1437/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8/1982 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 96/1983, 168/1989 και 588/1992 μη οριστικές, 544/2000 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτων και δεύτερου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1437/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1437 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1437/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Ελένη Παναγιωάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Χ1 , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Φραντζεσκάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου : Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωστάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-1981 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8/1982 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 96/1983, 168/1989 και 588/1992 μη οριστικές, 544/2000 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Νοεμβρίου 2000 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτων και δεύτερου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη του τρίτου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως σε αποζημίωση κατά τη διάταξη αυτή αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, Απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παραγάγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε η συμπεριφορά αυτή συνίσταται σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη στο συμβαλλόμενο που τα αγνοούσε ήταν επιβεβλημένη από την καλή πίστη ή από την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του δηλούντος και εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση, η συμπεριφορά δε αυτή αποσκοπεί στην πρόκληση δηλώσεως βουλήσεως του απατηθέντος, η οποία και προκλήθηκε πράγματι από την απάτη.
Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Κρήτης που εκδόθηκε επί της από 22.1.1981 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και έξι άλλων εναγομένων, προς αιτιολόγηση της ουσιαστικής βασιμότητάς της - που ως προς την αναιρεσείουσα θεμελιωνόταν, όπως δέχθηκε, στην αδικοπραξία της απάτης - εκτίθενται τα ακόλουθα:
Ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] αγόρασε από την πρώτη των εναγομένων [αναιρεσείουσα], με το ....... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Δημητρίου Μουτσάκη, που μεταγράφηκε νομίμως, ένα οικόπεδο κείμενο στη θέση "......." ή "......" της περιοχής ...... της πόλεως του Ηρακλείου, εμβαδού 110 τμ. (μ2), όπως τούτο απεικονίζεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από του Αυγούστου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού μηχανικού ......(δεύτερου των εναγομένων), που συνοδεύει το ......πιστοποιητικό της Δ/νσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Ηρακλείου.
Πριν την αγορά του όμως ο ενάγων ζήτησε από την πωλήτρια να φροντίσει να του πιστοποιηθεί από την αρμόδια Διεύθυνση των Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Ηρακλείου, ότι το υπό αγορά οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και ότι δεν ρυμοτομείται και μετά από τις από 7-8-1976 και 20-8- 1976 αιτήσεις της πωλήτριας που συνοδεύονταν από το προαναφερόμενο ανακριβές τοπογραφικό διάγραμμα του δευτέρου των εναγομένων, εκδόθηκαν τα με αριθμούς .......
και ..... πιστοποιητικά της ανωτέρω Δ/νσεως Τεχνικών Υπηρεσιών, με τα οποία πιστοποιείτο ότι το οικόπεδο αυτό κείται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Ηρακλείου και σε θέση όπου ισχύουν οι εις αυτά διαλαμβανόμενοι όροι και περιορισμοί, ότι δεν ρυμοτομείται υπό του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως Ηρακλείου και πληροί τους όρους αρτιότητας.
Ύστερα από τα πιστοποιητικά αυτά και τις όμοιες διαβεβαιώσεις της πωλήτριας, ο ενάγων αγόρασε με το προαναφερόμενο συμβόλαιο το επίδικο οικόπεδο, οριοθετούμενο αρκτικώς και επί πλευράς Α-Δ, μήκους 11,20 μ., και ανατολικώς επί πλευράς Α-Β, μήκους 10,70 μ, με ιδιοκτησίες αγνώστων, ενώ μεσημβρινώς επί προσώπου Γ-Β, μήκους 10,40 μ, και δυτικώς επί προσώπου Δ-Γ, μήκους 10 μ., με εγκεκριμένες οδούς που δεν είχαν ακόμη διανοίγει.
Στη συνέχεια ο ενάγων ανέθεσε στον τρίτο των εναγομένων - πολιτικό μηχανικό - να επιμεληθεί για να του εκδοθεί οικοδομική άδεια, προκειμένου να ανοικοδομήσει επί του εν λόγω οικοπέδου μονόροφη οικοδομή και, μετά την υποβολή προς το Πολεοδομικό Γραφείο Ηρακλείου των ανάλογων δικαιολογητικών που περιείχαν ανακριβή στοιχεία, ότι δήθεν το οικόπεδο δεν ρυμοτομείται από το Σχέδιο πόλεως και τον τυπικό και όλως ατελή έλεγχο τους από τον έκτο των εναγομένων Ζ1 του χορηγήθηκε η υπ' αριθ. .....οικοδομική άδεια ισόγειας οικοδομής.
Με βάση αυτή, ανήγειρε την οικοδομή, όπως προβλεπόταν από την άδεια. Μετά την ανέγερση της όμως, η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Ηρακλείου, με τον προϊστάμενο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών (πέμπτο των εναγομένων), με το με αριθμό πρωτοκόλλου ...... έγγραφό της, γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι, τμήμα της οικοδομής του, εμβαδού 8,40 τ.μ., είχε κατασκευαστεί μέσα στην οδό ......
και, ύστερα από ένστασή του, το ίδιο αποφάνθηκε και η 12η περιφερειακή Υπηρεσία Δ.Ε. Ακολούθως, κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η με αριθ. πρωτ. ........ απόφαση αυθαίρετης κατασκευής του Πολεοδομικού Γραφείου Ηρακλείου, με την οποία του επιβλήθηκε πρόστιμο 286.300 δρχ., και διατάχθηκε η κατεδάφιση τμήματος του υπογείου και ισογείου της;
οικοδομής, επί της προσόψεώς της εμβαδού 8,40 τ.μ.- Προσφυγή του ενάγοντος στο Νομαρχιακό Συμβούλιο ΔΕ Ηρακλείου, έγινε δεκτή μόνο ως προς το ύψος του προστίμου, που μειώθηκε στο ποσό των 118.3000 δρχ., ενώ απορρίφθηκε ως προς το μέρος που αφορούσε την κατεδάφιση του άνω τμήματος που κρίθηκε ως αυθαίρετο. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η δαπάνη του ενάγοντος για την κατεδάφιση και ανακατασκευή μέρους της οικοδομής ανερχόταν στο ποσό του 1.250.000 δρχ., κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην απόφαση, ότι λόγω του βάρους της ρυμοτομίας το οικόπεδο είχε μειωμένη αξία κατά ποσό 650.000 δρχ., ότι συνεπώς ο ενάγων ζημιώθηκε συμπεριλαμβανομένου και του προστίμου, κατά το συνολικό ποσό των 2.018.300 δρχ., και ότι από τις παραπάνω συνθήκες της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων, το βαθμό του πταίσματός τους και των λοιπών αναφερόμενων στην απόφαση συνθηκών, ο ενάγων είχε υποστεί και ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση 120.000 δρχ.- Κατέληξε δε το Εφετείο ότι ο αναιρεσείων - ένάγων δικαιούται για την αποκατάσταση των περιουσιακών ζημιών του και την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν σ' αυτόν από την αδικοπραξία των εναγομένων συνολικά το ποσό των 2.138.000 δρχ., το οποίο υποχρέωσε και την αναιρεσείουσα να του καταβάλει εντόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με τα αναφερόμενα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, και ειδικότερα του δόλου αυτής για την πραγμάτωση της σε βάρος του αναιρεσιβλήτου απάτης, οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (914 ΑΚ).
Και τούτο, γιατί ενώ αναφέρει ότι η αναιρεσείουσα διαβεβαίωσε τον αναιρεσίβλητο ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο από κάθε γενικά βάρος και ειδικότερα αυτού της ρυμοτομίας, και ότι το περιστατικό αυτό ήταν αναληθές διότι το πωληθέν ακίνητο κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως πωλήσεως ρυμοτομείτο κατά 8,5 τ.μ., παρέλειψε να εκθέσει αν η αναιρεσείουσα είχε πρόθεση να παραπλανήσει τον αναιρεσίβλητο γνωρίζοντας η ίδια το ψευδές των γεγονότων που παρουσίασε ως αληθή.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ. πλημμέλεια, και είναι βάσιμοι οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης. Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 544/2000 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ως προς την αναιρεσείουσα Χ1 .
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εκ χιλίων πεντακοσίων [1.500] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαϊου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ