυτή διαταγή πληρωμής.
Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε τους προβληθέντες με το δικόγραφο της από 20-2-2003 "κλήσης - προσθέτων λόγων ανακοπής" προβληθέντες λόγους ως παραδεκτούς, δεν έσφαλε και ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό του θεωρεί ως σωστή.
Γενικά ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 αιτίαση για το λόγο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 24-2-1989 εντολής της αρχικά ανακόπτουσας Α προς τον αναιρεσίβλητο με το να δεχθεί ότι από το περιεχόμενο της εντολής αποδεικνύεται η έλλειψη αιτίας για την αποδοχή της από 24-2-1989 συναλλαγματικής εκδόσεως του αναιρεσίβλητου και αποδοχής της τότε ανακόπτουσας (πιο πάνω Α).
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση του ανωτέρω εγγράφου της εντολής, αποδιδομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση σφαλμάτων ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφαλμάτων ως προς την ανάγνωσή τους.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ' αυτές πορίσματος γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να στηρίξει την κρίση της επί του ουσιώδους ισχυρισμού ότι η υπογραφή επί της προαναφερθείσας συναλλαγματικής της Α υφαρπάχθηκε από τον αναιρεσίβλητο χωρίς να υπάρχει δικαιοπρακτική βούληση προς ανάληψη υποχρεώσεως από συναλλαγματική, ακολούθως αντιφατικά δέχθηκε ότι το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το κλίμα εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων πράγμα που αποκλείεται κατά λογική ακολουθία, αφού με την παραδοχή ύπαρξης εμπιστοσύνης αποκλείεται η υφαρπαγή της υπογραφής της Α επί της συναλλαγματικής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ως αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων. Ακολούθως τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, να πληρώσει στις αναιρεσίβλητες που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-7-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 128/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2008 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ